ΙΙ ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ
δημοσιεύτηκε April 13, 2009 από anonymous
[Ένα κερί σχεδόν ανάπηρο από το βάρος της φλόγας, γεμίζει το κελί περισσότερο με σκιές παρά με φως. Δείχνει με δάχτυλα εφιαλτικά τη σκοτεινή φιγούρα ενός άντρα που σκύβει πάνω στο μικρό τραπέζι. Μοιάζει ήδη νεκρός, θαμμένος σ' έναν τάφο αρχαίο όσο ο ίδιος ο κάτω κόσμος. Πεταμένα στο πάτωμα τα ράσα του. Ο άλλοτε κόκκινος κεντητός σταυρός του μοναστικού σκούφου τόσο φθαρμένος που δεν ξεχωρίζει. Δεν έχει σημασία. Ούτε και πως ο άντρας υπήρξε μαθητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Σημασία έχει πως είναι από καιρό μοναχός και πως ο μοναδικός φίλος του είναι μακριά, προσπαθώντας ν' αποφύγει τη σύλληψη για εγκλήματα πολέμου, από τον καιρό που άφησε τη Θεολογία και εντάχτηκε στις γραμμές των παραστρατιωτικών. Ο άντρας γράφει στο φίλο του. Τό γράμμα εντοπίστηκε στα ερείπια του μοναστηριού, μετά από βομβαρδισμό και ο άντρας νεκρός. Δεν πρόλαβε να το ταχυδρομήσει. Εξάλλου ήταν μάλλον απίθανο να έφτανε στον προορισμό του. Ο φίλος του βρέθηκε νεκρός στο καταφύγιό του, ένα μήνα μετά. Άγνωστο αν αυτοκτόνησε ή εκτελέστηκε. Κάπου στα Βαλκάνια. Νύχτα.]
Εγώ, ο Τιμόθεος, ταπεινός δούλος του Κυρίου ημών,
κάποτε Γκοράν, ανάξιος σκλάβος των παθών υμών,
προς το γενναίο Στέφανο, θύμα και θύτη κοινών προσδοκιών.
Έζησα ήδη αρκετά, ώστε να ξέρω
πως αγνοώ τα πάντα εκ πείρας:
Την οριζόντια μέρα των σωμάτων·
σοβαρή, λιτή, αποτελεσματική,
την κατακόρυφη νύχτα των ψυχών·
αστάθμητη, ανεπίγνωστη, επικίνδυνη,
το μεσημέρι, κεκλιμένο κατά την πυρωμένη πέτρα
και τον κατάφωτο σκίνο, το γεράκι
που ακροβατεί κάτι ταχύτατο σαν σπόρο,
μαστιγώνοντας την άπνοια, προκαλώντας το βράχο,
ερεθίζοντας τη σκόνη, σημαίνοντας ίσως
νερό κι αλάτι και γαλάζιο. Ίσως,
αλλά αισθητά πιο σκοτεινά, σχεδόν σιδερένια·
Όταν ο άνθρωπος αποτελεί σοβαρή ενόχληση,
φεύγει, αδρανεί ή τον αφήνουν πίσω.
Τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες βιαστικά επινοημένες,
ώστε να κάνουν κάθε απόφαση αν όχι ευάρεστη,
τουλάχιστον ανεκτή. Τό μαρτύριο αρχίζει πολύ αργότερα:
όταν και η απελπισία είναι πραγματική δυσχέρεια.
Κάποτε, οι σύντροφοι θα χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα,
αργά, σταθερά, επίμονα, μέχρι να μείνει
μόνο ψύχρα και απόσταση: εκείνο το υπόλευκο
εναιώρημα του χθες, κατάστικτο σαν ξεβρασμένο φύκι.
Ήξερα πως δεν θα τους ξανάβλεπα,
όχι τουλάχιστον πάνω από μιά λίμνη αίματος,
με το θάνατο να περιφέρεται στην ατμόσφαιρα,
να συμπλέκει φόβους και τρόμους αγνώστων,
να διαπλέκει την καχυποψία, την επιφυλακτικότητα,
τη μοχθηρία που θησαυρίζει καθένας
αναγκαστικά ή τουλάχιστον αναπόφευκτα.
