Για το εμβόλιο της γρίπης και άλλες ιστορίες

δημοσιεύτηκε December 18, 2009 από εθνικόν προσαγωγείον
τροποποιήθηκε December 18, 2009


 

Shannon Brownlee και Jeanne Lenzer

Αν οδηγείτε με μεγάλη ταχύτητα κατά μήκος της Red Lion Road, δίπλα στο αεροδρόμιο Northeast της Φιλαδέλφειας, δεν θα μπορέσετε να δείτε το χαμηλό τσιμεντένιο κτίριο όπου η εταιρεία βιοτεχνολογίας MedImmune παρασκευάζει ένα εκατομμύριο περίπου δόσεις  του εμβολίου της γρίπης των χοίρων την εβδομάδα. Μέσα στο καλοκαίρι και το φθινόπωρο, οι εργαζόμενοι φορούν προστατευτικό εξοπλισμό που τους καλύπτει από το κεφάλι μέχρι τα πόδια παράγουν παρτίδες με ζωντανό, γενετικά τροποποιημένο ιό της γρίπης. Στη συνέχεια ρομπότ εγχύουν, μικροσκοπικές δόσεις του ιού σε γυάλινα φιαλίδια και αποστέλλονται στις διευθύνσεις των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων(CDC), στην Ατλάντα, η οποία βοηθά στο συντονισμό του εθνικού σχεδίου ετοιμότητας κατά της  πανδημίας. Στο πιο φιλόδοξο πρόγραμμα εμβολιασμού, από την εποχή της εκστρατείας κατά της πολιομυελίτιδας στη δεκαετία του 1950, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει αναθέσει στην MedImmune και τέσσερις άλλες εταιρίες την παραγωγή εμβολίων σε ποσότητα που φθάνει για καλύψει το σύνολο του πληθυσμού των ΗΠΑ.

Ο εμβολιασμός παίζει κεντρικό ρόλο στο κυβερνητικό σχέδιο πρόληψης των θανάτων από την γρίπη των χοίρων. Η CDC συνέστησε σε 159 περίπου εκατομμύρια ενήλικες και παιδιά ή να εμβολιασθούν κατά της γρίπης των χοίρων ή να πάρουν μία δόση του ρινικού εμβολίου της MedImmune κατά το τρέχον έτος. Εμβόλια δόθηκαν σε ιατρεία, σε νοσοκομεία, αεροδρόμια, φαρμακεία, σχολεία, εμπορικά κέντρα, καθώς και σε μεγάλα καταστήματα όπως η Wal-Mart. Τον Αύγουστο, η πολιτεία της Νέας Υόρκης κατάσταση απαίτησε από όλους τους εργαζόμενους του υγειονομικού τομέα να εμβολιασθούν με το εμβόλιο κατά της εποχικής γρίπης αλλά και το εμβόλιο της γρίπης των χοίρων. Για την περαιτέρω προστασία του πληθυσμού, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπάνησε πάνω από 3 δισεκατομμύρια δολάρια για εκατομμύρια δόσεις αντιιικών φαρμάκων, όπως το Tamiflu, τα οποία χρησιμοποιούνται τόσο για την πρόληψη της γρίπης των χοίρων όσο και για τη θεραπεία όσων προσβάλλονται από τον ιό.

 

Τι γίνεται όμως αν όλα όσα γνωρίζουμε για την καταπολέμηση της γρίπης αποδειχθούν λάθος; Αν τα εμβόλια γρίπης δεν προστατεύουν τα άτομα από το θάνατο –ειδικά τους ηλικιωμένους, που αποτελούν και το 90 τοις εκατό των θυμάτων της εποχικής γρίπης; Και τι γίνεται αν τα ακριβά αντι-ιικά φάρμακα που η κυβέρνηση έχει αποθηκεύσει τα τελευταία χρόνια επιδρούν ελάχιστα, ή και  καθόλου, στο σύνολο των ανθρώπων που πεθαίνουν στα νοσοκομεία; Η κυβέρνηση των ΗΠΑ-με την υποστήριξη των υπεύθυνων του τομέα δημόσιας υγείας και της ιατρικής κοινότητας-δείχνει να εμπιστεύεται την αποτελεσματικότητα των εμβολίων και των  αντιιικών για τον περιορισμό της εξάπλωσης και της θνησιμότητας από τη γρίπη των χοίρων. Άλλα σχέδια για τον περιορισμό της πανδημίας δεν φαίνεται να υπάρχουν. Ωστόσο, ορισμένοι κορυφαίοι ερευνητές δυσπιστούν βαθειά και ως προς την αποτελεσματικότητα των εμβολίων αλλά και ως προς τα φάρμακα αντιμετώπισης της γρίπης. Όπως οι μηχανικοί που επί χρόνια προειδοποιούσαν για την επικινδυνότητα των  αναχωμάτων στη Νέα Ορλεάνη, έτσι τώρα οι ειδικοί αυτοί προειδοποιούν ότι ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος ίσως είναι λαθεμένος, και πολύ πιθανόν άχρηστος  κατά μιας πραγματικά θανατηφόρου γρίπης. Και εάν δεν θέσουμε αυτά τα σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την επιστήμη που βρίσκεται πίσω από τα εμβόλια της γρίπης και τα αντιιικά, τότε ίσως βρεθούμε ανυπεράσπιστοι μπροστά σε μια άσχημη επιδημία, όπως αβοήθητοι έμειναν και οι πολίτες της Νέας Ορλεάνης στη διάρκεια του τυφώνα Κατρίνα.

Ο όρος γρίπη(influenza), χρονολογείται από το Μεσαίωνα, και προέρχεται από την ιταλική λέξη influenza επειδή τη γρίπη εκείνα τα χρόνια τη συνέδεαν με την επίδραση των άστρων στον οργανισμό μας. Τότε, όπως και τώρα, η γρίπη  έκανε την εμφάνιση της κάθε χειμώνα από το πουθενά, εξασθενώντας  ή προκαλώντας τον θάνατο  σε μεγάλο αριθμό ατόμων, για να εξαφανιστεί μόνο την άνοιξη. Σήμερα, η  εποχιακή γρίπη υπολογίζεται  ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες σκοτώνει γύρω στους 36.000 ανθρώπους το χρόνο, και μισό εκατομμύριο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ωστόσο, η γρίπη, από πολλές πλευρές, παραμένει ένα μυστήριο. Για καθορίσουμε πόσους πραγματικά θανάτους προκαλεί ή έχει προκαλέσει, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Πιστεύουμε ότι έχουμε γρίπη κάθε φορά που αρρωσταίνουμε από μια λοίμωξη με συμπτώματα όπως κεφαλαλγία, κακουχία, πυρετό, βήχα, φτέρνισμα, και έντονη αίσθηση μυαλγίας, οι ερευνητές όμως διαπίστωσαν ότι από όλες αυτές τις περιπτώσεις το πολύ οι μισές, και ίσως  μόνο ένα 7 ή 8 τοις εκατό από αυτές, οφείλονται στην πραγματικότητα στον ιό της γρίπης κάθε χρόνο. Περισσότεροι από 200 γνωστοί ιοί και άλλοι παθογόνοι παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν τα ίδια συμπτώματα, οι γνωστές και σαν «ιώσεις  παραγρίπης (
parainfluenza)».Ο ιός αναπνευστικού συγκυτίου, ο μποκαϊός ( bocavirus), ο κορωνωϊός ,και ο ρινοϊός  είναι ορισμένοι μόνο από όλους αυτούς που μπορούν να κάνουν ένα άτομο να αισθάνεται απαίσια. Και ανάλογα με την εποχή, σε πάνω από τα  δύο τρίτα των περιπτώσεων ιώσεων παραγρίπης, δεν έχει βρεθεί η αιτία.

