Η Ιωάννα Σωτήρχου στο πλευρό της κυβερνητικής προπαγάνδας
δημοσιεύτηκε August 4, 2010
από Αυτόνομος
τροποποιήθηκε August 5, 2010
(αφιερωμένο σε όλους τους αργόμισθούς της «Ελευθεροτυπίας» και της μαχητικής δημοσιογραφίας που κάπως πρέπει να δικαιολογήσουν το ψωμί που τρώνε…)
(αφιερωμένο σε όλους τους αργόμισθούς της «Ελευθεροτυπίας» και της μαχητικής δημοσιογραφίας που κάπως πρέπει να δικαιολογήσουν το ψωμί που τρώνε…)
«Φτάνει πια» έγραψε με την μαχητική της πένα η Ιωάννα Σωτήρχου από την «Ελευθεροτυπία» της Πέμπτης 29 Ιουλίου. Μόνο που αυτή τη φορά η αρθρογραφία της Ι.Σ. δεν είχε να κάνει με την υπεράσπιση φυλακισμένων, πολιτικών κρατουμένων, των μεταναστών ή των κοινωνικών κινημάτων όπως μας έχει συνηθίσει χρόνια τώρα, αλλά με την υπεράσπιση της κυβερνητικής πολιτικής και του μνημονίου και του «οράματος» για μια «νέα Ελλάδα»…
Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο αναπαράγει αμάσητα και κακοχωνεμένα όλη την ρητορική των κυρίαρχων ΜΜΕ, που μας παρουσιάζουν τον οδοστρωτήρα των ζωών μας σαν την ευκαιρία να απαλλαγούμε από όλα τα «κακά δαιμόνια» του «νεοελληνικού κράτους», πέρα από την έως τώρα δημοσιογραφική στάση της Ι.Σ. Η επιστράτευση της Ι.Σ. στην υπηρεσία της ιδεολογικής συστημικής προπαγάνδας καταδεικνύει την ανυποληψία στην οποία έχουν πέσει οι γνωστοί πατρώνοι ( τηλεοπτικής και έντυπης
δημοσιογραφίας) της κοινής γνώμης, ώστε να υπάρχει η αναγκαιότητα για μια ενορχηστρωμένη προπαγάνδα που να στηρίζεται ακόμα και από την «ριζοσπαστική» δημοσιογραφία. Φυσικά η Ι.Σ. δεν είναι η μόνη, σε αυτή την γραμμή κινούνται μια σειρά από «ανεξάρτητους μαχητικούς» δημοσιογράφους, όπως πχ ο Στ. Κούλογλου κλπ.
Αλλά ας έρθουμε επιτέλους σε αυτό το ηχηρό «φτάνει πια» της Ι.Σ.
Κατά την έγκυρη δημοσιογράφο η αντίθεση στο μνημόνιο αποτελεί «μνημείο σύμπνοιας» της Αριστεράς με την Δεξιά, ταυτίζοντας την γραμμή περί «διαφορετικής δοσολογίας» του Α. Σαμαρά ή την ολόπλευρη στήριξη της κυβέρνησης από την «υπεύθυνη πολιτική δύναμη» του ΛΑΟΣ, με την συνολική απόρριψη του μνημονίου από την Αριστερά (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ), αλλά και ολόκληρο τον κινηματικό αντικαπιταλιστικό χώρο. Προφανώς για να καταδειχτεί ο αντιδραστικός χαρακτήρας όσων αντιστέκονται στην σαρωτική επίθεση του κεφαλαίου στα εργατικά- λαϊκά δικαιώματα, το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, την μετατροπή μας σε νεόπτωχους, πρέπει να φανεί ότι όλοι αυτοί συμπορεύονται με την επάρατη δεξιά, ενάντια στην προσπάθεια του GAP να βγάλει την χώρα από την «φαυλότητα». Βέβαια η πραγματικότητα είναι διαφορετική το «μνημείο σύμπνοιάς» έχει να κάνει με την αποδοχή του μνημονίου και αφορά τις πολιτικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ και φυσικά τους φιλόδοξους πολιτικούς σχηματισμούς των Οικολόγων- Πράσινων και το ΔΗ.ΑΡΙ. του Κουβέλη που φιλοδοξούν να γλείψουν κανένα κοκαλάκι εξουσίας, μέσα στην γενικότερη αναμπουμπούλα.
