Up to parent article

    IV ΑΜΑΧΟΣ

δημοσιεύτηκε April 13, 2009 από anonymous

 

 

[Ένας άντρας βαδίζει στο στενό πεζοδρόμιο. Ένα σκυλί, ακολουθεί τα βήματά του· κάποτε μπαίνει μπροστά. Τον κοιτάζει. Ο άντρας το διώχνει, ψιθυρίζοντας κάθε φορά τα ίδια μεθυσμένα λόγια. Δεν είναι στον τόπο του, ούτε ελπίζει να γυρίσει σύντομα. Δεν έχει σημασία. Ούτε πως υπήρξε φοιτητής της Κλασικής Φιλολογίας. Σημασία έχει πως από λίγο γλύτωσε το θάνατο στο στρατόπεδο προσφύγων που τον είχαν μεταφέρει. Κάπου στα Βαλκάνια. Νύχτα.]

 

Ξένος σε ξένο τόπο τί να πω και τί να κρύψω,
κυκλωμένος από την καχυποψία;
Πες μου. Τουλάχιστον εσύ
κάτι θα ξέρεις παραπάνω
γι' αυτό το απίστευτο λαγούμι,
που μυρίζει ανθρώπινο αίμα όταν βρέχει,
και μυρίζει βροχή όταν ματώνει.
Μίλα ή σβήσε μόνος σου· να λείπουν
θαύματα και μαγείες και κόλπα!
Φύγε απ' το δρόμο μου· τραβήξου!
Μπορώ να τρεκλίσω το δικό μου σκοτάδι.


Άνω Δολιανά Αρκαδίας - Αθήνα, 2001