Γιώργος Μπλάνας-Παγκόσμια ιστορία της τρομοκρατίας

δημοσιεύτηκε October 15, 2009 από anonymous
τροποποιήθηκε October 15, 2009

 

 

                                                                       Μέρος Α'

 

        του Γιώργου Μπλάνα

 

1. Ο ΟΜΗΡΟΣ, Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΜΠΑΧΑΜΟΥΤ

Ο Όμηρος ξεκινώντας την ένατη ραψωδία της Ιλιάδας, στην οποία περιγράφεται η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια των ανθρώπων να πείσουν με λόγια αυτόν που δεν πείθεται με όπλα - τον Αχιλλέα φυσικά -   πλάθει μια βαθύτατα ρεαλιστική εικόνα της τρομοκρατημένης ψυχής. «Όπως ορμάνε ξαφνικά εκείνοι οι δυο εμπόλεμοι άνεμοι από τη Θράκη, ο Ζέφυρος και ο Βοριάς, για να διχάσουν την ωκεάνια πατρίδα των ψαριών και σκοτεινό το κύμα εξωθεί τα φύκια στην εξορία των ακτών, έτσι παράδερναν κατάστηθά τους».

Παράδερναν κατάστηθά τους οι Αχαιοί, εσωτερικά διχασμένοι ανάμεσα στο ενδεχόμενο να σταθούν και να πολεμήσουν δίχως τη συνδρομή του Αχιλλέα ή να το βάλουν στα πόδια. Ο τρόμος προβάλλει σ` αυτούς τους στίχους σαν ένα δίλημμα. Οι Αχαιοί είχαν να διαλέξουν τον γκρεμό της ατιμωτικής υποχώρησης ή το ρέμα του θανάτου σε μιαν άνιση μάχη. Το απολύτως βέβαιο είναι πως ήθελαν να φύγουν -από εκεί και ο «φόβος», το «φευγιό»- να βρεθούν κάπου αλλού και όχι εκεί.

 

 

 

 

Μερικούς αιώνες αργότερα, ένας προσεκτικός στις κρίσεις του άνθρωπος - ίσως γιατί τα συναισθήματά του είχαν ατονήσει τόσο που διακινδύνευε πολύ λίγα πράγματα- ο Εμμανουήλ Καντ, υπαινίχθηκε, χρησιμοποιώντας τη συγκρατημένη γλώσσα της κυριολεξίας, αυτό που ο Όμηρος είχε εκσφενδονίσει σαν πέτρα καταπάνω στα κεφάλια των ανθρώπων χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των μεταφορών: ο τρόμος δεν είναι παρά η απώλεια κάθε ελπίδας για την εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, στο αφόρητο πρόβλημα του εδώ και μαζί. Έκτοτε θα γνωρίζαμε τον αναρχισμό, που φημολογείται πως αποθεώνει την τρομοκρατία, ενώ δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να διαβάζει σωστά τον Πλάτωνα, και τον κομμουνισμό, που φημολογείται πως είναι μια μορφή καταπίεσης των ανθρώπων, ενώ δεν είναι παρά μια μορφή διευθέτησης του κοινωνικού ζητήματος τόσο προβληματική όσο όλες. Ο κατάλογος των σοφών που αποδέχθηκαν ή και αποθέωσαν τη βία ως μέσο επίτευξης ανθρωπιστικών στόχων, δεν αρχίζει με τον Πλάτωνα ούτε τελειώνει με τους μαρξιστές και αναρχικούς θεωρητικούς.

Ως εκ τούτου, θα μπορούσαμε -και μάλιστα χωρίς να κατηγορηθούμε για υπερβολική απαισιοδοξία- ν' αντιμετωπίσουμε την Ιστορία σαν ένα τεράστιο μυθιστόρημα με αλλεπάλληλα επεισόδια ανηλεούς κατατρομοκράτησης των ανθρώπων από τους ανθρώπους: ατέλειωτοι πόλεμοι, λυσσαλέες μάχες, αλύπητες συγκρούσεις, αποτρόπαιες γενοκτονίες, φρικτά πνευματικά και σωματικά βασανιστήρια, φυλακίσεις, δικτατορίες, κι ακόμα αιμοσταγείς δολοφονίες, εκβιασμοί, καθημερινοί ξυλοδαρμοί παιδιών, γυναικών, γερόντων, αθώων πολιτών, διαμαρτυρομένων εργατών. Θα ταραζόμαστε, ασφαλώς, παρόλο το αμείωτο ενδιαφέρον με το οποίο θα κατασπαράζαμε τις σελίδες. Θα κάναμε χίλιες δυο σκέψεις, ποτέ όμως τη χιλιοστή τρίτη, τη σκέψη πως ήδη πέσαμε στην παγίδα μιας τρομοκρατικής ενέργειας. Η μανία των ανθρώπων να τρέφονται με το πτώμα της γαλήνης των γύρω τους, θα μας τρομοκρατούσε τόσο πολύ, ώστε ν' απωθήσουμε, να ξεχάσουμε, να μην σκεφτούμε καν το γεγονός πως -είτε το θέλουμε είτε όχι- είμαστε θύτες, θύματα ή όργανα μιας ατελεύτητης σύγκρουσης με τους άλλους και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Η πρώτη τρομοκρατική ενέργεια στη ζωή κάθε ανθρώπου είναι εκείνο το παρατεταμένο κλάμα, με το οποίο προσπαθεί να εξασφαλίσει την τροφή του. Υπονοεί πως, αν δεν τον ταΐσουν, θα προβεί στην καταστροφικότερη για τους γονείς ενέργεια: τον θάνατό του. Αλλά τα κοινωνικά κίνητρα είναι ακόμα πολύ μακριά από το βρεφικό λίκνο.