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τον λόγο, το γιατί είναι πολύ πιο πιθανό να νοσήσει κανείς από γρίπη τους χειμερινούς μήνες απ’ ότι σε άλλες εποχές του έτους. Ίσως το κρύο να ευνοεί τους ιούς της γρίπης ενώ η έκθεση τους στον ήλιο να τους σκοτώνει .Ισως , επειδή το χειμώνα, οι άνθρωποι περνούν περισσότερο χρόνο σε κλειστούς χώρους, και με ένα φτέρνισμα ή βήχα μπορεί πιο εύκολα να εξαπλωθεί ένας ιός σε άλλους ανθρώπους. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι οι ιοί της γρίπης μεταλλάσσονται με εκπληκτική ταχύτητα, οπότε σε κάθε εποχή γρίπης παρατηρείται μια ελαφρά διαφορετική γενετική εκδοχή των ιών του προηγούμενου χρόνου. Κάθε χρόνο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων συγκεντρώνουν στοιχεία από 94 χώρες για τους ιούς γρίπης που κυκλοφόρησαν το προηγούμενο έτος, και στη συνέχεια κάνει μια βάσιμη υπόθεση σχετικά με τους ιούς που ίσως κυκλοφορήσουν την επόμενη χρονιά. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων δίνει εντολή στους κατασκευαστές εμβολίων το Φεβρουάριο να παράξουν  ένα εμβόλιο  που να περιέχει τα τρία πιο πιθανά στελέχη.

Πάντως, κάθε φορά, εμφανίζεται ένας πολύ διαφορετικός ιός και μολύνει πολύ περισσότερους απ’ότι οι συνήθεις παραλλαγές της εποχικής γρίπης. Οι νέοι αυτοί ιοί ευθύνονται  για τις πανδημίες, τις οποίες ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει σαν γεγονότα που συμβαίνουν  αν «εμφανιστεί ένας νέος ιός γρίπης για τον οποίο ο ανθρώπινος πληθυσμός δεν διαθέτει ανοσία» και μπορεί να διασπαρεί σε όλο τον κόσμο σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Η χειρότερη πανδημία γρίπης που έχει καταγραφεί στην ιστορία ήταν η «ισπανική γρίπη» του 1918-19, στο τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού είχε νοσήσει και τουλάχιστον 40 ίσως και 100 εκατ. άνθρωποι είχαν πεθάνει- περισσότεροι και από όσους σκοτώθηκαν στους δύο  Παγκόσμιους Πόλεμους. (Ορισμένοι μελετητές αποδίδουν την λήξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου στο ότι ασθένησε ή πέθανε από τη γρίπη ένας τεράστιος αριθμός στρατιωτών). Από τότε, είχαμε άλλες δύο πανδημίες γρίπης, το 1957 και το 1968, από τις  οποίες καμία δεν ήταν ιδιαίτερα θανατηφόρα.

Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος του Συμβουλίου  Επιστήμης και Τεχνολογίας πρόβλεψε ότι το φθινόπωρο της φετινής χρονιάς και το χειμώνα, από τη  γρίπη των χοίρων, την
H1N1, είναι πιθανό να νοσήσει το ένα τρίτο μέχρι και ο μισός πληθυσμός  των ΗΠΑ και ότι η Η1Ν1 θα μπορούσε να στείλει στο θάνατο μέχρι και 90.000 Αμερικανούς, δυόμιση φορές δηλαδή περισσότερους απ’ όσους σκοτώνει κάθε χρόνο η εποχική γρίπη. Αλλά πόσο θανατηφόρος, ή και πόσο λοιμώδης είναι η πανδημία της H1N1 τη φετινή χρονιά αυτό δεν θα μπορούμε να το γνωρίζουμε αν δεν τελειώσει. Οι περισσότερες εκθέσεις, πάντως, από το νότιο ημισφαίριο, στα τέλη Αυγούστου (τότε τελειώνει εκεί ο χειμώνας) δείχνουν ότι η γρίπη των χοίρων είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, αλλά όχι ιδιαίτερα θανατηφόρος. Για παράδειγμα, οι αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας εκτιμούν  ότι ο χειμώνας θα τελειώσει με λιγότερους από 1.000 θανάτους από τη γρίπη των χοίρων-αριθμός μικρότερος από το συνήθη αριθμών θανάτων, 1.500 έως 3.000 άτομα, εξαιτίας της  εποχιακής γρίπης. Μεταξύ αυτών που έχασαν τη ζωή τους στις ΗΠΑ, ένα 70 τοις εκατό περίπου έπασχε από άλλη ασθένεια, όπως  εγκεφαλική παράλυση ή παθήσεις όπως, καρκίνος, άσθμα, AIDS, που κάνουν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους.

 

 

Οι επαγγελματίες του τομέα Δημόσιας υγείας θεωρούν το εμβόλιο της γρίπης σαν την αποτελεσματικότερη άμυνα κατά της πανδημίας-και μάλιστα, κατά οποιουδήποτε τύπου γρίπης- και η πίστη τους αυτή μοιάζει να είναι δικαιολογημένη. Τα εμβόλια που αναπτύχθηκαν στον 20ο αιώνα μείωσαν τα ποσοστά θνητότητας δώδεκα μολυσματικών ασθενειών, όπως η ευλογιά και η πολιομυελίτιδα, και ο εμβολιασμός έγινε ένα από τα πιο ισχυρά όπλα. Ο ιός  της γρίπης εντοπίστηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1930, και από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, οι ερευνητές είχαν παραξει  ένα εμβόλιο με το οποίο εμβολιάστηκαν οι στρατιώτες στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιμετώπισε σοβαρά την προώθηση εμβολίου γρίπης μετά την πανδημία γρίπης του 1957 και σήμερα, το εμβόλιο της γρίπης αποτελεί ένα πυλώνα της δημόσιας πολιτικής για την υγεία. Κάθε χρόνο στην Αμερική, εμβολιάζονται γύρω στα 100 εκατομμύρια πολίτες.

Όμως, ενώ με τα εμβόλια, ας πούμε, του κοκίτη και της πολιομυελίτιδα είναι βέβαιο ότι μειώθηκε δραματικά το ποσοστό θνητότητας από αυτές τις ασθένειες, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου της γρίπης είναι πολύ πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Η γρίπη πάει και έρχεται ανάλογα με τις εποχές, και πολλές φορές δεν σκοτώνει ανθρώπους άμεσα, αλλά, αντίθετα, συμβάλλει στο θάνατο τους, καθιστώντας τον οργανισμό τους πιο επιρρεπή σε δευτερογενείς λοιμώξεις όπως η πνευμονία ή βρογχίτιδα. Για αυτό και οι ερευνητές όταν μελετούν την επίδραση του εμβολιασμού κατά της γρίπης εξετάζουν συνήθως τους θανάτους από όλες τις αιτίες  στη διάρκεια της περιόδου γρίπης, και συγκρίνουν τον εμβολιασμένο με τον μη εμβολιασμένο πληθυσμό.

Αυτές οι συγκρίσεις έδειξαν ότι υπάρχει μια δραματική διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των δύο ομάδων. Διαπιστώθηκε λοιπόν, ότι όσοι εμβολιάζονται  το φθινόπωρο έχουν περίπου τις μισές πιθανότητες να πεθάνουν το χειμώνα-από οποιαδήποτε αιτία-όσες ακριβώς και τα άτομα που δεν έχουν εμβολιασθεί. Κάντε λοιπόν, το εμβόλιο γρίπης κάθε χρόνο, αυτό συστήνει η βιβλιογραφία, και έτσι θα μειωθούν σημαντικά οι πιθανότητες να πεθάνετε την περίοδο γρίπης.