Ήξερα πως καμιά στιγμή αδυναμίας
δε θα επέτρεπε να ζητήσω ένα κουπί
σε χρυσαφένια ακτή, καμιά εφηβική
καταιγίδα δε θ' αναγνώριζε στο κενοτάφιό μου
τα ναυάγιά της, τα παιδιά
δε θα έδεναν μικρά, αμήχανα σκυλιά,
ούτε οι βοσκοί μεγάλα, αποφασισμένα σκυλιά.
Δε θα σήμαινα καμιά αμμουδιά,
σημαίνοντας κάθε αμμουδιά.
Δεν ήμουν Φιλοκτήτης· μόνος ήμουν!
Και θά 'πρεπε να ξαγρυπνήσω,
να γνωρίσω τις βαθύτατες σκιές που κατοχυρώνουν το φως,
λίγο πριν τελειώσει το φως, ν' ανασάνω
την ανθρώπινη καχυποψία, την ανθρώπινη επιφυλακτικότητα,
την ανθρώπινη μοχθηρία στο μπλε βαθύ της νύχτας,
ώσπου να μείνει ο κόσμος σκέτη δροσιά στους ώμους,
σκέτη νυχιά στις κλειδώσεις.
Υπέθεσα πως σύντομα θα κυριαρχούσε το σώμα:
ένας θάνατος απλός, επίπεδος, ωχρός
κι η ζωή μου θα ξεχνούσε το βαθύ που ορθωνόταν
πάντα και πάντα πριν σκεφτώ καν ένα κύμα·
πολύ πριν, πολύ πίσω, λίγο μετά που είδα
κι ένιωσα και τρόμαξα το θαύμα
να είμαι μιά λέξη που φτερουγίζει με λαχτάρα
όταν ακούει τη λέξη της.
Σκέφτηκα τα βράχια να κουβαλούν ανεπίτευκτα ριζώματα
μέχρι τη θάλασσα, να οργίζονται κατάξερους θάμνους
πάνω απ' το κύμα. Ήξεραν καλά
το δρόμο τους και ξεχώριζαν για τον τρόπο τους:
πως να ενθέσουν στο φως ό,τι βαδίζει σ' έναν άντρα
κι ό,τι ξαπλώνει σε μιά γυναίκα.
Ό,τι κινείται στο χέρι που χτυπάει το θήραμα
κι ό,τι στέκεται στον τρόμο της φυγής.
Ήξεραν καλά από που γύριζε το κάθε σώμα,
όταν έφευγε για εκείνη την πήλινη θάλασσα
που είναι θάνατος από απελπισία,
χωρίς ρούχα, χωρίς οπλισμό,
πίνοντας νερό κάθε τρίτη μέρα
και τρώγοντας αλάτι κάθε δεύτερη:
η προσδοκία του τρομερού γαλάζιου, ήδη τρομερή.
Τότε κοιμήθηκα· ονειρεύτηκα μιάν ανθηρή αλαζονεία φύλλου.
Μάταιος κόπος. Η απερίσκεπτη φτερούγα της πληγής μου
ανήκε οριστικά στο απροσπέλαστο: μιά επίμονη αναβολή,
ένας ρόγχος πιο πέρα από το πουθενά·
κόκκινο, βαθύ, αιχμηρό, προς τα μέσα κι από μέσα.
Κάποιος φοβέριζε τον άνεμο μ' ένα κερί αναμμένο.
Μονολογούσε: «Όμορφη ήταν η μέρα όταν κυνηγούσαμε.
Λίγο μακρύτερα, οι κοπέλες λύγιζαν τις φτέρες των χεριών τους
στο δροσερό αεράκι κι άφηναν το νερό να γράψει
τραγούδια σκοτεινά: μέσα, βαθιά,
πιο μέσα, πιο βαθιά, στα μάτια του σκύλου·
το θήραμα κόκκινο στην άκρη της γλώσσας,
δρόμος το ποτάμι και το πόδι γλώσσα ψαριού».
Μονολογούσε, αλλά δεν πήγαινε πιο μακριά
απ' την καρδιά μου, μ' ένα κάρβουνο στο στόμα και μόνος:
γεράκι σε δάσος, φίδι σε γκρεμό.
Ύστερα ήρθε το σώμα· νερό κι ανάσα·
το νερό απαιτούσε κήπο κι η ανάσα φωτιά,
μερικές λέξεις: δέκα δάχτυλα πόνο,
έναν τόπο: μιά κατοικίδια θάλασσα
που έχασε το κύμα της κι έγινε χέρια,
δάχτυλα σπηλιές, νύχια βυθίσματα,
τα πράγματα: κουρέλια ταϊσμένα αίμα,
τα γεγονότα: κραυγές μεγαλωμένες με σιωπή,
σακατεμένα υποζύγια· δε σου προσφέρουν τίποτε
και όμως εκβιάζουν έναν αφόρητο χειμώνα
στη διάφανη αδράνειά τους.