Η κοινωνία είναι άλλου είδους γεγονός. Ωμό, βέβαια, όπως και η βίαιη ικανοποίηση των επιθυμιών του βρέφους, αλλά εξαιρετικά πιο πολύπλοκο. Ο Μαρξ απέδωσε αυτήν την πολύπλοκη ωμότητα στη διαρκή -κατά ομάδες- σύγκρουση των ανθρώπων με κατεξοχήν αντικείμενο το κέρδος και την εξουσία. Κάπως θα έπρεπε να εξηγήσει αυτήν την κόλαση, που δεν είχε καμιά σχέση με την ιδανική εικόνα του ανθρώπου, την οποία ετοίμασε ο χριστιανισμός για κατανάλωση από τις αμόρφωτες μάζες (οι Έλληνες άλλα πίστευαν, άλλα τους είχε διδάξει η οξύτατη όρασή τους). Ένα όποιο ένστικτο επιθετικότητας, καταστροφής ή και αυτοκαταστροφής -τόσο παραπλανητικά εμφανές στην περίπτωση του βρέφους- δεν μπορεί να εξηγήσει κυρίως το αντίθετο: την εκπληκτική διάθεση ορισμένων ανθρώπων να επιδίδονται σε έργα ειρήνης. Η τέχνη, η φιλοσοφία, η επιστήμη, μπορεί κάλλιστα να είναι προσπάθειες των ανθρώπων να εξωραΐσουν τα αιμοβόρα ένστικτά τους, όπως ισχυρίστηκε ο Φρόιντ, αλλά μια τέτοιου είδους άποψη δεν μπορεί να ερμηνεύσει επίσης και το γεγονός πως η τέχνη, η φιλοσοφία, η επιστήμη ρίχνονται συχνά με μανία στον αγώνα της εξόντωσης των ανθρώπων από τους ανθρώπους, αποτελούν στήριγμα λογής λογής εξουσιών. Θα πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε την αλήθεια: οι άνθρωποι -εμείς και οι άλλοι- δεν είμαστε παρά προϊόντα των θεσμών μας: ανάποδα θηρία, δηλαδή άγγελοι σαρκοβόροι. Ο μοναδικός τρόπος να υπάρχουμε είναι οι θεσμοί. Δε γνωρίζουμε άλλον τρόπο να είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε άνθρωποι έξω από τους θεσμούς, αλλά αφηρημένες έννοιες, ευχολόγια τρομαγμένων διανοουμένων. Παλεύουμε για να υπάρξουμε, για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας, ανάγκες που δε γνωρίζουμε ποιες ακριβώς είναι, αν δε δοκιμάσουμε τα πάντα, αν δε δώσουμε στο τυχαίο, στο συμπτωματικό, την ευκαιρία να μας δείξει το μόνιμο, το σταθερό, αυτό που είμαστε προορισμένοι να είμαστε. Η αθωότητα του ανθρωπίνου όντος δεν έγκειται στις αρετές του: φανταστικές κατασκευές ανθρώπων που ποθούν να οδηγήσουν, να διορθώσουν, να εξουσιάσουν σε τελευταία ανάλυση τους ανθρώπους, αλλά στο πολύ απλό γεγονός πως δε θέλει να πεθάνει πριν της ώρας του μέσα στον πόνο και την αθλιότητα. Από αυτήν την άποψη, δεν υπάρχει τίποτα πιο ένοχο, πιο αποτρόπαιο από τις μεγάλες αρετές, τις μεγάλες αξίες των πολιτισμένων ανθρώπων.

 

Τίποτα δεν τρομοκρατεί περισσότερο από τις διακηρύξεις για πάταξη του κακού. Κανένας δολοφόνος δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως σκότωσε, επειδή είχε άδικο, επειδή συμπεριφέρθηκε σαν τέρας. Αντίθετα, όταν επιχειρήσει να πει κάτι τέτοιο, του αποδίδουμε το ευεργέτημα της τρέλας. Εκπληκτική λογική σύγχυση: αυτός που κομματιάζει τον άλλον, επειδή νομίζει πως αποδίδει δικαιοσύνη, είναι δολοφόνος. Αυτός που κομματιάζει τον άλλον, επειδή έτσι του αρέσει, είναι τρελός. Μα δεν διακρίνεται εδώ μια ύπουλη αποδοχή της δολοφονίας ως μεθόδου απόδοσης δικαιοσύνης; Ο δολοφόνος είναι δολοφόνος όχι γιατί σκότωσε, αλλά γιατί κακώς πιστεύει πως απέδωσε δικαιοσύνη. Ας λένε ό,τι θέλουν: δεν δικάζουμε την πράξη˙ την πρόθεση δικάζουμε. Τότε, λοιπόν, ίσως έτσι να εξηγείται το πάθος με το οποίο τα οργανωμένα κράτη διώκουν ό,τι αποκαλούν Τρομοκρατία. Πολύ λίγο τους ενδιαφέρουν οι δολοφονικές πράξεις των αποκαλουμένων Τρομοκρατών. Τρέμουν, όταν αναλογίζονται τις προθέσεις τους, γιατί γνωρίζουν πως οι Τρομοκράτες επιδιώκουν την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών και γνωρίζουν καλά πως αυτές οι ανάγκες αντιστρατεύονται την ίδια την ύπαρξη των οργανωμένων κρατών ως είναι και βρίσκονται εκείνη την στιγμή.

Ξέρουν ακόμα πως η τρομοκρατία δεν είναι μια ξεχωριστή δύναμη που δρα με δικούς της ξεχωριστούς στόχους, αλλά ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των κοινωνικών διαδικασιών. Δεν τους ενδιαφέρει ο τρόμος που νοιώθει ένας πολίτης, όταν βγαίνει στον δρόμο με το αυτοκίνητό του, αμφιβάλλοντας αν το αχαλίνωτο, ανεξέλεγκτο κυκλοφοριακό περιβάλλον θα του επιτρέψει να επιστρέψει στο σπίτι του. Δεν τους ενδιαφέρει ο τρόμος που νοιώθουν οι τηλεθεατές, όταν παρακολουθούν διαφημίσεις για τρόφιμα, στις οποίες οι ανταγωνιστικές εταιρίες προσπαθούν να διαβάλουν η μια τα προϊόντα της άλλης, καταφέρνοντας να διαβάλουν συνολικά τα προϊόντα, μεγάλες ποσότητες των οποίων έχουν ήδη καταναλωθεί από το αγοραστικό κοινό. Γνωρίζουν πως οι προθέσεις των παραπάνω τρομοκρατικών ενεργειών δεν αμφισβητούν, δεν αντιστρατεύονται την ακεραιότητα του οργανωμένου κράτους. Έτσι, όταν ακούμε τους πολιτικούς ηγέτες να μιλούν για τρομοκρατία, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως αναφέρονται σ` εκείνες τις πράξεις των οποίων οι προθέσεις θέτουν σε κίνδυνο την εξουσία τους. Αναφέρονται σ` έναν πόλεμο τον οποίον σχεδόν πάντα ανοίγουν οι ίδιοι, αλλά εκ του πονηρού δεν κηρύττουν.