Κατά τη γνώμη, όμως, πολλών σκεπτικιστών, ο ισχυρισμός αυτός είναι διάτρητος. Η γρίπη προκαλεί  μια μικρή μόνο μειοψηφία θανάτων στις ΗΠΑ, ακόμη και μεταξύ των ηλικιωμένων, ακόμη και αν προστεθεί στον αριθμό των θανάτων εκείνοι για τους οποίους η γρίπη έχει έμμεση συμβολή. Όταν ερευνητές από το Εθνικό Ίδρυμα  Αλλεργιών και Μολυσματικών Ασθενειών ( National Institute of Allergy and Infectious Diseases) περιέλαβαν όλους τους θανάτους από αρρώστιες που η γρίπη τις επιβαρύνει, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, και η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, τότε διαπίστωσαν ότι η γρίπη, ευθύνεται το πολύ για το 10 τοις εκατό των θανάτων μεταξύ των ηλικιωμένων κατά η χειμερινή περίοδο. Πώς γίνεται λοιπόν να μειώνει το εμβόλιο της γρίπης, το συνολικό αριθμό των θανάτων κατά 50%; Ο Τόμας Τζέφερσον, ιατρός επιδημιολόγος με ειδικότητα τη γρίπη, με έδρα τη Ρώμη, και επικεφαλής του τομέα εμβολιασμού του Cochrane Collaboration, ενός διεθνούς δικτύου ερευνητών παγκοσμίου κύρους, που αξιολογεί συστηματικά δημοσιοποιημένες ιατρικές πρακτικές και επιδημιολογικές μελέτες, λέει: «Για να μπορεί ένα εμβόλιο να μειώνει τη θνησιμότητα από 50%  έως και 90% σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, αυτό σημαίνει ότι δεν προλαμβάνει μόνο τους θανάτους από γρίπη, αλλά και  από πτώσεις, από πυρκαγιές, ανακοπές, εγκεφαλικά επεισόδια και αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Αυτό δεν είναι εμβόλιο, είναι ένα θαύμα»

Η εκτίμηση για  μείωση της θνησιμότητας κατά 50 τοις εκατό βασίζεται σε «προοπτική μελέτη (
cohort studies,μελέτη κοορτής, προοπτική μελέτη) », η οποία συγκρίνει ποσοστά θνητότητας σε μεγάλες ομάδες ανθρώπων, ή κοόρτες, που επιλέγουν να εμβολιαστούν, με τα ποσοστά θανάτου σε ομάδες που δεν έχουν εμβολιασθεί. Αλλά οι άνθρωποι που επιλέγουν να εμβολιασθούν μπορεί να διαφέρουν σε πολλά από όσους δεν το επιλέγουν-και αυτές οι διαφορές μπορούν να επηρεάσουν την πιθανότητα θανάτου την περίοδο έξαρσης της γρίπης. Η μόρφωση, ο τρόπος διαβίωσης, το εισόδημα, και πολλοί άλλοι παράγοντες που «μπερδεύουν» τα πράγματα μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο, και επομένως, αυτού του είδους οι μελέτες όπως γνωρίζουμε έχουν την τάση να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Όταν οι ερευνητές προχωρούν σε αναλυτική επεξεργασία των δεδομένων, προσπαθούν να αγνοήσουν  όλες εκείνες τις  μεταβλητές που μπορεί να οδηγήσουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα, αλλά, όπως παρατηρεί ο Τζέφερσον, «μπορείς να προσαρμόσεις τους  παράγοντες που γνωρίζεις, όχι όμως και αυτούς που δεν γνωρίζεις»  και οι ερευνητές δεν μπορούν πάντα να προβλέψουν ποιοι παράγοντες είναι πιο σημαντικοί αν ένας ασθενής πεθάνει από τη γρίπη. Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να τους ξεφύγει κάποιος κρίσιμος συγχυτικός παράγοντας (confounder factor), ο οποίος καθιστά τα αποτελέσματα της έρευνας εντελώς λανθασμένα.

Όταν η γιατρός
Lisa Jackson, καθηγήτρια ερευνήτρια στο τμήμα επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστήμιου της Ουάσιγκτον και ανώτερος ερευνητής της Ομάδας Health Research Center, στο Σιάτλ, άρχισε να αναρωτιέται μεγαλόφωνα μήπως  κάτι δεν πάει καλά με την εκτίμηση για μείωση της θνησιμότητας κατά 50 % στους ανθρώπους που εμβολιάζονται με το  εμβόλιο της γρίπης, η απάντηση που πήρε έμοιαζε περισσότερο με δόγμα παρά με επιστημονική απάντηση. «Μου είπαν “Δεν μπορεί να προκύψει τίποτα καλό από μια τέτοια ερώτηση. Μπορεί να έχεις προβλήματα επαγγελματικά με τον τόνο της  κριτικής σου που θα μπορούσε να αποτρέψει τους ανθρώπους να εμβολιασθούν, γιατί φυσικά  “Είναι γνωστό ότι το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό”. Αυτή ήταν η επικρατούσα άποψη».

Παρ 'όλα αυτά, το 2004, η
Jackson μαζί με τρεις συναδέλφους της ξεκίνησαν να ερευνούν μήπως η διαφορά θνησιμότητας μεταξύ εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων θα μπορούσε να έχει προκληθεί από ένα φαινόμενο γνωστό ως «επίδραση του υγιούς  χρήστη». Υπέθεσαν ότι κατά μέσο όρο, τα άτομα που εμβολιάστηκαν ήταν απλά πιο υγιή  από εκείνα που δεν είχαν, οπότε είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνουν βραχυπρόθεσμα. Όσοι δεν είχαν εμβολιαστεί μπορεί να ήταν κλινήρεις ή τόσο άρρωστοι που δεν κατάφεραν να πάνε να εμβολιαστούν. Μπορεί επίσης να είχαν υποκύψει από γρίπη ή οποιαδήποτε άλλη ασθένεια, επειδή κατά κανόνα είναι γηραιότεροι και αρρωσταίνουν πιο βαριά. Για να ελέγξουν τη διδακτορική τους εργασία, η Τζάκσον και οι συνάδελφοί της ανέτρεξαν συστηματικά και λεπτομερώς σε  ιατρικά δεδομένα  οκτώ χρόνων που αφορούσαν πάνω από 72.000 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Είδαν ποιος είχε εμβολιαστεί με το αντιγριπικό εμβόλιο και ποιος δεν είχε. Στη συνέχεια ερεύνησαν ποιας ομάδας τα μέλη είχαν περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από οποιαδήποτε άλλη αιτία, εκτός περιόδου γρίπης.

Τα ευρήματα της Τζάκσον έδειξαν ότι εκτός περιόδου γρίπης, ο κίνδυνος  να πεθάνουν τα  άτομα που δεν είχαν εμβολιασθεί ήταν περίπου 60 τοις εκατό υψηλότερος από ό, τι μεταξύ όσων είχαν εμβολιασθεί, ενισχύοντας έτσι την υπόθεση ότι κατά μέσο όρο, το εμβόλιο επέλεξαν να το κάνουν άνθρωποι υγιείς, ενώ οι «ευπαθείς οργανισμοί, οι ηλικιωμένοι» δεν το επέλεξαν ή δεν μπορούσαν. Στην πραγματικότητα, το λεγόμενο σφάλμα υγιούς χρήστη (
the healthy user bias) εξηγούσε το συνολικό όφελος που άλλοι ερευνητές αποδίδουν στο εμβόλιο γρίπης, γεγονός που υποδηλώνει ότι το ίδιο το εμβόλιο δεν μπορεί να μειώσει τη θνησιμότητα σε καμία περίπτωση. Η έρευνα της Τζάκσον «είναι εξαιρετική», λέει ο Lone Simonsen, καθηγητής της παγκόσμιας υγείας στο Πανεπιστήμιο George Washington, στην Ουάσιγκτον, και διεθνώς αναγνωρισμένος επιστήμονας με ειδικότητα  τη γρίπη και τα επιδημιολογικά εμβόλια: «Πρόκειται για μία μελέτη που ακολουθεί όλα τα κλασικά στάνταρντ  της επιδημιολογίας, και έχει γίνει με ιδιαίτερη προσοχή»

Τα αποτελέσματα ήταν τόσο απρόσμενα ώστε πολλοί ειδικοί απλά αρνήθηκαν να τα πιστέψουν. Τα κορυφαία ιατρικά περιοδικά αρνήθηκαν να την δημοσιεύσουν. Ένας ειδικός στη γρίπη που έκρινε τις εργασίες της για την Εφημερίδα της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας (
Journal of the American Medical Association), έγραψε:« Αν αποδεχθούμε αυτά τα συμπεράσματα θα είναι σαν να δεχόμαστε ότι η γη είναι επίπεδη!». Όταν δημοσιεύτηκαν τελικά οι εργασίες της το 2006, στο λιγότερο προβεβλημένο International Journal of Epidemiology,αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους γιατρούς και τη στελέχη δημόσιας υγείας. «Η απάντηση που πήρα», λέει η Τζάκσον, «δεν ήταν η αρμόζουσα».

