ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΑΣΗΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ
δημοσιεύτηκε February 2 από Μέλη του ΝΑΡ και της νΚΑ
[Το κείμενο αυτό προτείνεται από αυτούς που το υπογράφουν ως βάση ανοιχτής συζήτησης και συνδιαμόρφωσης σε ανοιχτή πανελλαδική διαδικασία που θα γίνει στις 7 Φεβρουαρίου στην Αθήνα]
ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΑΣΗΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ
ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ
[Το κείμενο αυτό προτείνεται από αυτούς που το υπογράφουν ως βάση ανοιχτής συζήτησης και συνδιαμόρφωσης σε ανοιχτή πανελλαδική διαδικασία που θα γίνει στις 7 Φεβρουαρίου στην Αθήνα]
«Το μεγάλο ελάττωμα των επαναστατών που έχουν γαλουχηθεί με οποιαδήποτε από τις παραλλαγές που προέρχονται από τον κλασικό μαρξισμό, είναι ότι τείνουν να σκέφτονται τις επαναστάσεις σαν να συμβαίνουν σε συνθήκες που μπορούν, τουλάχιστον σε αδρές γραμμές, να προβλεφθούν, να σχεδιαστούν και να οργανωθούν. Στην πράξη όμως δεν είναι έτσι.
Ή μάλλον, οι περισσότερες από τις μεγάλες επαναστάσεις που έχουν λάβει χώρα ξεκίνησαν σαν ''σημαντικά δρώμενα'' και όχι σαν σχεδιασμένες παραγωγές. Ενίοτε έχουν προκύψει γοργά και απροσδόκητα μέσα από ότι φαινόταν σαν συνηθισμένες μαζικές διαδηλώσεις, ενίοτε μέσα από την αντίσταση στις πράξεις των εχθρών τους, ενίοτε με άλλους τρόπους –όμως δεν παίρνουν παρά σπάνια, αν όχι ποτέ, τη μορφή που προσδοκούν τα οργανωμένα επαναστατικά κινήματα, ακόμη και όποτε αυτά είχαν προβλέψει πως επίκειται να ξεσπάσει επανάσταση. Γι’ αυτό και το κριτήριο για το μεγαλείο των επαναστατών ήταν ανέκαθεν η ικανότητά τους να ανακαλύπτουν τα νέα και απροσδόκητα χαρακτηριστικά των επαναστατικών καταστάσεων και να προσαρμόζουν την τακτική τους σε αυτά.»
(Ερικ Χομπσμπάουμ , «Επαναστάτες»)
Βγαίνουμε από μια εποχή όπου κυριαρχούσε η ήττα του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς και ο εξοβελισμός της εξέγερσης και της επανάστασης σε ένα απροσδιόριστο και μακρινό μέλλον. Και έχουμε ήδη εισέλθει σε μια εποχή όπου η εξέγερση δεν είναι ουτοπία αλλά υπαρκτή στους δρόμους του σήμερα, η επανάσταση είναι ανάγκη και δυνατότητα του τώρα. Είναι η στιγμή όπου, σύμφωνα με την περίφημη φράση του Λούκατς, «το ταξίδι τέλειωσε, το ταξίδι αρχίζει»!
Η έκπληξη του «συμβάντος»-Δεκέμβρης 2008, που προκάλεσε τόση αμηχανία στην παραδοσιακή αριστερή σκέψη, έσπασε τον φαύλο κύκλο των «δυνατοτήτων» που προσφέρονται μέσα στα πλαίσια μιας πολιτικής της αντιπροσώπευσης και του κράτους, καθιστώντας δυνατό αυτό που φάνταζε αδύνατον: την εξέγερση, και μαζί με αυτή τα ίχνη μιας άλλου τύπου πολιτικής, μιας αντιθεσμικής, και γι' αυτό απείθαρχης πολιτικής απέναντι σε όλους τους καθεστωτικούς φορείς.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη, ως παράδειγμα-προάγγελος μιας γενικευμένης αναταραχής στον αναπτυγμένο καπιταλισμό (έτσι, άλλωστε, τον εκτίμησαν και τον φοβήθηκαν τα εγχώρια και διεθνή αστικά επιτελεία), έρχεται σε ρήξη με την κυρίαρχη αντίληψη της πολιτικής της Αριστεράς: με την αντίληψη της αντιπροσώπευσης από το κόμμα ή το μέτωπο, με την εργαλειακή υπαγωγή των κινημάτων στα σχέδια των κάθε είδους «πρωτοποριών», με την κοινοβουλευτικού τύπου «αλλαγή των συσχετισμών», αλλά και με την αντίληψη της πολιτικής που αναπαράγει και καθαγιάζει τις κοινωνικές ταξινομήσεις και ιεραρχίες του συστήματος.