Όταν το πεδίο σύγκρουσης μεταφερθεί στους δημόσιους χώρους, όταν αρχίζουν τα θύματα μεταξύ των αμάχων, τότε κατακεραυνώνουν τους αντιπάλους τους, ξεχώνοντας από τ' αζήτητα όλες τις αξίες, τις αρετές του Ανθρώπου -οι οποίες στο μεταξύ κατεξευτελίζονταν καθημερινά από άλλου είδους τρομοκρατικές ενέργειες, πιο συμβατές με τη διατήρηση της εξουσίας- και επιχειρούν απλά έναν τακτικό ελιγμό: παίρνουν με το μέρος τους τον άμαχο πληθυσμό. Αλλά στη ζωή τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο εύκολα όσο φανταζόμαστε. Αυτό που συνήθως ονομάζουμε τρομοκρατία -ο πολιτικός κλεφτοπόλεμος δηλαδή- είναι ένα παιχνίδι που δε γνωρίζει κανείς τους κανόνες του (πόσο μάλλον τον ορισμό του) πριν αποφασίσει να το παίξει. Αυτό δε σημαίνει πως δεν έχει παρελθόν και προϋποθέσεις. Ο τρόμος της ξαφνικής επίθεσης από κάποιον ή κάποιους στοιχειώνει κάθε εξουσία, γιατί κάθε εξουσία γνωρίζει πως το επίπεδο αντοχής των ανθρώπων στην αδικία, τη βία, τον εξευτελισμό, την ανέχεια είναι πολύ διαφορετικό. Ανά πάσα στιγμή ο οποιοσδήποτε μπορεί να μεταβληθεί σε τρομοκράτη, αδιάφορο αν σπάσει ένα αυτόματο μηχάνημα εισιτηρίων, ξυλοκοπήσει έναν φύλακα πάρκου, σπάσει το γραφείο ενός αξιωματικού της αστυνομίας -στο οποίο κρατείται- ή βάλει βόμβα σε δημόσιο χώρο. Σημασία έχει πως σε όλες τις περιπτώσεις η πρόθεση είναι ίδια: αντίσταση ή και εκδίκηση σε μια κατάσταση που είναι ή υποτίθεται πως είναι άδικη.

 

 

 

Η προϋπόθεση του παιχνιδιού της τρομοκρατίας είναι η αδικία, η αίσθηση της αδικίας και εν πολλοίς η κατάσταση της έννοιας του δικαίου. Για ποιον δουλεύει η κοινωνία; Ποιος είναι ο στόχος της; Τι κάνουν οι άνθρωποι εκεί όλοι μαζί; Τυραννούν ο ένας τον άλλον ή αλληλοβοηθούνται; Μοιράζονται την ίδια αθλιότητα ή την ίδια ευημερία; Πώς ν' αποφύγει κανείς τη βία, όταν γύρω του υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα και με την πιο ελαστική κρίση δε θα ήταν δυνατόν να χαρακτηριστούν απαιτητικοί; Όταν η υπόστασή τους εκμηδενίζεται; Κάποιοι σκοτώνουν τους πιστωτές τους. Αλλά αυτό δε θέτει σε κίνδυνο το οργανωμένο κράτος κι έτσι χαρακτηρίζεται δολοφονία. Κάποιοι άλλοι σκοτώνουν τους αστυνομικούς που τους φρουρούν, αλλά αυτό θέτει σε πολύ μικρό κίνδυνο το οργανωμένο κράτος και χαρακτηρίζεται οργανωμένο έγκλημα. Αν ο νεκρός αστυνομικός είναι ξένος, ανήκει στον στρατό κατοχής της χώρας που τελείται το έγκλημα, τα συμφέροντα κάποιου οργανωμένου κράτους κινδυνεύουν και η δολοφονία χαρακτηρίζεται τρομοκρατική ενέργεια. Για τον νεκρό αστυνομικό όμως δεν είναι παρά θάνατος και μόνο θάνατος. Ωστόσο, πόσοι αστυνομικοί γνωρίζουν ότι οι εργοδότες τους σέβονται περισσότερο έναν τρομοκράτη (γιατί τον φοβούνται) από τους αστυνομικούς (τους οποίους θεωρούν δούλους τους;)

Η αδικία, λοιπόν, ωθεί τους ανθρώπους στην πολιτική αντίσταση. Κάποτε αυτή η αντίσταση παίρνει μορφές πολύ βίαιες, ακραίες, μορφές που δεν υπολογίζουν τις συνέπειές τους για τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Φυσικά! Αφού το ίδιο το οργανωμένο κράτος δεν υπολόγισε ποτέ τις ζωές των πολιτών του, πώς θα τις υπολογίσει ένας ωρυόμενος αδικημένος; Το απολύτως βέβαιο είναι πως κάθε τρομοκρατική ενέργεια έχει θύματα. Τα βλέπουμε πάντα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Κάποιος αφαιρεί τη ζωή από κάποιον ή κάποιους άλλους. Κι όμως, τα θύματα αυτά που πληγώνουν τα μάτια μας δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος των ζωών που αφαιρούνται. Νεκρός είναι ο νεκρός, νεκρός είναι κι αυτός που περιμένει να πεθάνει από στιγμή σε στιγμή. Ζει τη ζωή ενός νεκρού. Είναι ένα είδος βρικόλακα, που τρέφεται με τα ψυχικά αποθέματα των άλλων αδυνατώντας ν' αναπτύξει τη δική του αυτοφυή ζωτικότητα, να δημιουργήσει τον εαυτό του, να ζήσει τη ζωή του. Υπήρξαν -και υπάρχουν- ολόκληρες κοινωνίες βρικόλακες˙ στην Ανατολή, στη Δύση, στο Νέο Κόσμο. Καθηλώθηκαν στην ψύχωση του τρόμου, δεν παρήγαγαν παρά μόνο τρόμο ή τρομοκρατικές προσπάθειες για ν' απαλλαγούν από τον τρόμο. Αυτό που ονομάζουμε Περίοδος της Τρομοκρατίας στη Γαλλική επανάσταση δεν ήταν παρά μια βίαιη προσπάθεια απαλλαγής της γαλλικής κοινωνίας από τη φεουδαρχική τρομοκρατία, και ακολουθήθηκε από κατατρομοκράτηση των οπαδών της, με πρόσχημα την απαλλαγή της Δημοκρατίας από την τρομοκρατία, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο τρόμος δε σχετιζόταν με την προσπάθεια μιας κοινωνίας-βρικόλακα να συντηρήσει την παρασιτική αιωνιότητά της σχετιζόταν με την αγωνία των ανθρώπων να ξεφύγουν από το παρελθόν.

Οι πραγματικά τρομοκρατημένοι δεν ήταν οι αριστοκράτες, αλλά οι καρμανιόλοι. Οι αριστοκράτες το πολύ να έχαναν το προνόμιο του αφέντη. Οι καρμανιόλοι διακινδύνευαν την ίδια την ελευθερία τους. Για τον αριστοκράτη, ακόμα και ο θάνατος θα μπορούσε να είναι μια δημόσια τελετή. Για τον καρμανιόλο θα ερχόταν σαν μια ακόμα αθλιότητα στην άθλια ζωή του. Αντίθετα, η Τουρκική Αυτοκρατορία έζησε τρομοκρατώντας τους υπηκόους της. Ο τρόμος που έσπειρε σχετιζόταν με την καταστροφή κάθε ίχνους ζωτικότητας στην επικράτειά της. Το ίδιο έκανε και η Αγγλία σε πολλά σημεία του πλανήτη. Ύστερα αποτέλειωσαν την καταστροφή, σε υποτιθέμενους αγώνες ενάντια στους τρομοκράτες που είχαν δημιουργήσει. Πρόκειται για Ρωμαϊκή τακτική. Ο μόνιμος τρόμος των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων ήταν οι Πραιτοριανοί, οι φονιάδες που τους προστάτευαν. Τόσο πολύπλοκο πράγμα είναι λοιπόν η Τρομοκρατία; Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Ύστερα πάλι, όχι. Έχει κι αυτή τα σταθερά γνωρίσματά της, όσο κι αν ο ορισμός της μεγαλώνει και μικραίνει σαν λάστιχο κατά καιρούς. Όσο περισσότερο στενεύει, όσο περισσότερη σαφήνεια αποκτά, τόσο περισσότερα φαινόμενα τρομοκρατίας αφήνει απέξω, κινδυνεύοντας να καταστεί ηθικά διάτρητος. Όσο πιο ευρύς και ασαφής γίνεται, τόσο θολώνουν τα όρια ανάμεσα στην τρομοκρατία και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια διαμαρτυρίας, με αποτέλεσμα να την πληρώνουν πάντα τα θύματα.