 

 Η ιστορία του εμβολιασμού κατά της γρίπης δείχνει ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι που πρέπει να μας κάνουν να αμφιβάλλουμε όταν ακούμε ότι μειώνει δραματικά τη θνησιμότητα. Το 2004, για παράδειγμα, η παραγωγή εμβολίων έπεσε αρκετά και είχαμε μία πτώση κατά 40 τοις εκατό των ποσοστών ανοσοποίησης. Παρ’ όλα αυτά, η θνησιμότητα δεν αυξήθηκε. Επιπλέον, όσον αφορά το εμβόλιο, το 1968 και το 1997 παρατηρήθηκαν «αναντιστοιχίες»: και τα δύο έτη, το εμβόλιο που είχε παραχθεί το καλοκαίρι προστάτευε από ένα σύνολο ιών, αλλά το χειμώνα, οι ιοί της γρίπης ήταν άλλοι. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, κανείς δεν ήταν εμβολιασμένος. Ωστόσο, τα ποσοστά θανάτων από όλες τις αιτίες, συμπεριλαμβανομένης της γρίπης και τις διάφορες ασθένειες που μπορεί να επιδεινώσει, παρέμειναν τα ίδια. Ο Sumit Majumdar, γιατρός και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Αλμπέρτα, στον Καναδά, κάνει μια άλλη ιστορική παρατήρηση: η αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού των ηλικιωμένων τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεν συνέπεσε με τη μείωση του συνολικού ποσοστού θνησιμότητας. Το 1989, μόνο το 15 τοις εκατό των ατόμων άνω των 65 στις ΗΠΑ και τον Καναδά είχαν εμβολιαστεί κατά της γρίπης. Σήμερα, περισσότερο από το 65 τοις εκατό είναι ανοσοποιημένο. Ωστόσο, το ποσοστό θανάτων μεταξύ των ηλικιωμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου της γρίπης έχει αυξηθεί αντί να μειωθεί.

Οι υπέρμαχοι του εμβολίου χαρακτηρίζουν την τελευταία παρατήρηση του
Majumdar «οικολογική πλάνη», γιατί αποτυγχάνει, κατά τη γνώμη τους, να αντιμετωπίσει τις αλλαγές στο ευρύτερο περιβάλλον που θα μπορούσαν να αυξήσουν τα ποσοστά θνησιμότητας μελλοντικά-και η αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού συνέβαλε, κατά τη γνώμη τους, στο να κρατηθεί υπό έλεγχο η θνησιμότητα. Οι υποστηρικτές του εμβολιασμού υποστηρίζουν, για παράδειγμα, ότι οι ιοί της γρίπης μπορεί να έγιναν πιο μεταδοτικοί με την πάροδο του χρόνου, και έτσι να νοσήσει  μεγαλύτερος αριθμός ηλικιωμένων, μαζί με αυτούς και ορισμένοι που έχουν ήδη εμβολιαστεί. Ή μπορεί οι ιοί να γίνονται όλο και πιο θανατηφόροι. Ή μπορεί οι ηλικιωμένοι να έχουν μικρότερη ανοσία στη γρίπη από ό, τι παλιότερα, αφού, για παράδειγμα, οι διατροφικές τους συνήθειες  έχουν αλλάξει.

Ή μπορεί το εμβόλιο να μην προστατεύει καθόλου τους ηλικιωμένους από το θάνατο. Φυσικά, αυτή είναι μια δυνατότητα που οι οπαδοί του εμβολίου δεν θα την εξετάσουν. Η
Nancy Cox, υπεύθυνη για τη γρίπη των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) είναι  κατηγορηματική, «Το εμβόλιο της γρίπης είναι ο καλύτερος τρόπος για την προστασία κατά της γρίπης».Ο γιατρός Anthony Fauci, διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος  Αλλεργίας και Μολυσματικών Ασθενειών, όπου μεγάλο μέρος της βασικής μελέτης του εμβολίου  της γρίπης έχει εκπονηθεί, λέει, «δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ως ένα βαθμό προστατεύει. Για να το πω διαφορετικά αυτή είναι η άποψη της μειοψηφίας»

Ο
Majumdar λέει, «Διαφωνούμε με τον ισχυρισμό ότι με το εμβόλιο έχουμε μείωση της θνησιμότητας κατά 50 τοις εκατό» και όταν οι ερευνητές εντοπίζουν προβλήματα στα αποδεικτικά στοιχεία λέει: «οι άνθρωποι τα βάζουν με το ιερατείο».

Ο  πιο δηλωμένος -και χωρίς αμφιβολία ο πιο σφοδρός επικριτής του «ευαγγελίου» του εμβολίου κατά της γρίπης είναι ο Τζέφερσον του
Cochrane Collaboration, επιδημιολόγος, με σπουδές στο φημισμένο London School of Hygiene and Tropical Medicine,που για την Lisa Jackson, κάνει τους άλλους σκεπτικιστές να φαίνονται συντηρητικοί μπροστά του. «Στους συναδέλφους του ερευνητές  της γρίπης, η παρρησία του Τζέφερσον τον έχει καταστήσει κάτι σαν παρία. Στο συνέδριο του 2007 για την ανάγκη εκπόνησης σχεδίου ετοιμότητας σε περίπτωση πανδημίας, που έγινε σε ξενοδοχείο στην Βηθεσδά, του Μέρυλαντ, ο Τζέφερσον, που είχε κληθεί να μιλήσει στο συνέδριο, απομονώθηκε από τους συναδέλφους . Καθόταν, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου μόνος του, ενώ γύρω του οι  άλλοι επιστήμονες συζητούσαν μεταξύ τους φιλικά σε άλλα τραπέζια. Μια τέτοια  όμως μεταχείριση τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Ως ιατρός των Ηνωμένων Εθνών το 1992, κατά  την πολιορκία του Σεράγεβο, ο ίδιος με άλλους κυανόκρανους συνελήφθηκε  και κρατήθηκε για περισσότερο από ένα μήνα από ένοπλους.

«Ο Τομ Τζέφερσον άναψε τα αίματα όταν είπε : « Εδώ είναι οι αποδείξεις: Η συμβολή του εμβολίου είναι μηδαμινή», λέει ο
Majumdar. «Οι αντιδράσεις των άλλων ήταν τόσο δογματικές, μέχρι και υστερικές όπως όταν κλέβεις  ένα παιχνίδι από ένα μωρό παιδί». Όμως, ενώ σε άλλους ερευνητές μπορεί να μην άρεσαν τα όσα είπε ο Τζέφερσον, ωστόσο δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αγνοήσουν το γεγονός ότι αυτός γνωρίζει τη βιβλιογραφία του εμβολίου της  γρίπης καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον στον πλανήτη. Είναι επικεφαλής  μιας διεθνούς ομάδας ερευνητών που έχουν συγγράψει εκατοντάδες μελέτες για το εμβόλιο γρίπης. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελετών ήταν βαθιά εσφαλμένη, λέει ο Τζέφερσον. «Αν πούμε ότι ήταν απαράδεκτες δεν είναι σίγουρα ένας επιστημονικός όρος, νομίζω όμως ότι είναι κάτι που ισχύει». Τέσσερις μόνο μελέτες είχαν σχεδιαστεί σωστά για να στηρίξουν την αποτελεσματικότητα του εμβολίου γρίπης, λέει, και δύο από αυτές έδειξαν ότι μπορεί να είναι αποτελεσματικό για ορισμένες ομάδες ασθενών, όπως τα παιδιά σχολικής ηλικίας που δεν έχουν άλλα προβλήματα υγείας όπως π.χ. άσθμα. Οι άλλες δύο έδειξαν διφορούμενα αποτελέσματα ή ότι δεν ωφελεί καθόλου.

Οι ερευνητές της γρίπης πιστεύουν ότι  εμβόλιο είναι πιο αποτελεσματικό από ότι δείχνουν τα στοιχεία, και αυτό εν μέρει, λέει ο Τζέφερσον, λόγω της ασάφειας των στατιστικών. Ο μόνος τρόπος να διαγνώσω αν κάποιος έχει γρίπη και όχι παραγρίπη -είναι εισάγοντας   μια μπατονέτα(
Q-tip) στο λαιμό ή τη μύτη του ασθενούς και κάνοντας ένα τεστ, το οποίο, απλά, δεν γίνεται συχνά και κανείς πραγματικά δεν έχει ερευνήσει πόσοι από τους θανάτους που ευθύνονται για την γρίπη τους προκάλεσε στην πραγματικότητα ένας ιός της γρίπης, αφού λίγοι από αυτούς έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά. «Ήμουν οικογενειακός γιατρός », λέει ο Τζέφερσον, «και ποτέ δεν έχω δει έναν ασθενή να καταφτάνει στο ιατρείο μου και να γράφει στο κούτελο του H1N1. Όταν ένα ηλικιωμένο άτομο πεθαίνει από αναπνευστική ανεπάρκεια μετά από μία παραγρίπη, σχεδόν πάντα λένε ότι έχει πεθάνει από γρίπη».