Πού θα κατέφευγα, Στέφανε,
γενναίε Στέφανε, δειλό ερπετό του σκονισμένου θριάμβου;
Πώς θα σερνόμουν στην αρένα των επιχειρημάτων τους;
[Και λάκκος με λιοντάρια να ήταν θ' άλλαζε τίποτε;]
Τί θ' αντέτασσα στη βία των στόχων;
Προτίμησα ν' αμφιβάλλω για οτιδήποτε καθαρό,
ακέραιο, αρτιμελές. Προτίμησα, εγώ ο «παλικαράς»
και «στρατηλάτης», να υποκύψω
στη ζέστα της σιωπής - πες την απάθεια αν θέλεις -
για να δείξω πως ο χρόνος φθείρεται
απ' τον καιρό που υπάρχει χρόνος.
[Ψέματα, ψέματα: πως ο χρόνος
παλεύει με τις ψείρες του
απ' τον καιρό που ενέσκηψε ανάμεσά μας
η επιδημία της προσδοκίας].
Αποσύρθηκα· πρόδωσα είπαν· αποσύρθηκα, λέω,
σέρνοντας, πετώντας, τέλος πάντων,
αρνήθηκα να χρεωθώ ακόμη μερικούς αιώνες
αθλιότητας, μόνο και μόνο επειδή θα λείπω.
Ό,τι δεν είναι γάγγραινα στη γλώσσα
είναι ήδη αφόρητη πληγή.
Εξάλλου, όταν έχεις τόσο χρόνο στην εξουσία σου,
ο κόσμος μπορεί ν' αγαπηθεί από την αρχή
ή να τον ξεχάσεις απ' την αρχή.
Τα νοήματα πεθαίνουν καθημερινά, ούτως ή άλλως·
αποσυντίθενται απροσδόκητα γρήγορα.
Δεν προλαβαίνεις να θάβεις.
Η γη μυρίζει ασφυκτικά σιωπή.
Τελικά, εμφανίζονται καινούργια.
Τρίβονται αδέξια στα χέρια σου
[χέρια προπάντων ο άνθρωπος, θυμάσαι;]
καταθέτουν στα πόδια σου την πείνα και τη δίψα τους,
την ορφάνια, την ισχνή αφοσίωσή τους.
Τα ταΐζεις την ίδια ένδεια που έθαψες χιλιάδες φορές.
Όταν δροσίζει, κουλουριάζονται κοντά σου ικανοποιημένα.
Κάτι είναι κι αυτό, όταν έχεις τόσο χρόνο
στη διάθεση της φθοράς σου.
Τί γνώριζα για την επίμονη χορδή της αστοχίας τους;
Πρόκειται ίσως για ακαριαίες επιτάσεις
εκεί που τίποτε δεν αντιστέκεται στον πειρασμό
[στον κορεσμό επίσης]
εκεί που τίποτε δεν αξιώνεται το μέγεθός του,
το σχήμα του, το βάθος, τη διαρκή ακύρωσή του,
αυτό που ήταν νά 'ναι και δεν είναι και δε θά 'ναι,
δέκα αιώνες Αριστοτέλης να ματώσουν
κι άλλοι τόσοι Μέγας Βασίλειος ν' αφορμίσουν
μιά ψύχρα προς τα επάνω, μιά ζέστη προς τα μέσα.
Πόσα δέντρα ρίζωσαν και φύλλωσαν έκτοτε;
Πόση πέτρα αποχώρησε; Πόση άμμος δε μετρήθηκε;
Μιάν εικόνα περιφέρει ο άνθρωπος·
άδικα ταράζεται. Ο Άνθρωπος!
Μένει να πονέσουμε, σύντομα, σχεδόν τώρα.
Στέφανε, έτσι κι αλλιώς το μέλλον υστερεί,
αναπτύσσεται και δοκιμάζεται.
Το παρελθόν σηκώνει όλο το βάρος της πραγματικότητας
που είναι φωτεινή σαν φύλλο και σκοτεινή σαν ρίζα
κι αιφνίδια σαν καρπός ή θάνατος.