Όσο για τον ορισμό της τρομοκρατίας, να ένας που προέρχεται από την αμερικανική κυβέρνηση: «Προμελετημένη βία με πολιτικά κίνητρα που διαπράττεται εναντίον μη εμπόλεμων στόχων από μη επίσημους εθνικά ή κρυφούς παράγοντες, προκειμένου συνήθως να επηρεάσουν μια μερίδα πολιτών. Ένας πρώην αξιωματούχος της ΣΙΑ προτιμά να δώσει μόνο τα κύρια χαρακτηριστικά και όχι έναν ορισμό. «Η τρομοκρατία είναι προμελετημένη, σχεδιασμένη. Δεν είναι αποτέλεσμα οργισμένης αντίδρασης. Έχει χαρακτήρα πολιτικό και όχι εγκληματικό, όπως οι ομάδες της Μαφίας που θέλουν μόνο χρήμα. Η τρομοκρατία επιζητεί την πολιτική αλλαγή. Πραγματοποιείται από πολίτες και όχι από στρατιωτικούς, από ανεπίσημους παράγοντες και όχι από στρατούς. Το Λεξικό της Οξφόρδης προτιμά έναν πιο γενικό ορισμό: «Τρομοκρατία: πολιτική πρακτική που στοχεύει να σπείρει τον τρόμο στους αντιπάλους κάποιας πολιτικής άποψης χρησιμοποιώντας μεθόδους εκφοβισμού». Είναι φανερό πως ένας τεράστιος αριθμός ενεργειών που κατατρομοκράτησαν τις κοινωνίες δεν μπορεί να καλυφθεί από τους παραπάνω ορισμούς.

Ο τρόμος του Τρίτου Ράιχ δεν ήταν τρομοκρατία από τη στιγμή που η Γερμανία ενεπλάκη σε πόλεμο με άλλες χώρες. Η δράση του επιλεγόμενου Τζακ Αντεροβγάλτη δεν ήταν τρομοκρατία, αφού δεν είχε πολιτικούς στόχους. Ποιος ρώτησε τις τρομοκρατημένες ψυχές; Να κι άλλος ένας ορισμός -εξωφρενικός αυτήν τη φορά- από το FBI: «Τρομοκρατία: Η παράνομη χρήση βίας για την καταστροφή της ζωής και της περιουσίας πολιτών, με πολιτικούς στόχους»! Προφανώς υπάρχει και νόμιμη χρήση βίας για την καταστροφή. Φυσικά και υπάρχει, αφού έτσι αποφάσισαν οι άνθρωποι. Κανείς δε θα μπορούσε να τους αρνηθεί το δικαίωμα να θεσπίζουν τις δικές τους αξίες. Το κακό βρίσκεται στην προσπάθειά τους να επιβάλουν σε όλους αυτές τις αξίες, στηρίζοντάς τις είτε σε υπερφυσικά επιχειρήματα (ένας παντοδύναμος θεός που θεμελιώνει την κλίμακα αξιών) είτε στα όπλα. Και στις δύο περιπτώσεις η υποκρισία συναγωνίζεται σε δύναμη τη θηριωδία. Μακριά από τους ορισμούς, λοιπόν. Οι ορισμοί αποτελούν ήδη μια τρομοκρατική ενέργεια: απαγάγουν την πραγματικότητα και ζητούν από τους ζωντανούς ανθρώπους να αποδώσουν στους απαγωγείς τη σκέψη τους. Αναγνώρισε την εξουσία μου, λέει ο σοφός απαγωγέας, αν θέλεις να ξαναπάρεις πίσω την πραγματικότητα. Απαγωγή και απάτη. Θα δώσεις τα πάντα αλλά θα πάρεις πίσω άλλο πράγμα. Η πραγματικότητα που σου στέρησαν είναι ήδη νεκρή. Το πραγματικό αντικείμενο του εκβιασμού είναι μια ενδεχόμενη απαγωγή εσού του ιδίου, των σκέψεων, των συναισθημάτων, των ιδεών σου. Πληρώνεις και κρατάς τη σκέψη σου, που όμως δεν ταιριάζει πια σε καμιά πραγματικότητα.

 

Οι άνθρωποι ζούσαν και ζουν μέσα στον τρόμο. Το ξεχνούν όμως, με τον ίδιο τρόπο που μια επουλωμένη πληγή στο γόνατο μπορεί να σημαίνει λήθη του χτυπήματος.

 

Τα ψυχολογικά δεδομένα του τρόμου είναι πολύ απλά -αν εμπιστευτούμε τον Όμηρο- αλλά η σκέψη μας δεν είναι πια καθόλου απλή. Αιώνες ανασκαφών στα βάθη της ψυχής, μας χάρισαν πολύτιμες γνώσεις, αλλά μας έδειξαν και τον τρόπο να τις αγνοούμε, όταν μας τρομάζουν. Στην πραγματικότητα είμαστε ακόμα (και για πάντα υποθέτω) δέσμιοι του γεγονότος πως τα παιδιά μας δε διαφέρουν σε τίποτα από τα παιδιά των προϊστορικών ανθρώπων. Στην ανατροφή τους επαφίεται η διαφορά ενός σύγχρονου ανθρώπου από έναν πρωτόγονο. Τι μπορεί να κάνει αυτή η ανατροφή είναι αμφίβολο. Μπορείς εύκολα να μάθεις σ` ένα νέο άνθρωπο πως η γη είναι στρογγυλή και το σύμπαν αποτελείται μόνο από ύλη, αλλά ίσως δεν ξεριζώσεις ποτέ από την ψυχή του την ενστικτώδη βεβαιότητα πως η νύχτα είναι γεμάτη τέρατα έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Οι επιλεγόμενες ψυχολογικές αντιδράσεις των ανθρώπων διαθέτουν κάτι εντελώς ασύμβατο προς τη σκέψη του ψυχολόγου και σπάνια η ανάλυση μπορεί να προβλέψει οτιδήποτε άλλο από τις αντιδράσεις του αναλυμένου, τις οποίες ούτως ή άλλως κάποτε θα μαθαίναμε.