Υπάρχει και ένας άλλος λόγος που οι ερευνητές της γρίπης μπορεί να θεωρούν το εμβόλιο της γρίπη αποτελεσματικό, λέει ο Τζέφερσον. Όλα τα εμβόλια λειτουργούν εισάγοντας μια δόση νεκρού ή εξασθενημένο ιού ή βακτηρίου, που ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να παραχθούν αντισώματα. Αν, αργότερα, ένα άτομο προσβληθεί από τον πραγματικό ιό, ο οργανισμός του είναι ήδη έτοιμος να αντιμετωπίσει το μικρόβιο με επιτυχία ή να απαλλαγεί από αυτό μετά από μία ήπια νόσο. Οι ερευνητές αρκετές φορές χρησιμοποιούν την απόκριση των αντισωμάτων ως ένα τρόπο μέτρησης της αποτελεσματικότητας του εμβολίου, με βάση την υπόθεση ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων στο αίμα των ανθρώπων που είναι εμβολιασμένα συνιστούν μια καλή πρόγνωση, αν και ατελή, για το πόσο καλά μπορούν να αντιμετωπίσουν την λοίμωξη.

Ο συλλογισμός αυτός έχει κάποια βάση. Δυστυχώς όμως, το ανοσοποιητικό σύστημα των  ανθρώπων που έχουν ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας από τη γρίπη έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες  να ανταποκριθεί στο εμβόλιο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των νέων και υγειών ανθρώπων αντιδρά εξαιρετικά στο εμβόλιο της εποχικής γρίπης, και η απόκριση τους μειώνει τις πιθανότητές να νοσήσουν από γρίπη και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, σε περίπτωση που νοσήσουν. Ομως δεν είναι αυτοί  που πεθαίνουν από την εποχική γρίπη. Αντίθετα, οι ηλικιωμένοι, κυρίως μετά τα 70, δεν έχουν καλή ανοσολογική απόκριση στο εμβόλιο-και είναι αυτοί που πεθαίνουν περισσότερο  από τη γρίπη. (Βρέφη με σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως λευχαιμία και εκ γενετής ασθένειες των πνευμόνων, όπως και άτομα με επισφαλές ανοσοποιητικό σύστημα-από το
AIDS, ή το διαβήτη, ή τη θεραπεία του καρκίνου, είναι οι υπόλοιποι. Από τις 8 Αυγούστου, επιβεβαιώθηκαν μόνο 36 θάνατοι παιδιών από γρίπη των χοίρων στις ΗΠΑ, και η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών αυτών αντιμετώπιζαν πολλαπλά, σοβαρά προβλήματα υγείας.)

Κατά την άποψη του Τζέφερσον, πρόκειται για ένα γρίφο: Είναι απαραίτητο το εμβόλιο σ’ αυτούς στους οποίους φέρνει αποτελέσματα, δηλαδή τους νέους και τους υγιείς; Από την άλλη, είναι αποτελεσματικό σε αυτούς που φαίνεται ότι το χρειάζονται, δηλαδή στους ηλικιωμένους, τα πολύ μικρά παιδιά, και τους εξασθενημένους οργανισμούς; Τα ερωτήματα αυτά καταλήγουν στην πλέον αμφιλεγόμενη πλευρά της έρευνας του Τζέφερσον: στην πρόταση του για μελέτες με ελεγχόμενο εικονικό φάρμακο, τα μισά τεστ δηλαδή να γίνονται με το εμβόλιο  και τα άλλα μισά με εικονικό εμβόλιο, ή εικονικό φάρμακο(πλασέμπο). Μόνο τόσο μεγάλα, και σωστά οργανωμένα, τυχαιοποιημένα τεστ μπορούν στην πραγματικότητα να δείξουν με ακρίβεια πόσο είναι αποτελεσματικό το εμβόλιο, και σε ποιους.

Στον κόσμο του εμβολίου γρίπης, η πρόταση του Τζέφερσον για ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες θεωρείται τόσο ριζοσπαστική που μέχρι και κάποιοι από το στρατόπεδο των σκεπτικιστών συναδέλφων του έχουν αντιρρήσεις. Ο ερευνητής από την Οτάβα του Καναδά,
Majumdar, πιστεύει ότι οι ενδείξεις για τη θετική συμβολή του εμβολίου στα παιδιά  είναι εδραιωμένες και ότι τα στελέχη της δημόσιας υγείας θα πρέπει να προστατεύσουν τους πρεσβυτέρους ανοσοποιώντας τα παιδιά, τους εργαζόμενους του τομέα υγείας, και τους ανθρώπους του περιβάλλοντος τους, ώστε να μειωθεί η εξάπλωση της γρίπης. Η Lone Simonsen εξηγεί την επικρατούσα άποψη: «Θεωρείται ανήθικο να κάνουμε δοκιμές σε πληθυσμούς στους οποίους  συνιστάται ο εμβολιασμός», μια στάση που συμμερίζονται όλοι, από τη Nancy Cox του CDC μέχρι τον Anthony Fauci του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας( NIH). Πιστεύουν ότι η αποτελεσματικότητα  του εμβολίου αυτού έχει αποδειχθεί και ότι ένα εικονικό εμβόλιο θα εξέθετε τους εθελοντές στον κίνδυνο να νοσήσουν σοβαρά από γρίπη κάτι που είναι περιττό. Σε τηλεφωνική του συνέντευξη, ο Fauci αρχικά ήταν της άποψης ότι το τεστ με εικονικό φάρμακο στους ηλικιωμένους μπορεί να είναι αποδεκτό, αργότερα όμως την ανακάλεσε, λέγοντας ότι ένα τέτοιο τεστ «θα ήταν ανήθικο». Ο Τζέφερσον θεωρεί αυτή την άποψη σχεδόν αντιδραστική : «Τι κάνουμε όταν δεν είμαστε βέβαιοι αν όχι δοκιμές;» «Έχουμε καλλιεργήσει προκαταλήψεις, ακολουθούμε πολιτικές με  βάση τις αντιλήψεις των πολιτών όσον αφορά την ανεπάρκεια των επιστημονικών στοιχείων. Το πιο ανήθικο θα ήταν να συνεχίσουμε κάνοντας  business as usual».

 

Λίγο μετά τις 6 μ.μ. ένα ζεστό απόγευμα της Παρασκευής, του Ιούλιου, ο Δρ Ντέιβιντ Νιούμαν έχει μόνο μερικά λεπτά από τη 10ωρη βάρδια του στην αίθουσα επειγόντων  περιστατικών του Νοσοκομείου του Αγίου Λουκά στη Νέα Υόρκη, και έχει κι όλας αναλάβει την ευθύνη για 11 ασθενείς. Ο νεαρός Ιταλός τουρίστας που βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι μπροστά του έχει μηνιγγίτιδα, και μέσω διερμηνέα, ο Newman του εξηγεί ότι είναι περίπου σίγουρο έχει προσβληθεί από την ιογενή μορφή της νόσου, η οποία δεν θα έχει πάνω του καμία σοβαρότερη επίπτωση από το να τον κάνει να νιώθει  άρρωστος για λίγες μέρες. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα, λέει ο Newman, η ασθένεια να προκαλείται ένα μικρόβιο, που μπορεί να είναι θανατηφόρο, αλλά είναι σχεδόν θετικό ότι δεν είναι αυτό που έχει ο τουρίστας. Λέει λοιπόν στον ασθενή του, « δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα 100 τοις εκατό ότι δεν έχετε προσβληθεί από αυτό, αλλά αν το έκανα, θα αρχίσετε  να αισθάνεστε  χειρότερα και τότε θα πρέπει να επανέλθουμε».  Ο τουρίστας, ακούγοντας ότι θα μπορούσε να έχει προσβληθεί από μια δυνητικά θανατηφόρα ασθένεια, ομολογεί ότι ανησυχεί πολύ περισσότερο για μια άλλη ασθένεια: τη γρίπη των χοίρων. Ο Newman χαμογελά  υπομονετικά. «Καλά θα ήταν αν είχατε τη γρίπη των χοίρων», λέει. «Μπροστά στη  βακτηριακή μηνιγγίτιδα, η γρίπη των χοίρων δεν είναι τίποτα».