Η ποίηση των νέων εξεγερτικών συμβάντων καθώς και η βαρβαρότητα της κατάστασης και των προοπτικών του συστήματος θέτουν άμεσα και επιτακτικά το ερώτημα μιας νέας χειραφετικής πολιτικής και ενός δρόμου καθολικά ανταγωνιστικού προς το σύστημα. Είναι αυτό το ερώτημα που αναζωογονεί και απαιτεί εδώ και τώρα την επαναστατική απάντηση στην κρίση. Είναι το ερώτημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, ως προσπάθεια μέσα στο καμίνι της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και των εξεγέρσεων που θα ακολουθήσουν να ανασυσταθεί ο τόπος, το περιεχόμενο και οι μορφές της επαναστατικής πολιτικής και της εργατικής χειραφέτησης. Σ' αυτή την υπόθεση θέλουμε να συμβάλουμε, συνειδητοποιώντας ότι η ανταπόκριση σε αυτά τα ερωτήματα, δεν αφορά απλά κάποια ζητήματα τακτικής, ούτε είναι ιδιοκτησία κάποιου ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος, ή, πολύ περισσότερο, ενός κομματικού φορέα. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα αποτελεί συνολική ανάγκη της εποχής μας, στοίχημα για όλα τα ρεύματα που από διαφορετικούς δρόμους προσεγγίζουν την επαναστατική υπόθεση απέναντι στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της κρίσης και της ανάπτυξης ενάντια στα εργατικά δικαιώματα.
Με αυτή την έννοια, όλα τα παραπάνω πρέπει να είναι κριτήριο για τη φυσιογνωμία και τη δράση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, και πρώτα απ' όλα του ίδιου του ΝΑΡ, που από την ίδρυσή του προσπάθησε να συνδεθεί με αυτά τα ερωτήματα και που σήμερα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι καθώς η κρίση και η εξέγερση του Δεκέμβρη θέτουν με νέους όρους τα ζητήματα. Αυτό αφορά και το χαρακτήρα της συζήτησης, η οποία δεν μπορεί να διεξαχθεί με όρους «ενδοαριστερού εμφυλίου» ανάμεσα στις οργανώσεις, ούτε αποκλειστικά μέσα σε αυτές, αλλά πρέπει να έχει το βλέμμα στραμμένο στα ερωτήματα της εποχής μας και στις κοινωνικές αναμετρήσεις που έρχονται. Σε αυτή τη βάση μπορούμε και πρέπει να κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα στο δημόσιο και πολιτικό χαρακτήρα της συζήτησης και στη συμμετοχή όλων των μελών και αγωνιστών σε αυτήν, δηλαδή στην ριζική υπέρβαση των «φραξιών» με τις οποίες είναι γεμάτη η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος (μαζί και του δικού μας ρεύματος).
Σαν συνεισφορά σε αυτήν την κατεύθυνση καλούμε, ως μέλη του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α, σε συγκρότηση Τάσης συμβολής στην Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση:
Τάση αντιπαραθετική στη λογική των κλειστών ομάδων-φραξιών που έδιναν την μάχη γύρω από τις «ερμηνείες» της γραμμής και των ντοκουμέντων ή γύρω από την κατάληψη θέσεων στα όργανα και τις «ποσοστώσεις».
Κομμουνιστική με την έννοια της συνεισφοράς στον κομμουνισμό της εποχής μας, στην αποτίμηση, κριτική και διάλογο με όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος, με κριτήριο την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση.
Επαναθεμελίωση γιατί η αναγνώριση των σύγχρονων εξεγερτικών τάσεων και η αναζήτηση των επαναστατικών απαντήσεων δεν εξαντλείται στα εργαλεία, τα σχήματα, τις δομές και τις πρακτικές του παρελθόντος, αλλά απαιτεί από όλους μας να αλλάξουμε και να συνδεθούμε βαθύτερα με τις σύγχρονες κοινωνικές τάσεις, να συμβάλλουμε στην επανανοηματοδότηση του κομμουνισμού.