 

 

Οι περισσότεροι ψυχολόγοι πιστεύουν πως οι τρομοκράτες έχουν διαφορετικά κίνητρα και στοχεύουν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Προσπαθώντας να υποτυπώσουν το ψυχολογικό προφίλ τους, έχουν μπερδευτεί κάπως, δεδομένου ότι έχουν να κάνουν με ανθρώπους που ενεργούν πολύ διαφορετικά. Η επιστημονική τους συνείδηση δεν τους αφήνει να δουν κατάματα την πραγματικότητα, την πραγματικότητα που επιβάλλει το ίδιο το γεγονός, πως ασχολούνται με πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, που ενεργούν με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα και μόνο κίνητρο: να επιβάλουν τη βούλησή τους στους άλλους. Και έχουν μόνον ένα στόχο: να καταστήσουν με τον τρόμο τους άλλους ανίκανους να ενεργήσουν. Η μοναδική «θεραπεία», αν υπάρχει, είναι η εξάλειψη του τρόμου από τους άλλους, η αδυναμία οποιουδήποτε να επιβάλει τη βούλησή του σε οποιονδήποτε. Πώς όμως; Αφού ο τρόμος είναι ένα από τα εργαλεία με τα οποία το κράτος επιτυγχάνει τη νομιμότητα; Ο τρομοκράτης γνωρίζει πως η ενέργειά του θα βρει τόπο να λειτουργήσει. Ο τόπος αυτός είναι μια κοινωνία ρυθμισμένη πάνω στην επιβολή της βούλησης του δυνατού στη βούληση του αδύναμου. Μακριά από ψυχολογίες λοιπόν. Μακριά από οτιδήποτε θα μπορούσε να επιτείνει τον τρόμο μας μπροστά στην τρομοκρατία. Υπήρξαν άνθρωποι που θεωρούσαν κάποτε καλύτερο να πεθάνει κανείς παρά να ζήσει μέσα στη σκλαβιά.

Η τρομοκρατία είναι μια μορφή υποδούλωσης του άλλου. Είναι οπωσδήποτε έλλειψη απαραίτητης για την επιβίωσή μας γενναιότητας να υποδουλωνόμαστε για να μην πεθάνουμε. Είναι μάταιο ν' αφήνουμε να μας τρομοκρατούν τα μέτρα ενάντια στην τρομοκρατία, μόνο και μόνο για να μη ζούμε με τον τρόμο του θανάτου. Από την απρόκλητη βία δεν μπορεί να φυλαχτεί κανείς. Και είναι απρόκλητη η βία που ασκεί ο οποιοσδήποτε σε αδρανείς πολίτες, για να εκβιάσει το κράτος ή να «εγείρει» τη συνείδηση των πολιτών. Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στο κράτος και σ' εκείνους που πιστεύουν πως μπορούν να εκβιάσουν την ιστορία, είναι μια υπόθεση που δεν αφορά κανέναν μας. Αν πιστεύουμε αντίθετα πως η βία είναι μέθοδος λύσης των κοινωνικών προβλημάτων, τότε θα πρέπει να πληρώσουμε το αντίτιμο.

Ο τρόμος όμως τι θέση έχει εδώ; Η αλήθεια είναι πως αρκετές μορφές τρομοκρατικών ενεργειών επιβάλλονται στους τρομοκράτες με τη δύναμη της οργής. Σπάνιες είναι. Συνήθως περιορίζονται σε άτομα, τα οποία οι οργανωτές μιας τρομοκρατικής ενέργειας χρησιμοποιούν σαν εργαλεία. Οι περισσότεροι τρομοκράτες έχουν πεισθεί πως εκπροσωπούν το δίκαιο, έχουν κάνει σκέψεις -ορισμένες από τις οποίες δεν είναι χωρίς ερείσματα- έχουν καταλήξει, σχεδιάζουν και εκτελούν. Οι περισσότεροι από τους τρομοκράτες πιστεύουν πως οι άλλοι είναι ανίκανοι να πάρουν την ευθύνη της ζωής τους και αποφασίζουν να τους επιβάλουν την ευθύνη αυτή. Η ψυχολογική ρίζα της τρομοκρατίας είναι η ιδέα πως υπάρχει μια αλήθεια, ένα δίκαιο, ένας σωστός τρόπος να ζουν οι άνθρωποι. Μέσα σ` αυτήν την ιδέα καθένας αποθηκεύει τις επιθυμίες του και πράττει αναλόγως.

 

 

 

 

 

*

Τα ακόλουθα κείμενα δεν αποτελούν μιαν Ιστορία της Τρομοκρατίας με την κατεξοχήν έννοια. Διαβάζουν ορισμένα ιστορικά περιστατικά, όπως θα διάβαζαν τα επεισόδια ενός μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας είναι τρομοκρατημένος, αλλά δεν πρόκειται να κάνει πίσω. Θα σκέπτεται με τον δικό του τρόπο σε κάθε περίπτωση. Γνωρίζει πως ο μοναδικός τρόπος για ν` αγαπά κάποιος τους ανθρώπους είναι να τους αντιμετωπίζει σαν μικρά παιδιά. Κραυγάζουν οι άνθρωποι τη μοναξιά, τη θνητότητα, την απελπισία, την πλάνη τους, εξορισμένοι στην άκρη ενός απόλυτα παράλογου σύμπαντος. Μια στρογγυλή πέτρα όλο κι όλο το βιος μας. Και οι σκέψεις, οι ελπίδες μας, επιθυμίες μας; Όσο γι` αυτές.... Υπάρχει στην ισλαμική μυθολογία ένα τρομερό σε μέγεθος τέρας που λέγεται Μπαχαμούτ. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο κήτος που πλέει στη θάλασσα της απεραντοσύνης. Πάνω του στέκεται ένα τεράστιο γελάδι. Πάνω στις πλάτες του γελαδιού ένα σμαραγδένιο βουνό και στην κορυφή του σμαραγδένιου βουνού ο αρχάγγελος Γκιμπρήλ (Γαβριήλ). Στο κεφάλι του Γκιμπρήλ στηρίζονται τα επτά επίπεδα της κόλασης, πάνω στην κόλαση η γη με τους ανθρώπους και, ακόμα πιο πάνω, οι επτά ουρανοί. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι καταφέρουν να ξεφύγουν από τον τρόμο της απαισιοδοξίας, ακόμα κι αν ελπίσουν πως ακολουθώντας μιαν ενάρετη ζωή θ` ανέβουν σ` ένα από τα επίπεδα του ουρανού, πάλι η θέση τους μπροστά στο τρομερό σύστημα της δημιουργίας θα είναι μηδαμινή. Τι πιθανότητες έχουν, λοιπόν, οι σκέψεις μας, οι ελπίδες μας, οι επιθυμίες μας να αντιπροσωπεύσουν κάτι της προκοπής στη διάρκεια της ζωής μας, αφού ακόμα και μια θρησκεία τρομοκρατεί με τέτοιον τρόπο τους πιστούς της; Οι σκέψεις μας, οι ελπίδες μας, οι επιθυμίες μας είναι δική μας υπόθεση τελικά. Αν καταφέρουμε να μην τρομοκρατηθούμε, ίσως έχουμε κάποιες ελπίδες να ζήσουμε τη ζωή μας -όσο μας αφήσουν- σαν δική μας ζωή.