Στα τέλη της περασμένης άνοιξης, καθώς οι τίτλοι  ειδήσεων εφημερίδων, τηλεοράσεων και ραδιοφώνων προειδοποιούσαν για την πιθανότητα μιας πανδημίας, ασθενείς όπως αυτός του
Newman άρχισαν να γεμίζουν τις αίθουσες έκτακτων  περιστατικών σε ολόκληρη τη χώρα, ένα φτέρνισμα, κάποιος βήχας, ένα  κύμα ανθρώπων επηρεασμένοι ο ένας από τον άλλο, που, πιο πολύ ανησυχούσε παρά  ήταν άρρωστος στην πραγματικότητα, αλλά που η παρουσία του και μόνο στην αίθουσα έκτακτων  περιστατικών έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή άλλων. «Οι μελέτες δείχνουν πως όταν υπάρχει συνωστισμός στο τμήμα έκτακτων περιστατικών, η θνησιμότητα ανεβαίνει, επειδή οι ασθενείς που πράγματι χρειάζονται άμεση προσοχή, δεν μπορούν να την έχουν», λέει ο Newman, διευθυντής κλινικής έρευνας στο Τμήμα Επείγουσας Ιατρικής στο νοσοκομείο, που συνδέεται με το Πανεπιστήμιο Columbia. Κατά μέσο όρο ανά έτος, το τμήμα  επειγόντων περιστατικών στον Άγιο  Λουκά, ένα μεγάλο νοσοκομείο 1076 κλινών, δέχεται 110.000 ασθενείς, περίπου 300 την ημέρα. Στην κορύφωση της γρίπης των χοίρων το καλοκαίρι, ο αριθμός αυτός διπλασιάστηκε. Η συντριπτική πλειοψηφία των πανικόβλητων ασθενών, που πέρασαν την πόρτα του Αγίου Λουκά και άλλων υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης δεν είχαν στην πραγματικότητα τον ιό, και όσοι είχαν προσβληθεί, οι περισσότεροι δεν ήταν τόσο άρρωστοι ώστε να χρειάζονται νοσηλεία.  Ετσι, λέει ο Newman, όταν ακόμη και ασθενείς με ήπια συμπτώματα γρίπης έρχονται στο νοσοκομείο, αυξάνεται κατά πολύ η εξάπλωση του ιού, μόνο και μόνο επειδή θα φταρνιστούν και θα βήξουν σε χώρους γεμάτους με άλλους ανθρώπους.

Πολλοί από τους τρομοκρατημένους ασθενείς προσέρχονται στον Άγιο  Λουκά και σε άλλα νοσοκομεία ζητώντας  αντιιικά. Η
CDC συνιστά τη χορήγηση  δύο φαρμάκων κατά του H1N1: Το oseltamivir και το zanamivir, περισσότερο γνωστά  με την εμπορική τους ονομασία,  Tamiflu και Relenza, που αποτελούν από κοινού τον δεύτερο πυλώνα, από κυβερνητικής πλευράς, της στρατηγικής αντιμετώπισης της πανδημίας γρίπης. Οι επαγγελματίες του τομέα Δημόσιας υγείας σε κρατικό και τοπικό επίπεδο συστήνουν και αυτοί τη χορήγηση αυτών των φαρμάκων. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του παραρτήματος του Υπουργείο Υγείας της Νέας Υόρκης, λέει ο Newman, «μας ενθαρρύνουν να τα χορηγούμε σε κάθε ασθενή που έχει συνάχι, μια πρακτική που ορισμένοι ειδικοί ανησυχούν ότι γρήγορα θα οδηγήσει σε αύξηση της ανθεκτικότητας  του ιού.

Και αυτό έχει ήδη γίνει. Ο
Daniel Janies, αναπληρωτής καθηγητής βιοϊατρικής πληροφορικής στο Ohio State University, ανιχνεύει τις γενετικές μεταλλάξεις  που επιτρέπουν στον ιό της γρίπης να αναπτύξει μεγαλύτερη αντίσταση στα φάρμακα. Η γρίπη μπορεί να αναπτύξει αντοχές στο Tamiflu σε λίγες ημέρες, λέει. Τη λήψη φαρμάκων στα πρώτα στάδια της πανδημίας, όταν η H1N1 δεν ήταν παρά μια ελάχιστη απειλή για τη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών, την θεωρεί «κοντόφθαλμη». Δείγματα του H1N1 που πάρθηκαν στα μέσα του καλοκαιριού εμφάνισαν αντοχή στην καλλιέργεια, αυξάνοντας έτσι τις  πιθανότητες στα τέλη του φθινοπώρου, πολλοί άνθρωποι να μολυνθούν από ένα ανθεκτικότερο στέλεχος της γρίπης των χοίρων. Ανησυχώντας με αυτή την προοπτική, ο Παγκόσμιος Οργανισμός  Υγείας εξέδωσε μια προειδοποίηση στις 21 Αυγούστου, συνιστώντας τη χρήση Tamiflu και Relenza μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις και σε ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για σοβαρές επιπλοκές. Μέχρι τα μέσα Αυγούστου, δύο ασθενείς από τη γρίπη των χοίρων στις ΗΠΑ είχαν αναπτύξει στελέχη ανθεκτικά στο Tamiflu.

Οι ΗΠΑ ήταν οι πρώτες που ξεκίνησαν να αποθηκεύουν το
Tamiflu και το Relenza από το 2005, στον απόηχο της ανησυχίας της γρίπης των πτηνών με εστία της τη Νοτιοανατολική Ασία, μια πολύ πιο θανατηφόρα μορφή της νόσου, που θα μπορούσε  να μεταδοθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Την 1 Νοεμβρίου 2005, ο Πρόεδρος George W. Bush χαρακτήρισε την πανδημία γρίπης «κίνδυνο για την πατρίδα» και ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει 1 δις  δολάρια για την παραγωγή και αποθήκευση αντιιικών φαρμάκων. Αυτό έγινε αφού το Κογκρέσο είχε ήδη εγκρίνει 1.8 δισεκατομμύρια για την αγορά Tamiflu για το στρατό, μια απόφαση που είχε παρθεί στη διάρκεια της θητείας του υπουργού Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ. (Πριν την είσοδο του στην κυβέρνηση  Μπους, ο Ράμσφελντ ήταν για τέσσερα χρόνια πρόεδρος της Gilead Sciences, της εταιρείας που κατέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το Tamiflu, και είχε εκατομμύρια δολάρια σε μετοχές της εταιρείας. Σύμφωνα με την Roll Call, μια ηλεκτρονική εφημερίδα που καλύπτει τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, ο Ράμσφελντ λέει ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος για κάθε κυβερνητική απόφαση που είχε να κάνει με το Tamiflu. Πάντως, τιμή της μετοχής της Gilead αυξήθηκε πάνω από 50 τοις εκατό το 2005, όταν ανακοινώθηκε το σχέδιο της κυβέρνησης.)

Όπως συνέβη και με τα εμβόλια, έτσι και τα επιστημονικά στοιχεία για το
Tamiflu και Relenza προκαλούν, στην καλύτερη περίπτωση, ερωτηματικά. Από τον ιστότοπο της,η  CDC πληροφορεί τους αναγνώστες ότι τα αντιιικά  φάρμακα μπορούν «να σας κάνουν να αισθάνεστε καλύτερα πιο γρήγορα». Αλήθεια είναι, αλλά όχι και τόσο. Κατά μέσο όρο, το Tamiflu (που αντιπροσωπεύει το 85 με 90 τοις εκατό της αγοράς αντιιικών φαρμάκων για τη γρίπη) μειώνει την διάρκεια των συμπτωμάτων γρίπης κατά 24 ώρες στα υγιή άτομα. Με αντάλλαγμα μία ελαφρώς μικρότερη περίοδο ασθένειας, ένα στα πέντε άτομα που θα πάρει το Tamiflu θα βιώσει ναυτία και τάση για έμετο. Ενα στα πέντε παιδιά,περίπου θα έχει νευροψυχιατρικές παρενέργειες, και, ενδεχομένως, άγχος και αυτοκτονική συμπεριφορά. Στην Ιαπωνία, όπου το Tamiflu συνταγογραφείται αφειδώς, το φάρμακο μπορεί να ευθύνεται για 50 θανάτους από καρδιοαναπνευστική ανακοπή, από το 2001 έως το 2007, σύμφωνα με τον Rokuro Hama, τον πρόεδρο του  Ινστιτούτου φαρμακοεπαγρύπνησης της Ιαπωνίας.