Από την άλλη μετά από φοβερή δημοσιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε η Ι.Σ. ανακάλυψε ότι ο νέος νόμος για το ασφαλιστικό θα άρει το άδικό σύστημα στο οποίο το «8% των συνταξιούχων να απολαμβάνει το 50% των συντάξεων, την ώρα που το 92% βολεύεται με το υπόλοιπο μισό». Τέτοια άθλια προπαγάνδα ούτε ο Λοβέρδος δεν διανοήθηκε να κάνει. Ο ασφαλιστικός νόμος που ψήφισε η σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άρει καμία αδικία υπήρχε στο ασφαλιστικό σύστημα. Δεν κάνει καμία αναδιανομή υπέρ των χαμηλοσυνταξιούχων, αντίθετα σπρώχνει στην εξαθλίωση το τεράστιο ποσοστό των συνταξιούχων. Όχι μόνο αυτό αλλά ουσιαστικά καταργεί την σύνταξη για τις επόμενες γενιές εργαζομένων. Δεν θα κάτσω να επιχειρηματολογήσω πάνω σε αυτό, έχουν γραφτεί δεκάδες σελίδες σχετικά, πολλές από τις οποίες μάλιστα στην εφημερίδα που αρθρογραφεί η Ι.Σ., φαίνεται πως δεν μπήκε καν στον κόπο να τις διαβάσει.
Φυσικά η Ι.Σ. θέλει να μας πείσει πως είναι η ταύτιση Αριστεράς- Δεξιάς που οδήγησε «στο πλαίσιο μιας καθεστωτικής νοοτροπίας ξεπλύματος διορισμών, στήριξης πελατειακών αιτημάτων και διατήρησης συντεχνιακών ανισοτήτων με τσαμπουκά» και όχι η διακυβέρνηση της χώρας δεκαετίες τώρα από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν η έχει πέσει στο ντελίριο της νεοφώτιστης ΠΑΣΟΚας ή μας περνάει για ηλίθιους. Τα προβλήματα της χώρας (έτσι ουδέτερα και αταξικά) εντοπίζονται στις «συντεχνιακές διεκδικήσεις» και όχι φυσικά στην διαπλοκή του αστικού πολιτικού κόσμου με το μεγάλο κεφάλαιο. Για την έγκυρη δημοσιογράφο ο Κωσκοτάς, το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, το σκάνδαλο της SIMENS, το Βατοπέδι, οι μπίζνες του Κόκκαλη και του Μπόμπολα με το δημόσιο, η διαπλοκή των καναλαρχών και των εκδοτών με τα κόμματα εξουσίας, η εισφοροδιφυγή και το μεγάλο φαγοπότι των βιομηχάνων και των εφοπλιστών δεν έχουν να κάνουν με το χάλι της ελλάδας. Γι’ αυτό (το χάλι ντε..) φταίνε οι «αντικοινωνικές ομάδες» των δημοσίων υπαλλήλων, των αγροτών, των ναυτεργατών, των λιμενεργατών, των φορτηγατζήδων… και φυσικά η Αριστερά που τους χαϊδεύει. Ας είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ που κάνανε τους κομματικούς διορισμούς στο δημόσιο, ας είναι η Δεξιά που έδωσε τις άδειες στους φορτηγατζήδες μαζί με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ας είναι το ΠΑΣΟΚ που οδήγησε τους αγρότες στην οικονομική εξάρτυση από τις επιδοτήσεις, η Αριστερά φταίει!!
Αναζητεί η Ιωάννα Σωτήρχου ένα «οραματικό οδόφραγμα» απέναντι στις «παρέες των λαμόγιων-φοροφυγάδων-νταβατζήδων-εξωχώριων πολιτικάντηδων» και το βρίσκει στην πιο ταξική κυβέρνηση που γνώρισε η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Μια κυβέρνηση που κυβερνά με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου: μείωση του άμεσου και έμμεσου εργατικού κόστους, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, απελευθέρωση των απολύσεων, κατάργηση των ΣΣΕ…
Σηκώνει το δημοσιογραφικό της δόρυ απέναντι σε ανεμόμυλους που περνάει για γίγαντες. Για όλα τα δεινά μας φταίνε οι συντεχνίες: ο εργαζόμενος στις ΔΕΚΟ που «εκβιάζει για τα προνόμια του», ο ελεύθερος επαγγελματίας που φοροδιαφεύγει, ο συμβασιούχος που αναζητάει το ρουσφέτι, ο αγρότης που κλείνει τους δρόμους… Όμως οι γίγαντές που έχουν στρώσει φαγοπότι στην πλάτη μας έχουν άλλα ονόματα: είναι οι βιομήχανοι και οι μεγάλες επιχειρήσεις που χρωστάνε εκατομμύρια στα ασφαλιστικά ταμεία και κάθε τόσο «ρυθμίζουν» τα χρέη τους όμορφά και νόμιμα, είναι οι κατασκευαστικές που κάνανε χοντρές μπάζες με τα δημόσια έργα (θυμάται άραγε η Ι.Σ. το πάρτι που έγινε με τα ολυμπιακά έργα;), είναι το πολυεθνικό κεφάλαιο που επωφελείται από το ξεπούλημα της χώρας αγοράζοντας για ένα κομμάτι ψωμί (όταν το δίνουν και αυτό) λιμάνια, αεροδρόμια, την ολυμπιακή, τον ΟΣΕ, την ΔΕΗ και την ΕΥΔΑΠ αύριο, είναι οι τράπεζες που έχουν δει την κερδοφορία να εκτινάσσεται στα ύψη δανείζοντας τον κοσμάκη με λεφτά που πήρανε από το δημόσιο…