[Τρομερή αξίωση να βρίσκεσαι εδώ κάτω ζωντανός!]
Ονειρευόμαστε μιάν ώρα που θα κλείσει
τον ανοιχτό λογαριασμό κάθε ταραγμένης ώρας,
στο χρυσοφόρο βάθος της απελπισίας.
[Απαράδεκτη αξίωση να βρίσκεσαι εκεί πάνω ιδιόκτητος!]
Αλλά, τί αγγίζει την ουσία του ριγμένου στη ζωή;
Η αποδοχή είναι εξίσου κενή με την απόρριψη·
η απόρριψη εξίσου κενή με την αποδοχή.
Η απόφαση δε σημαίνει τίποτε στο κέντρο της·
δε χαράζει καμιά κατεύθυνση,
δε διαγράφει καμιά δύναμη,
δε διαθέτει δύο πρόσωπα
για να διαπιστώσεις το πρόσωπό σου:
σαν ελάφι στο δρόμο για την πηγή
ή σαν αλυσοδεμένος τρωγλοδύτης στο δρόμο για το φως.
Ο κόσμος είναι πια ένας θεμελιωμένος κόσμος.
Οι άνθρωποι γνωρίζουν ο ένας τον άλλον
κι όλοι μαζί τίποτε γαλάζιο ή πράσινο,
κόκκινο, λευκό και μαύρο λίγο πριν σημάνει χρυσάφι.
Ακολουθεί η σιωπή μιάς πίστης
που την εγκαταλείπουμε και μας εγκαταλείπει,
ενώ οι μέρες συνεχίζουν ν' αντηχούν αμηχανία·
αιώνες τώρα, αιώνες από τώρα.
Στέφανε, φονιά των ονείρων που κραυγάζουν ψυχή
με χίλιες λέξεις ορθάνοιχτες
σαν στόματα πουλιών παγιδευμένων·
Στέφανε, πουλί σαρκοβόρο
πάνω στη βιασύνη των φτερών του,
τί καίριο θ' αποφασίζαμε
σε μιά στιγμή αναιδέστατης αμηχανίας;
Με όλες τις δυνάμεις μας θα τείναμε προς το άμεσο μέλλον,
το λιγότερο επισφαλές μέλλον,
το περισσότερο κερδοφόρο μέλλον.
Για να δημιουργήσουμε, θα έπρεπε να ελπίσουμε,
να τείνουμε το χέρι και να βαδίσουμε. Σ' αυτήν την πορεία,
οι πολυτέλειες του παρελθόντος θα καταντούσαν ανάγκες.
Η πραγματικότητα θα έτρεχε να κρυφτεί,
για άλλη μιά ακμαία φορά, σε ό,τι φαίνεται.
Μιαν εικόνα περιφέρει ο άνθρωπος·
άδικα ταράζεται. Ο Άνθρωπος!
«Μα, πρόκειται για τραγωδία!» θα μου πεις.
Ρωτώ, τί γνωρίζει από την πληγή ο δήμιος;
Την επιτυχή έκβαση μιας μέρας κουραστικής·
το πολύ ορισμένους ενοχλητικούς λεκέδες,
την τύφλα του, την κώφωσή του,
την πρόωρη άνοια των αναστεναγμών του
γνωρίζει, αδελφέ μου! Τί θέλεις λοιπόν;
Τον κόσμο κλεισμένο σ' ένα μεγάλο θολωτό οικοδόμημα,
γεμάτο σπηλιές κι άπλυτους στρατιώτες
και πεινασμένους αγρότες και αστυνομευόμενους είλωτες;
Πρέπει να μας συντρίψει, πρωί-πρωί,
η ανάγκη της έκτακτης δραστηριότητας,
σαν ένα μπρούτζινο αμόνι, πέφτοντας από τον ουρανό
εννέα μέρες και εννέα νύχτες [συνεχώς];
Πρέπει να μας συνθλίψουν
λιγότερο ομοιόμορφοι και αυστηροί κανόνες,
επειδή οι περιστάσεις είναι κρίσιμες
και η κατάσταση ρευστή και είμαστε αναγκασμένοι
να βρίσκουμε μεθόδους νέες και αποτελεσματικές
για να υπερασπιστούμε το θάνατο από γερατειά
μπροστά στο θάνατο από νιάτα;
Μη χτυπάς τους βασιλιάδες παρά μόνο κατακέφαλα.