.bl {background: url(http://www.vakxikon.gr/components/com_magazine/layouts/images/bl.gif) 0 100% no-repeat #eeeeee; } .br {background: url(http://www.vakxikon.gr/components/com_magazine/layouts/images/br.gif) 100% 100% no-repeat} .tl {background: url(http://www.vakxikon.gr/components/com_magazine/layouts/images/tl.gif) 0 0 no-repeat} .tr {background: url(http://www.vakxikon.gr/components/com_magazine/layouts/images/tr.gif) 100% 0 no-repeat; padding:10px} .clear {font-size: 1px; height: 1px}
  http://www.vakxikon.gr/content/view/25/467/lang,el/

    Παγκόσμια ιστορία της τρομοκρατίας Μέρος Β'

δημοσιεύτηκε October 15, 2009 από anonymous

 

 

 

του Γιώργου Μπλάνα

 

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Για κάποιον ομολογουμένως παράξενο λόγο, εξαιρετικά ευφυείς άνθρωποι όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς αποδέχθηκαν με απίστευτη ευπιστία την ιδέα πως η αυθεντική μορφή κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων ήταν ένα είδος πρωτόγονου κομμουνισμού. Οι προϊστορικοί άνθρωποι υποτίθεται πως παρόλη την ένδειά τους σε υλικούς πόρους, συνήθιζαν να μοιράζονται ακριβοδίκαια το σύνολο των αγαθών που διέθετε  η κοινότητά τους. Η συσσώρευση πλούτου επέφερε ταχύτατα την διαμόρφωση της ιδέας της ατομικής ιδιοκτησίας, τον χωρισμό σε oμάδες ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών, ισχυρών και αδύναμων, εξουσιαστών και εξουσιαζομένων. Τίποτε περισσότερο από μια ακόμη ρομαντική άποψη για τον άνθρωπο: μια ακόμη μεταμόρφωση της πανάρχαιας ιδέας πως το παρελθόν υπήρξε πάντα καλύτερο από το παρόν και πως το μέλλον θα πρέπει ίσως να αποκαταστήσει τους παλιούς, καλούς καιρούς. Ο τρόμος της αλλαγής των δεδομένων στα οποία έχουν συνηθίσει, σιγόκαιγε πάντα στις ψυχές των ανθρώπων. Να πως το διατύπωσε διαυγέστατα ο Έμερσον, ένας φιλόσοφος που εμπιστευόταν ανεπιφύλακτα το μέλλον: «Δεν υπάρχουν αιώνιες αξίες˙ είναι όλες πρόσκαιρες. Οι αξίες της κοινωνίας είναι οι αρετές του αγίου. Ο τρόμος για την αλλαγή προκύπτει από την ανακάλυψη πως πρέπει να πετάξουμε τις αξίες μας, όλα όσο εκτιμούσαμε μέχρι κάποια στιγμή, στον ίδιο λάκκο που έφαγε τις προφανείς αρετές μας». Η Χρυσή Εποχή, ο Κήπος της Εδέμ, κι ακόμα η αίσθηση πως κάποιο πολύ βαρύ σφάλμα άρπαξε τον άνθρωπο από την αρχική ευδαιμονία του διατρέχουν όλα τα κοσμοείδωλα  — μυθικά, μαγικά, επιστημονικά και θρησκευτικά — που οικοδόμησαν οι άνθρωποι στην διάρκεια της ιστορίας τους. Για τους Ισραηλίτες είναι η βρώση του απαγορευμένου καρπού, για τους Έλληνες η αυθάδεια των ανθρώπων απέναντι στους θεούς, για τον Πλάτωνα η πολυτέλεια, για τους Γνωστικούς της Αιγύπτου η αλαζονεία της ψυχής, για τον Ρουσσώ η  απομάκρυνση από τα ένστικτα, για τον Χέγκελ αξεδίψαστη ανάγκη της δυστυχούς συνείδησης να γίνει απόλυτος κύριος των πάντων, για τον Μαρξ και τον Ένγκελς η συσσώρευση πλούτου. Ένας μύθος με ατέλειωτα κεφάλια. Η ιστορία προχωρά κοιτάζοντας προς τα πίσω, Ο πολιτισμός δεν είναι παρά ένα θλιμμένο τραγούδι για μια χαμένη αγάπη: την ευδαιμονία.

           

 

Είναι παντελώς αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ κάποιο είδος πρωτόγονης κομουνιστικής συμβίωσης. Το βέβαιο είναι πως υπήρξε μια εποχή — ήδη σε αυτό το στάδιο βρίσκονταν οι Ινδιάνοι της Βόρειας Αμερικής — όταν κατέφθασαν εκεί οι λευκοί Ευρωπαίοι — στην διάρκεια της οποίας οι κοινωνικοί σχηματισμοί ήταν θεμελιωμένοι πάνω σε κάποια ευρεία έννοια της οικογένειας. Οπωσδήποτε, στο εσωτερικό αυτών των σχηματισμών οι διακρίσεις δεν θα ξεπερνούσαν τις ηλικιακές ή συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ συγγενών. Κι όμως οι άνθρωποι έδωσαν αιματηρούς αγώνες για να ξεφύγουν από αυτήν την κατάσταση. Μπορούμε να υποπτευθούμε τι τους ενοχλούσε. Μπορούμε να υποπτευθούμε τον τρόμο που ένοιωθαν στο ενδεχόμενο να σφαγιασθούν από τα μέλη κάποιας άλλης οικογένειας κι ακόμη την αφόρητη πίεση των ταμπού, των επενδυμένων με τρομερά μυστήρια απαγορεύσεων, που τους έκλειναν στο εσωτερικό της οικογενείας τους. Ο τρόμος για το άγνωστο γέννησε την μαγεία, την θρησκεία, την φιλοσοφία, την επιστήμη. Ορισμένες από αυτές τις νοητικές πρακτικές είχαν αργότερα την ικανότητα να δημιουργήσουν ένα ειρηνικό πλαίσιο άσκησής τους. Αυτό δεν σημαίνει πως απέφυγαν τον τρόμο. Τον άσκησαν εν πολλοίς. Πολλές φορές με απίστευτα ύπουλο τρόπο.  