Για όλα αυτά σιωπή η έγκυρη δημοσιογράφος, δεν άκουσε, δεν είδε. δεν σχολιάζει. Αντίθετα με ότι υποστηρίζει στο άρθρο της η Σωτήρχου η «τολμηρές ρήξεις» στόχος της κυβέρνησης δεν είναι «να βγούμε από το τέλμα που όλοι συντηρήσαμε», όπως τόσο «ανέξοδα» ισχυρίζεται, αλλά να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες ενίσχυσης του κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί εκτός από την ελαχιστοποίηση του άμεσου και έμμεσου εργατικού κόστους την επίθεση τόσο στην μικρή ιδιοκτησία και τους ελευθέρους επαγγελματίες. Όχι για να αρθούν οι αδικίες απέναντι στα λαϊκά και μισθωτά στρώματα, αλλά για να μπορέσει το κεφάλαιο να μονοπωλήσει όλους τους παραγωγικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς. Τα κλειστά επαγγέλματα δεν χτυπιούνται για να ανοίξουν σε όλους αλλά για να μπορέσει το κεφάλαιο να άρει τις δυνατότητες αναξιοποίησης της εργασίας των μικροϊδιοκτητών και των ελεύθερων επαγγελματιών και να τους μετατρέψει σε μισθωτούς. Δεν θα αγοράσουν φορτηγά οι άνεργοι, ούτε θα ωφεληθούν οι νέοι δικηγόροι από την απελευθέρωση των αμοιβών, ούτε φυσικά το «καταναλωτικό κοινό» αλλά οι μεγάλες εταιρίες.
«Τυφλωμένη από την μισαλλοδοξία» του ρόλου του κυβερνητικού εκπροσώπου που όψιμα ανέλαβε η Ι.Σ. δεν βλέπει το σύστημα υγείας που παραπαίει, τους παιδικούς σταθμούς που κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, τα λουκέτα στα μαγαζιά, τις ουρές ανέργων που αυξάνουν, αντίθετα κατηγορεί όσους αντιστέκονται στο μνημόνιο και ιδιαίτερα την Αριστερά ως «λαϊκιστική» και «αφοριστική». Η ευκολία με την οποία η Ι.Σ. ενσωματώνει στο άρθρο της όλη την ρητοριά του κυρίαρχου μυντιακού λόγου, θα μας έβαζε σε υποψίες ότι έχει περάσει από τα ίδια σεμινάρια που έχουν περάσει ο Καψής, ο Πρετεντέρης και οι άλλοι σωματοφύλακες της κυβέρνησης και της τρόικας.
Και όμως σε ένα πράγμα φαίνεται να έχει δίκιο η Σωτήρχου: Είναι ίσως η πρώτη φορά που η πλειονότητα του «λαού» -πόσο κακοποιημένη λέξη, αλήθεια- βρίσκεται πιο μπροστά από το πολιτικό προσωπικό όλων των αποχρώσεων, γυρίζει την πλάτη στις παλαιοκομματικές Σειρήνες, παίρνει τη ζωή στα χέρια του και λέει το δικό του «Φτάνει πια».
Όχι φυσικά απέναντι «σε λαϊκισμούς, αφορισμούς, έλλειψη επιχειρημάτων», αλλά απέναντί στην προπαγάνδα των ΜΜΕ, στην ρητορική του να βάλουμε πλάτη εμείς για να σωθούνε οι από πάνω, στην προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού» απέναντι στα κοινωνικά κομμάτια που βρίσκονται κάθε φορά σε κινητοποίηση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η πλειονότητα του λαού ξεπερνάει το πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό σε αγωνιστικότητα ριζοσπαστισμό διάθεση για άλλου τύπου μορφές κοινωνικής συσπείρωσης και συλλογικής δράσης, ακόμα και σε επίπεδο συγκρουσιακής διάθεσης. Ο κόσμος παίρνει σιγά σιγά τη ζωή στα χέρια του, συγκροτεί ανοικτές συνελεύσεις σε γειτονιές, σωματεία βάσης σε εργασιακούς χώρους και ότι άλλο αφάνταστο μπορεί να αποτελέσει μάχιμο εργαλείο απέναντι στην βάρβαρη επίθεση που δέχεται. Όχι φυσικά σαν «δημοκρατικές μονάδες» αφοπλισμένες και τρομοκρατημένες από την φαιά προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά ως κοινωνικά υποκείμενα με συλλογική υπόσταση.