Αλλιώς ασχολήσου με την κοινωνονιολογία των θεσμών
κι άσε τους άλλους να σου φέρνουν το εργαστηριακό υλικό·
το αίμα βάφει μόνο στο πεδίο της μάχης.
Στέφανε είσαι ολότελα τυφλός;
Και βέβαια η τιμή της άγνοιας θ' ανέβει.
Δεν υπάρχει άλλη λύση. Είναι μιά λύση
που προκαλέσαμε εμείς, οι «φωτισμένοι».
Αυξήσαμε την τιμή της απορίας
που τους προμηθεύσαμε, το ίδιο
και την τιμή της επινοητικότητας.
Αγόραζαν την ακαθάριστη αλήθεια μας,
την επεξεργάζονταν και μας την επέστρεφαν
εκατό φορές πιο ακριβή. Είναι νομίζω
δίκαιο να πληρώσουμε επιτέλους
περισσότερο για την αλαζονεία μας·
ας πούμε δέκα φορές φορές περισσότερο, με σιωπή.
Τί άλλο; Είσαι έτοιμος, μόλις τελειώσει η μάχη
ν' αρχίσει η σφαγή; Ο στρατός
να ψάχνει τους εξεγερμένους που κρύβονται,
να μπαίνει στα σπίτια για να συλλάβει
όσους επιχειρούν να διαφύγουν,
οργανώνοντας αληθινές κολάσεις
πίσω από κάθε θάμνο; Άμαχοι άνθρωποι
να συνωθούνται στους φεγγίτες των υπογείων,
για ν' αδειάσουν τα όπλα τους φρουροί ερεθισμένοι
από τη μυρωδιά του ξένου θανάτου.
Τόσοι νεκροί! Πόσοι δεν ξέρουμε.
Άς μείνουμε στην αοριστία,
για να είμαστε, όπως πάντα, ακριβείς με τα λεγόμενα
και άσχετοι με τα νοούμενα. Στέφανε, Στέφανε,
στο αίμα πηγαίνει το τσακάλι, όχι το λιοντάρι.
Λυπήσου λοιπόν τον εαυτό σου κι εμένα
που ανησυχώ και δε λυπάμαι παρά μόνο τα δάκρυά μου,
γιατί τέτοιος λάσπωσα τα χέρια του θεού.
Σε λίγο, ο ουρανός και η γη θ' αποχωρήσουν
στο τρεμούλιασμα μιάς φλόγας, χωρίς κερί, ούτε φλόγα.
Πού θα βρεθεί τόπος - πες μου αν μπορείς-
για όσους φορτώθηκαν τόσο σκοτάδι;
Ίδιοι με δαίμονες ή και χειρότεροι ίσως,
θα καταντήσουν πρόσφοροι για κάθε είδους τιμωρία,
μέχρι να βγουν από την παλιά τους πλάνη
και να εξαγνιστούν στο φως της καινούργιας
που θα ομολογείται παντού· στις πόλεις, στα χωριά,
στις γειτονιές, στις πλατείες, με εικόνες και σημάδια
και μορφασμούς· μόνον όχι με λόγια και έργα.
Δε βλέπεις, Στέφανε, πως θα βρεθείς,
άπιστος τη μέρα της πίστης και πιστός τη μέρα της απιστίας,
υποφέροντας μιά δριμύτερη Κόλαση από εκείνους
που δε γνώρισαν καθόλου Κόλαση;
Η πρώτη σιωπή δική μου, η δεύτερη δική σου!
Φύλαξε τους δρόμους της γλώσσας σου·
κάνε το στόμα φυλακή και κλείσε έξω τα θύματά σου.
Ένας κόσμος αποφασισμένος, δεν είναι κόσμος.
Ετοιμάσου! Έχεις να θερίσεις
το παράπτωμα μιάς απέραντης ελευθερίας
που λέει γεράκι όταν τρέχει ερπετό
και λέει φίδι όταν πετάει πέτρα.
Μιαν εικόνα περιφέρει ο άνθρωπος·
άδικα ταράζεται. Ο Άνθρωπος!
Έζησα ήδη αρκετά.
Θα μείνω με το σφάλμα της πληγής μου.
Τέλειωσα. Σέρνεται πάλι η ψυχή, την ακούω.
Δεν τρίζει, σφυρίζει. Δεν κρύβεται, κυκλώνει.
Με χρειάζεται, μέχρι να εκτίσει τον κόσμο.
http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/archilochos/blanas/iim.html