Στόχος μας είναι η συμβολή στη διαμόρφωση κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού ρεύματος μιας επαναστατικής Αριστεράς της εποχής μας. Όχι σαν αριστερό άκρο της υπαρκτής Αριστεράς, ούτε ως κατέχουσα όλη την αλήθεια απομονωμένη υπεροπτική πρωτοπορία. Και κυρίως όχι χρησιμοποιώντας τα μέσα της παλιάς πολιτικής και παίζοντας στο θέατρο που παραχωρεί κάθε φορά η αστική πολιτική. Αλλά ως δύναμη που μαζί με το δυναμικό της εξέγερσης και των αγώνων ανιχνεύει και πειραματίζεται τολμηρά με μορφές και περιεχόμενα που θα δίνουν σάρκα και οστά στην εργατική πολιτική. Ως δύναμη καθολικής αμφισβήτησης του αστικού πολιτισμού. Ως δύναμη που συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός νέου εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος βάσης και χειραφέτησης. Τελικά ως δύναμη που εργάζεται για τη μετατροπή των εξεγέρσεων σε επαναστατική κατάσταση.
Θέλουμε να συμβάλουμε στο άνοιγμα της πιο δημιουργικής, ισότιμης και με όρους πραγματικής εργατικής δημοκρατίας συζήτησης, πριν απ' όλα εντός της οργάνωσής μας, και ταυτόχρονα με όλους τους αγωνιστές που μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες και αναζητούν σύγχρονες επαναστατικές απαντήσεις, με κριτήριο το καθοριστικό πεδίο του κινήματος, των αγώνων, της πάλης, και όχι απλά την «κατάθεση μιας άποψης». Γι' αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους η στατική -και με αστικούς κοινοβουλευτικούς όρους τελικά- διαίρεση σε «μειοψηφία» και «πλειοψηφία». Όλοι είμαστε μειοψηφία μέσα στο ευρύτερο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα, αλλά και όλοι μπορεί να είμαστε πλειοψηφία κάποια στιγμή σε ένα χώρο, σε έναν αγώνα ή σε ένα κίνημα.
Η εργατική δημοκρατία είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή επικύρωση του ποια είναι η «πλειοψηφούσα» άποψη. Διαμορφώνει ένα εντελώς διαφορετικό έδαφος πάνω στο οποίο διεξάγεται ο διάλογος και η δράση. Υπερβαίνει την αστική αντίληψη της δημοκρατίας αλλά και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού όπως αυτός κυριάρχησε στο κομμουνιστικό κίνημα. Συνδυάζει την έκφραση της πλειοψηφίας με την κατοχύρωση στην πράξη του δικαιώματος όλες οι απόψεις (εφόσον κρίνεται απαραίτητο) να τίθενται στην κρίση των αγωνιστών του κινήματος. Εξάλλου, η ορθότητα της μιας ή της άλλης άποψης δεν κρίθηκε ποτέ στους τέσσερις τοίχους κάποιων γραφείων. Κρίθηκε από τη δυνατότητά της να έχει αποτελέσματα στο μαζικό κίνημα, στις πολιτικές πρωτοβουλίες, στη θεωρητική κριτική και αναζήτηση, συνολικά στο εγχείρημα της αμφισβήτησης και ανατροπής του καπιταλισμού.
Έχουμε λοιπόν να συζητήσουμε πολλά και να πράξουμε ακόμα περισσότερα, ώστε να γίνουμε όλοι μας μέρος μιας νέας συλλογικής χειραφετικής θέλησης, γνώσης και πράξης. Γι' αυτό και, 20 χρόνια μετά την πρώτη πράξη ανυπακοής σε μια «σύμμετρη» προς το σύστημα Αριστερά, δηλώνουμε ξανά «Προφανώς και δεν θα υπακούσουμε!». Θα ακολουθήσουμε το στίχο-προτροπή του Μπέκετ: Δοκίμασε πάλι. Απότυχε πάλι. Απότυχε καλύτερα.