μνημόνια και μνήμη
δημοσιεύτηκε August 5, 2010
από anonymous
τροποποιήθηκε August 5, 2010
«Φτάνει πια»
Σε μνημείο σύμπνοιας έχει αναδειχθεί το περιβόητο Μνημόνιο, που κατάφερε να συσπειρώσει εναντίον του Αριστερά και Δεξιά.
Μόνο που το ερώτημα ήταν Μνημόνιο ή χρεοκοπία, οπότε το δυστύχημα γι' αυτές τις πολιτικές δυνάμεις είναι ότι τάχθηκαν με τη χρεοκοπία, χωρίς να τολμούν να εξηγήσουν τι ακριβώς συνεπάγεται η επιλογή αυτή για τους μισθούς και τις συντάξεις όλων. Ετσι αφέθηκε ο ΛΑΟΣ χωρίς αντίπαλο στην αντιπολίτευση.
Αντίστοιχο μνημείο αποτελεί και το Ασφαλιστικό: δεν είναι αδικία σχεδόν το 8% των συνταξιούχων να απολαμβάνει το 50% των συντάξεων, την ώρα που το 92% βολεύεται με το υπόλοιπο μισό; Πώς λοιπόν αρνούνται την αλλαγή και δέχονται τη διαιώνιση αυτής της κοινωνικής αδικίας σε βάρος της πλειονότητας των χαμηλοσυνταξιούχων, προς όφελος μερικών «ευγενών» Ταμείων, στα οποία, παρεμπιπτόντως, συνδράμουν και οι χαμηλοσυνταξιούχοι; Κάτι που αποσιωπούν.
Το πρόβλημα δεν είναι η ταύτιση «Δεξιάς»-«Αριστεράς» στο πλαίσιο μιας καθεστωτικής νοοτροπίας ξεπλύματος διορισμών, στήριξης πελατειακών αιτημάτων και διατήρησης συντεχνιακών ανισοτήτων με τσαμπουκά, αλλά η ανυπαρξία της Αριστεράς καθαυτή: η απουσία ενός προοδευτικού λόγου για την άρση αυτών των αδικιών σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η κρίση με τους ιδιοκτήτες φορτηγών και βυτιοφόρων είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου. Σήμερα υπάρχουν στο Κοινοβούλιο δύο αυτοαποκαλούμενα αριστερά πλην όμως ευρωφοβικά κόμματα, ένα εκ των οποίων έχει μείνει στην ένδοξη εποχή του Στάλιν και το άλλο στη σύγχρονη εκδοχή του, δυο κόμματα που βάζουν πάντα πλάτη στους συνδικαλιστικούς εκβιασμούς και τις αντικοινωνικές κινητοποιήσεις, καθαγιάζοντας τις κάθε λογής συναλλαγές του φαύλου ρουσφετολογικού δικομματικού κράτους με τους «πελάτες» του, φλερτάροντας έτσι με τους αδιαφανώς τακτοποιημένους ψηφοφόρους τους. Μήπως και ξεκλέψουν κανένα ψηφαλάκι. Ετσι τα δύο κόμματα της Αριστεράς νομοτελειακά εξελίσσονται σε αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις που ταυτίζονται με καταστροφικά μοντέλα άλλων εποχών. Σήμερα όμως για ένα σημαντικό κομμάτι νέων ανθρώπων η αξιοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη βαραίνουν περισσότερο από το ρουσφέτι.
Αν υπάρχει ένα οραματικό οδόφραγμα, είναι αυτό που στήνεται στις παρέες των λαμόγιων-φοροφυγάδων-νταβατζήδων-εξωχώριων πολιτικάντηδων. Και σε αυτό το «οδόφραγμα» δεν συμβάλλει η αντιπολίτευση. Η ανέξοδη ρητορεία δεν πείθει τις δημοκρατικές μονάδες της κοινωνίας που δεν τυφλώνονται από τη μισαλλοδοξία και αποζητούν τολμηρές ρήξεις, ώστε να αρχίσουμε κάποτε να βγαίνουμε από το τέλμα το οποίο όλες οι πολιτικές δυνάμεις συνδημιούργησαν - και το οποίο όλοι συντηρούσαμε. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η πλειονότητα του «λαού» -πόσο κακοποιημένη λέξη, αλήθεια- βρίσκεται πιο μπροστά από το πολιτικό προσωπικό όλων των αποχρώσεων, γυρίζει την πλάτη στις παλαιοκομματικές Σειρήνες, παίρνει τη ζωή στα χέρια του και λέει το δικό του «Φτάνει πια» σε λαϊκισμούς, αφορισμούς, έλλειψη επιχειρημάτων.