           

 

Μια παρόμοια κατάσταση πρέπει να επικρατούσε γύρω στα 1300 π.Χ. στην Αττική. Ο Θουκυδίδης την εξωραΐζει, αλλά δεν μπορεί να κρύψει μια τουλάχιστον πηγή τρόμου: τον πόλεμο. «Ο πληθυσμός της Αττικής ήταν πάντοτε χωρισμένος σε πολλές πόλεις, με δικά τους πρυτανεία και άρχοντες. Αν δεν φοβούνταν κάτι δεν κατέφευγαν στον βασιλιά. Έλυναν τις υποθέσεις τους και διοικούσαν τις πόλεις τους μόνοι τους. Κάπου κάπου μάλιστα, ορισμένες από αυτές έφταναν στο σημείο να σηκώσουν πόλεμο ενάντια στον βασιλιά, όπως οι Ελευσίνιοι, υπό την ηγεσία του Εύμολπου, εναντίον του Ερεχθέα». Προφανώς η συνύπαρξη όλων αυτών των πόλεων κάθε άλλο παρά ειρηνική ήταν. Ο Αριστοτέλης μιλώντας για το παρελθόν της Αθήνας είναι πιο αποκαλυπτικός. Η πράξη της ιεροσυλίας επέσυρε μιαν αποτρόπαια ποινή. Ο ιερόσυλος θανατωνόταν, πετιόταν βορρά στα σκυλιά και στα όρνεα και οι άμεσοι συγγενείς του εξορίζονταν. Οι φτωχοί, οι γυναίκες και τα παιδιά ήταν σκλάβοι των πλουσίων. Ο οποιοσδήποτε μπορούσε να γίνει σκλάβος λόγω χρεών.

           

 

Όλα αυτά, συνεχίζει ο Θουκυδίδης, μέχρι που ««...βασίλευσε ο Θησέας, ο οποίος αναδείχθηκε το ίδιο δυνατός και σοφός ηγεμόνας, εισάγοντας αρκετές μεταρρυθμίσεις. Κατήργησε τις διοικήσεις των διαφόρων πόλεων, οργάνωσε όλους τους κατοίκους της Αττικής στο σημερινό κράτος των Αθηνών, εγκαθιστώντας ένα Βουλευτήριο και ένα Πρυτανείο, και ενώ επέτρεψε στους κατοίκους των διαφόρων πόλεων να καλλιεργούν τα κτήματά τους, όπως και πριν, τους ανάγκασε να έχουν μία και μοναδική κοινή πολιτεία, την Αθήνα, που επειδή εισέπραττε φόρους από όλους έγινε μεγάλη και τρανή».

           

 

Μπορούμε να φανταστούμε τον τρόπο με τον οποίο ο Θησέας — ή όποιος άλλος — επέβαλε αυτήν την ιστορικά αποδεδειγμένη μεταρρύθμιση. Μπορούμε ακόμη να τον νοιώσουμε στον μύθο που περιέβαλε το γεγονός, στους περίφημους άθλους του Θησέα: θάνατος. Η πρώτη πράξη του μυθικού βασιλιά ήταν η εξεύρεση όπλων. Σήκωσε μια τεράστια πέτρα και απέσπασε το σπαθί του. Μ’ αυτά θα αιματοκυλούσε τους εκπροσώπους όλων όσων τρομοκρατούσαν του κατοίκους της Αττικής, θέτοντας για πρώτη φορά στην ιστορία μια τυπολογία της τρομοκρατίας. Τι τρόμαζε λοιπόν τους ανθρώπους εκείνης της εποχής; Πρώτα πρώτα η απρόκλητη βία. Όταν ο Θησέας έφτασε στα μέρη της Επιδαύρου, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τον Περιφέτη, έναν γιγαντιαίων διαστάσεων φονιά, που κρατούσε μπρούντζινο ρόπαλο και τσάκιζε τα κεφάλια των ταξιδιωτών. Ο μυθικός ήρωας τον σκότωσε αλλά σαν έξυπνος επίδοξος άρχοντας κράτησε το ρόπαλο, εξασφαλίζοντας στον εαυτό του το δικαίωμα της απρόκλητης βίας. Ύστερα έπρεπε να αντιμετωπίσει την αποτρόπαιη συνήθεια του διαιρείν τους ανθρώπους, μια συνήθεια από την οποία δεν θα απαλλασσόταν ποτέ, ακόμη και η πιο συγκαταβατική ή λαοπρόβλητη εξουσία. Η ταυτότητα του ανθρωπίνου όντος ήταν πάντα θεμέλιο της αξιοπρεπούς επιβίωσής του. Η απόλυτη συμφωνία καθενός με τον εαυτό του έπρεπε να γίνει αναφαίρετο δικαίωμα όλων. Λίγο πριν τον Ισθμό, ο Θησέας εξόντωσε τον Σίνι. Το προσωνύμιό του ήταν Πιτυοκάμπτης, γιατί λύγιζε τα ψηλά πεύκα, έδενε στις κορυφές τους τα πόδια των ταξιδιωτών και τα άφηνε να σηκωθούν πάλι, χωρίζοντας στα δύο το θύμα. Η ταυτότητα είχε εξασφαλιστεί. Λίγο μετά τον Ισθμό, προς την Αθήνα, συνάντησε το πρώτο βλαβερό ζώο — το δεύτερο θα το αντιμετώπιζε στον Μαραθώνα — που ρήμαζε την περιοχή. Σκοτώνοντας την αγριογουρούνα Φαία, ο ήρωας απάλλαξε το μελλοντικό του Βασίλειο από τον τρόμο της ζωώδους καταστροφής των περιουσιών.

 

Σειρά είχε ο τρόμος της καταναγκαστικής εργασίας, ο τρόμος της εξαπάτησης. Ο Σκύρων στεκόταν στην περιοχή της Κακιάς Σκάλας, υποχρέωνε με την απειλή ενός τσεκουριού τους ταξιδιώτες να τους πλύνουν τα πόδια και μετά τους κλωτσούσε στην θάλασσα, όπου γίνονταν τροφή μιας τεράστιας χελώνας. Ο Θησέας πλήρωσε τον εκμεταλλευτή με το ίδιο τίμημα. Στην Ελευσίνα, ο Κερκύονας, που ανάγκαζε τους ταξιδιώτες να παλέψουν μαζί του, μέχρι θανάτου, βρήκε ακαριαία τιμωρία. Ο Θησέας τον άρπαξε, τον σήκωσε ψηλά και τον βρόντησε στο χώμα με όλη του την δύναμη. Κανείς δεν έπρεπε στο εξής να προκαλεί τον διπλανό του και ιδίως αν ήταν δυνατότερος. Η εκτέλεση του Προκρούστη, ο διασημότερος και πιο ερεθιστικός άθλος του Θησέα,  διαθέτει έναν συμβολισμό εξαιρετικά προφανή. Ο πονηρός αυτός φονιάς έδειχνε μεγάλη προθυμία να φιλοξενήσει τους ταξιδιώτες. Ωστόσο τους αρνιόταν το δικαίωμα στην διαφορετικότητα. Τους ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι και τους προσάρμοζε στα δικά του μέτρα. Ακρωτηρίαζε αυτούς που ήταν πολύ ψηλοί και τραβούσε μέχρι εξάρθρωσης αυτούς που ήταν πολύ κοντοί. Ο Θησέας απάλλαξε τους κατοίκους της Αττικής από την τρομώδη υποχρέωση να προσαρμόζονται σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Μπαίνοντας στην Αθήνα, αντιμετώπισε και πάταξε μια σπείρα πενήντα γιγαντόσωμων εξαδέλφων του, οι οποίοι του επιτέθηκαν. Οι συμμορίες έπρεπε να εξαφανιστούν.