Τέτοιες παρενέργειες μπορεί και να αξίζουν το ρίσκο αν τα  αντιιικά αντιμετώπιζαν με επιτυχία σοβαρές επιπλοκές της γρίπης, όπως η πνευμονία, τη νοσηλεία σε νοσοκομείο και το θάνατο. Η
Roche Laboratories, η εταιρεία που έχει την άδεια παραγωγής και εμπορίας του Tamiflu, ισχυρίζεται ότι το φάρμακο κάνει ακριβώς αυτό. Σε δύο δελτία τύπου το Σεπτέμβρη του 2006, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι, « το Tamiflu μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου από γρίπη: Νέα στοιχεία δείχνουν ότι η θεραπεία συσχετίστηκε με περισσότερο από τα δύο τρίτα της μείωσης του αριθμού των θανάτων», και ότι «Τα παιδιά με γρίπη έχουν 53 τοις εκατό λιγότερες πιθανότητες να πάθουν πνευμονία όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με Tamiflu. «Για άλλη μια φορά η μελέτη κοορτής (ή μελέτη προοπτικής,το ίδιο είδος δυνητικά εσφαλμένης έρευνας που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το εμβόλιο γρίπης μειώνει τη θνησιμότητα κατά 50 τοις εκατό) βρίσκεται πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς. Το Tamiflu κοστίζει 10 δολάρια το χάπι. Οσοι το παίρνουν μπορεί να είναι ασφαλισμένοι και εύποροι, ή τουλάχιστον να ανήκουν στη μεσαία τάξη, ενώ  όσοι δεν το παίρνουν να μην είναι, και ένα μεγάλο μέρος των στοιχείων δείχνει ότι οι εύποροι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους φτωχούς όταν νοσήσουν από μια μεταδοτική ασθένεια, συμπεριλαμβανομένης της γρίπης.Το 2003 και το 2009, από ανάλυση τυχαιοποιημένων μελετών με ελεγχόμενο εικονικό φάρμακο διαπιστώθηκε ότι οι πληθυσμοί που μελετήθηκαν απλά δεν ήταν τόσο μεγάλοι ώστε να απαντηθεί το ερώτημα: το Tamiflu προλαμβάνει ή όχι την πνευμονία;

Μέχρι τα τέλη  Αυγούστου, στην ιστοσελίδα της εταιρείας στο διαδίκτυο υπήρχε η ακόλουθη δήλωση, που συντάχθηκε υπό την καθοδήγηση του αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (
FDA): «Το Tamiflu δεν έχει αποδειχθεί ότι συμβάλει θετικά σε πιθανές επιπλοκές (όπως νοσηλεία, θνησιμότητα, ή οικονομικού χαρακτήρα επιπτώσεις) της  εποχικής γρίπης, της γρίπης των πτηνών, ή την πανδημία γρίπης». Εκπρόσωπος του FDA δήλωνε πρόσφατα ότι ο οργανισμός αγνοεί τα στοιχεία που υποβάλλει η Roche και που θα μπορούσαν να στηρίζουν την ανακοίνωση της εταιρείας, του Σεπτεμβρίου  του 2006, ότι το φάρμακο μειώνει τους  θανάτους από γρίπη.

Γιατί, λοιπόν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει αποθηκεύσει εκατομμύρια δόσεις αντιιικών φαρμάκων, κόστους αρκετών δισεκατομμυρίων δολαρίων; Και γιατί ενθαρρύνονται οι γιατροί να συνταγογραφούν το φάρμακο σε μεγάλο αριθμό ασθενών, αφού δεν υπάρχουν  σαφείς αποδείξεις ότι το φάρμακα αυτό βοηθάει; Μια σύντομη απάντηση θα μπορούσε  να είναι ότι οι λειτουργοί δημόσιας υγείας αισθάνονται ότι πρέπει να προσφέρουν κάτι, και ότι αυτά τα φάρμακα είναι το μόνο που έχουν στη διάθεση τους. « Θα πρέπει να συμφωνήσω με τις κριτικές που ακούγονται ότι το ζήτημα με τα  αντιιικά δεν έχει κλείσει οριστικά», λέει ο
Fauci. «Αλλά [τα φάρμακα αυτά], είναι ό, τι καλύτερο διαθέτουμε». Η  Nancy Cox του CDC αναγνωρίζει και αυτή ότι η επιστήμη δεν είναι τόσο καλή όσο θα ήθελε να είναι, αλλά η κυβέρνηση εξακολουθεί να συνιστά τη χρήση τους. Και όπως συμβαίνει  και με τα εμβόλια, θεωρεί τις επιπλέον τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές των αντιιικών, «ανήθικες» και τις απορρίπτει.

Αυτή η περίεργη κατάσταση επικρατεί όσον αφορά τα δύο βασικά όπλα που διαθέτει η κυβέρνηση  για την αντιμετώπιση της πανδημίας γρίπης. Αρχικά, κυβερνητικοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι και τα εμβόλια και τα φάρμακα είναι αποτελεσματικά. Όταν όμως βρίσκονται μπροστά σε αποδεικτικά στοιχεία που τους διαψεύδουν, τότε οι υποστηριχτές αυτής της άποψης αναγνωρίζουν ότι η επιστήμη δεν είναι τόσο σίγουρη όσο θα θέλαμε να είναι. Στη συνέχεια, απαντώντας στις εκκλήσεις για ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, που θα μπορούσαν να δώσουν σαφή συμπεράσματα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οι υποστηρικτές των εμβολίων λένε ότι οι μελέτες αυτές θα στερούσαν από τους ασθενείς τα εμβόλια  και τα  φάρμακα που έχουν ήδη κριθεί ως αποτελεσματικά». Δεν μπορούμε να αφήσουμε τους ανθρώπους να πεθάνουν», μας λέει η
Cox.

Οι φοιτητές της ιστορίας της ιατρικής των ΗΠΑ, θα βρούνε αυτή τη διαδεδομένη λογική αρκετά οικεία: πρόκειται για ένα μόνιμα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην αμερικανική ιατρική, κάτι που, σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε θανατηφόρες συνέπειες. Το 1925, ο Σίνκλερ Λιούις στο βραβευμένο με το Βραβείο Πούλιτζερ βιβλίο του, Άροουσμιθ (που όμως αρνήθηκε να το παραλάβει) καυτηριάζει την ιατρική κουλτούρα που επέτρεψε στις δοξασίες και στα κέρδη να νοθεύσουν την επιστήμη. Βασισμένο στη ζωή και το έργο δύο υπαρκτών επιστημόνων,μικροβιολόγων, του
Paul de Kruif και του Jacques Loeb, ο Lewis αφηγείται την ιστορία του Μάρτιν Άροουσμιθ ενός γιατρού που επινοεί ένα νέο εμβόλιο στη διάρκεια ενός  θανατηφόρου κρούσματος βουβωνικής πανώλης. Αλλά όλες του οι προσπάθειές να δοκιμαστεί η αποτελεσματικότητα του εμβολίου τις ματαιώνει μια οργισμένη κοινότητα που θέλει απεγνωσμένα να πιστεύει ότι το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό, και ένα  διψασμένο για κέρδη ινστιτούτο που βάζει στην κυκλοφορία το εμβόλιο πρόωρα-ακυρώνοντας έτσι στην πράξη την παραπέρα μελέτη του εμβολίου.

