Εωράκαμεν τους ρατσιστάς (μπάτσοι και ρατιστές καταστηματάρχες κατά μεταναστών μικροπωλητών)
δημοσιεύτηκε April 29, 2010
από Ταχυδρόμος
τροποποιήθηκε June 30, 2010
είναι και είδηση τα παρακάτω, θλιβερή, θλιβερή εικόνα μιας κοινωνίας...
Εωράκαμεν τους ρατσιστάς
Από το πρωί τον άκουγα έξω από το γραφείο. Έκανε χαβαλέ με την κοπέλα από το απέναντι μαγαζί. Της έλεγε με ένα πομπώδες ύφος, κάτι ανάμεσα σε Λιακόπουλο και Γεωργιάδη, “αστειάκια” για τους «μαύρους που γέμισαν την Αθήνα». «Αν έρθουν αυτοί με τις τσάντες, ξέρεις τη γλώσσα τους να τους μιλήσεις; Γιατί αυτοί δεν την ξέρουν τη δικιά μας. Και να προσέχεις μη σε κλέψουν», φώναζε, ενώ συνέχισε «αυτό θα είναι το λιγότερο, να προσέχεις μη σε φάνε. Ξέρεις τι κάνουν αυτοί; Έχουν στη χώρα τους ένα πολύ νόστιμο πιάτο, παίρνουν την κατσίκα την κόβουν όπως είναι με τις τρίχες και την πετάνε στο καζάνι και τη βράζουν, μετά την τρως και φτύνεις τις τρίχες. Θα τους έμεινε από τότε που το κάνανε στους ιεροκήρυκες».
- Τι έχεις εδώ;
Κατάλαβες τίποτα; Εμένα με εκνεύριζε. Ήμουν έτοιμος να βγω να του πω τίποτα αλλά σταμάτησε γιατί μπήκαν κάτι αγγλάκια στο μαγαζί και έτρεξε να εξυπηρετήσει. Άλλοι ξένοι αυτοί, πιο χάι κλας.
Το απόγευμα και ενώ σχεδόν το είχα ξεχάσει το σκηνικό, ακούω φασαρία από κάτω. Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω να τρέχουν περίπου 10-15 μικροπωλητές με τα σακιά στους ώμους και πίσω τους φωνάζοντας μπάτσοι της δημοτικής (συχνό φαινόμενο). Όσοι τρέχανε, χωρίστηκαν στα γύρω στενά, ακούστηκαν φασαρίες, ένας χοντρομπαλάς έπιασε όμως έναν όχι και τόσο γρήγορο με μάλλον μεγάλο σακί για τα κιλά του.
Του άρπαξε το σάκο, αυτός έφερε δυο σβούρες και κατάφερε να γλυτώσει. Γύρισε όμως να πάρει πίσω την πραμάτεια του. Έπιασε το σάκο από την άλλη και τραβούσε, ενώ ο μπάτσος τον χτυπούσε αφού δεν μπορούσε να τον πιάσει.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν άλλοι τρία παλικάρια της δημοτικής. Ο ένας, με τρελό rave γυαλί ηλίου, φάτσα μπουζούκια και μπάκα ταρίφα, ούτε πλησίασε. Κάλεσε βοήθεια στον ασύρματο δίνοντας το στίγμα του. “Εωράκαμεν τους ληστάς” φάση. Ο δεύτερος πήγε πίσω από τον μαύρο να τον πιάσει. Ήταν πιο σβέλτος. Ξέφυγε και πήγε πίσω από ένα αυτοκίνητο φωνάζοντας «δώσε πίσω το σάκο μου». Δεν περίμενε την συνέχεια όμως.
Εμφανίστηκε ο πρωινός τύπος, ο μαγαζάτορας με τα αστειάκια και το έπιασε. Όχι μόνο. Τον κλώτσησε, τον έβρισε. Μερικοί γείτονες τον έβριζαν κι αυτοί. Τον κρατούσε γερά και φώναζε «κάθαρμα, να φύγεις ρε!» και τον έπιασε από το λαιμό. Οι μπάτσοι πλησίασαν. Μόνο ευχαριστώ δεν του είπαν και έπιασαν τον μαύρο. Οι περαστικοί τουρίστες κοιτούσαν άναυδοι.
Κάποιος έβγαλε την κάμερα και προσπάθησε να βγάλει φωτογραφίες. Τον είδε όμως ο raver δημοτικός μπάτσος και πήγε δίπλα του. Του είπε να δει τις φωτογραφίες που τράβηξε. Ακόμα δεν ξέρω αν έχουν δικαίωμα να το κάνουν αυτό. Αυτός το έκανε πάντως.
Ελληναράδες γείτονες και μπάτσοι vs. μαύρων. Στην Κρήτη τον άλλον τον “σούβλισαν”. Δεν γουστάρουμε κανέναν.
Μόνοι μας.
Ο τίτλος είναι από τη γνωστή κατάθεση αστυνομικού.
από το http://nassoskappa.com/weblog/