Τα χρονικά της ιατρικής επιστήμης είναι γεμάτα από θεραπείες και δοκιμές που κατάληξαν σε ιατρικά δόγματα βασισμένα σε ελάχιστα στοιχεία, και που στη συνέχεια θεωρήθηκαν θέσφατα και πέρα από κάθε επιστημονική παραπέρα διερεύνηση. Στη δεκαετία του 1980 και του '90, για παράδειγμα, οι ειδικοί του καρκίνου ήταν πεισμένοι ότι η υψηλή δόση χημειοθεραπείας και η μεταμόσχευση του μυελού των οστών έδιναν περισσότερες ελπίδες στις γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, και πολλοί αρνήθηκαν να εγγράψουν τους ασθενείς τους σε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές που έγιναν για να δοκιμαστούν μοσχεύματα  αντί της συνήθους- και πολύ λιγότερο- τοξικής θεραπείας. Οι δοκιμές, όπως είπαν, ήταν ανήθικες, επειδή γνώριζαν ότι οι μεταμοσχεύσεις έφερναν αποτελέσματα. Όταν, το 1999 και το 2000, ολοκληρώθηκαν οι μελέτες, τότε  αποδείχθηκε ότι οι μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών οδηγούσαν τους ασθενείς στο θάνατο. Άλλο πρόσφατο παράδειγμα είναι και τα φάρμακα που σχετίζονται με το αναισθητικό  λιδοκαΐνη. Στη δεκαετία του 1970, οι γιατροί παρατήρησαν ότι τα φάρμακα αυτά φαίνεται ότι κάνουν την καρδιά να κτυπά ρυθμικά, οπότε άρχισαν να τα συνταγογραφούν σε ασθενείς που έπασχαν από καρδιακή αρρυθμία, υποθέτοντας ότι μια σωστή αποκατάσταση του ρυθμού, θα μείωνε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο ασθενής να πεθάνει. Διακεκριμένοι καρδιολόγοι επί χρόνια ήταν αντίθετοι με τις κλινικές δοκιμές των φαρμάκων, λέγοντας ότι θα ήταν λάθος να μην τα δώσουν  στους ασθενείς μίας ομάδας ελέγχου. Τα φάρμακα χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα επί  δύο δεκαετίες, μέχρι το 1989, όταν μία μελέτη χρηματοδοτημένη από την κυβέρνηση απέδειξε ότι οι ασθενείς που έπαιρναν το φάρμακο είχαν τρεισήμισι φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από όσες αυτοί που έπαιρναν εικονικό φάρμακο.

Δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα (ή μη) των εμβολίων και των αντιιικών φαρμάκων κατά τη διάρκεια της περιόδου γρίπης, αφού το τρόπος υπάρχει. Πάρτε μια ομάδα ανθρώπων που κινδυνεύουν να νοσήσουν από τη γρίπη, και εμβολιάστε τυχαία τους μισούς με το κανονικό  εμβόλιο και τους άλλους μισούς με το εικονικό. Στη συνέχεια υπολογίστε πόσοι νόσησαν από γρίπη από την κάθε ομάδα, πόσοι νόσησαν σοβαρά, ή πέθαναν. (Μια δοκιμή σχεδιασμένη με τον ίδιο τρόπο θα αρκούσε και για τα αντιικά.) Μπορεί να ακούγεται ψυχρό, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν, και σε ποιούς, το εμβόλιο λειτουργεί θετικά. Θα ήταν επίσης χρήσιμο να γνωρίζουμε αν εμβολιάζοντας τα υγιή άτομα-τα οποία μπορούν να ενεργοποιήσουν την ανοσολογική τους απόκριση  και χωρίς το εμβόλιο- προστατεύουμε τα πιο ευάλωτα άτομα του περιβάλλοντος τους. Για παράδειγμα, αν εμβολιασθούν οι αποκλειστικές νοσοκόμες που φροντίζουν ασθενείς στο σπίτι και τα υγιή παιδιά είναι πιθανόν να μειωθεί η εξάπλωση της γρίπης στους ηλικιωμένους και οι  διάφορες επιπλοκές του  ανοσοποιητικού. Ο προσδιορισμός της αποτελεσματικότητας της στρατηγικής αυτής μπορεί να είναι λίγο πιο περίπλοκος, αλλά όχι και αδύνατος.

Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, μας μένουν μόνο δύο δυνατότητες. Η μία είναι ότι το εμβόλιο γρίπης είναι στην πραγματικότητα πολύ αποτελεσματικό, ή τουλάχιστον χρήσιμο. Αδιάσειστα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου θα ενθαρρύνουν περισσότερους πολίτες-και ιδίως πολλούς επαγγελματίες του τομέα υγείας-να κάνουν τα πλάνα τους για να αντιμετωπιστεί η εξάπλωση της γρίπης. Όπως έχουν τα πράγματα, περισσότερο από το 50 τοις εκατό των εργαζόμενων στον τομέα της υγείας δηλώνουν ότι δεν πρόκειται να εμβολιαστούν κατά της γρίπης των χοίρων και αυτοί δεν εμβολιάζονται συνήθως ούτε και για την εποχική, εν μέρει επειδή πολλοί από αυτούς  αμφιβάλουν για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Η άλλη δυνατότητα, ασφαλώς, είναι ότι είμαστε σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από εμβόλια και φάρμακα που πολύ απλά δεν είναι αποτελεσματικά, ή δεν είναι τόσο αποτελεσματικά όσο εμείς πιστεύουμε. Και ως εκ τούτου, μπορούμε να μην δίνουμε ιδιαίτερο βάρος σε άλλα μέτρα που αποδεδειγμένα θα μπορούσαν να μειώσουν στο ελάχιστο το ποσοστό θνησιμότητας κατά τη διάρκεια μιας πανδημίας.

«Τα εμβόλια μας δίνουν μια ψευδή αίσθησης ασφάλειας»,, λέει ο
Sumit Majumdar. «Όταν ακολουθούμε μια στρατηγική που [ο καθένας πιστεύει ότι] μειώνει τους θανάτους  κατά μόνο 50 τοις εκατό, είναι αρκετά δύσκολο να επενδυθούν πόροι και να κάνουμε καλύτερες διορθωτικές κινήσεις» Για παράδειγμα, οι υπηρεσίες υγείας κάθε πολιτείας έχουν την ευθύνη για την υποβολή σχεδίων προς το CDC για την εκπαίδευση του κοινού, σε περίπτωση σοβαρής πανδημίας, που προβλέπουν  πλύσιμο των χεριών και «κοινωνική απομόνωση» (εκούσια καραντίνα, κλείσιμο σχολείων, ακόμη και την επιβολή της υποχρεωτικής καραντίνας για να παραμείνουν τα άτομα με γρίπη στα σπίτια τους). Βάζοντας  αυτά τα σχέδια σε εφαρμογή θα χρειαστεί ευρύτερος συντονισμός μεταξύ κυβέρνησης, μέσων ενημέρωσης, και εργαζόμενων στον τομέα υγείας και ευρεία ενημέρωση των πολιτών. Ωστόσο, λίγη συζήτηση έχει γίνει στον Τύπο ώστε να βοηθηθούν  οι άνθρωποι και να κατανοήσουν τα μέτρα που μπορούν να παρθούν για καλύτερη προστασία των ίδιων κατά τη διάρκεια έξαρσης γρίπης, πέρα από τον εμβολιασμό και τα αντιιικά φαρμακα.

Όλα αυτά  αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα για το τι πρέπει να κάνουμε σε περίπτωση που χρειαστεί να αποφασίσουμε αν θα εμβολιαστούμε εμείς και οι οικογένειές μας. Ο άμεσος κίνδυνο κάνοντας το εμβόλιο της εποχικής γρίπη, δεν είναι παρά ένας μικρός πόνος στο χέρι και ήπια συμπτώματα γρίπης. Το πόσο ασφαλές όμως είναι το εμβόλιο  της γρίπης των χοίρων μένει να το δούμε. Ελλείψει καλύτερων στοιχείων, τα εμβόλια  και τα αντιιικά, θα πρέπει να θεωρηθούν ως μερική μόνο και αβέβαιη άμυνα κατά της γρίπης. Και δεν αποκλείεται να πρόκειται για απλά φυλακτά. Με το να φοβόμαστε να κάνουμε τις κατάλληλες μελέτες τώρα, ίσως αυτό  μας καταδικάζει να καταφεύγουμε σε θεραπείες που στηρίζονται στην ψευδαίσθηση και την πίστη και όχι σε ασφαλή επιστημονικά δεδομένα.

 

 

http://www.theatlantic.com/doc/200911/brownlee-h1n1

 

 και :

 

http://www.theatlantic.com/doc/200910u/h1h1-qa

    προσοχή!!

δημοσιεύτηκε December 18, 2009 από anonymous

 

 

 

Τα πτύελα των διαδηλωτών εξαπλώνουν τη νέα γρίπη!