 

Πηγαίνοντας στο παλάτι του πατέρα του Αιγαία, η μητριά του Μήδεια επιχείρησε να το δηλητηριάσει. Όμως ο πατέρας του τον αναγνώρισε από το σπαθί και τα σανδάλια που φορούσε, τον γλίτωσε και εξόρισε την μητριά. Η συνομωσία είχε παραχθεί. Απέμενε μόνο ένας άθλος. Ο Θησέας έπρεπε να πατάξει την τρομοκρατία που ασκούσε στην Αθήνα η Κρήτη, με τα σκοτεινά θρησκευτικά σύμβολα: τον Μινώταυρο που κατασπάραζε Αθηναίους νέους και νέες στον αδιάβατο λαβύρινθο. Κατάφερε να απαλλάξει τους συμπολίτες του και από αυτήν την μορφή τρομοκρατίας, χρησιμοποιώντας -αυτήν την φορά- την λογική ανάλυση, έστω κι αν ο μίτος, το κουβάρι, του δόθηκε από μιαν ερωτευμένη γυναίκα, την Αριάδνη, έστω κι αν η τελική επισφράγιση του άθλου ήρθε με το σπαθί, που αποκεφάλισε τον Μινώταυρο.

 

Η σύνδεση του έρωτα με την ανάλυση και την βία, θα ακολουθούσε στο εξής την σκέψη των Ελλήνων. Έρωτας ήταν η φιλοσοφία, έρωτας για την λογική, βίαιη έπρεπε να είναι η επιβολή της αλήθειας στην σκέψη: μια γέννα με πόνους αφόρητους. Κάθε πλατωνικός διάλογος θα πρόβαλε σαν ένας Μινώταυρος που κατασπάραζε τις σκέψεις μας σ’ έναν σκοτεινό λαβύρινθο άγνοιας. Ο φιλόσοφος κινούμενος από έρωτα προχωρούσε προσεκτικά, ξεδιπλώνοντας τον μίτο της λογικής, κι όταν έφτανε μπροστά στο παράλογο, ακρωτηρίαζε με βία τις προλήψεις που τον εμπόδιζαν να δει την αλήθεια.

           

 

Ένας μύθος σαν κι αυτόν του Θησέα δεν έχει τίποτα αφελές. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αρκεί να μπορούμε ν’ ακούσουμε τα ονόματα των πραγμάτων. Η αλήθεια δεν βρίσκεται ποτέ στο βάθος. Το βάθος βρίσκεται πάντα πάνω πάνω. Το βάθος είναι ο τρόμος μας μπροστά στην ευκρίνεια της αλήθειας, που συχνά δεν συμφωνεί με τις επιθυμίες μας. Το κρυμμένο νόημα δεν είναι παρά μια προσπάθεια αποφυγής του νοήματος. Τα σύμβολα κενοτάφια ιδεών. Δεν έχουν τίποτε κάτω τους. Οι ιδέες ζουν αλλού και περιμένουν πότε θ’ αποφασίσουμε να σταματήσουμε αυτό το παιδαριώδες παιχνίδι της ερμηνείας. Οι μυθικοί άθλοι του Θησέα μιλούν καθαρά. Τι λένε; Τρομοκρατία είναι η απρόκλητη βία. Τρομοκρατία είναι η αφαίρεση του δικαιώματος στην ταυτότητα. Τρομοκρατία είναι η ζωώδης καταστροφή της ζωής και της περιουσίας του άλλου. Τρομοκρατία είναι η καταναγκαστική εργασία. Τρομοκρατία είναι η εξαπάτηση. Τρομοκρατία είναι η αναίτια πρόκληση του άλλου. Τρομοκρατία είναι η αφαίρεση του δικαιώματος της διαφορετικότητας. Τρομοκρατία είναι η ομαδοποίηση με στόχο την επιβολή. Τρομοκρατία είναι η συνομωσία. Τρομοκρατία είναι η υποτέλεια. Τρομοκρατία είναι ο θρησκευτικός σκοταδισμός.

 

Πάνω στην πάταξη αυτών των μορφών τρομοκρατίας θα βλάστιζε η αθηναϊκή δημοκρατία, έστω κι αν χρειαζόταν να ασκήσει τρομοκρατία. Μοιραία η βία μόνο με βία αντιμετωπίζεται. Το ζήτημα είναι ποιος και για πιο λόγο ασκεί βία, ποιος και για ποιο λόγο τρομοκρατεί τους αντιπάλους του. Φυσικά, το έμψυχο υποκείμενο, η μονάδα, το άτομο, απουσιάζει από κάθε προσπάθεια διευθέτησης της κοινωνικής ζωής μας. Είναι τραγικό αλλά ανθρώπινο, ίσως πιο ανθρώπινο απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε.

           

 

Η ρεματιά της κατατρομοκράτησης των ανθρώπων από τους ανθρώπους, έχει απ’ όλα τα αγριόχορτα. Η βία δεν είναι η μαμή της ιστορίας, είναι η γιαγιά της. Ο αχαλίνωτος ερωτισμός της ευθύνεται για τα ζαβά παιδιά, που γεννούν συνεχώς τα παιδιά της: οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει καμιά προϋπόθεση, κανένα δεδομένο πάνω στο οποίο θα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε τον ισχυρισμό μας για μια ειρηνική ζωή. Είναι μόνο και αποκλειστικά ζήτημα απόφασης. Η ιστορία κουτσαίνει φορτωμένη με τα πολυτελή σκουπίδια μερικών αιώνων ανάπτυξης του ανθρωπίνου είδους. Η ιστορία είναι δημιούργημα του ανθρώπου και ο άνθρωπος δημιούργημα της ιστορίας. Δεν υπάρχει τίποτε περίπλοκο, αντιφατικό ή σκοτεινό σ’ αυτό. Πότε όμως οι άνθρωποι προσπάθησαν πραγματικά; Πότε διάλεξαν την δύσκολη λύση; Η βία είναι το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς, αν και ίσως όχι το φτηνότερο. Οι άνθρωποι είναι νωθρά ζώα. Ο πολιτισμός μας είναι αποτέλεσμα εύκολων λύσεων. Η τρομοκρατία είναι μία μόνο πλευρά του τρομαχτικού παραμυθιού που λέμε συνεχώς ο ένας στον άλλον για να ξεχάσουμε πως έξω λυσσομανά ο άνεμος που θα μας παρασύρει στο απόλυτο μηδέν.

    Παγκόσμια ιστορία της τρομοκρατίας Μέρος Γ'

δημοσιεύτηκε October 15, 2009 από anonymous

 

 

 

του Γιώργου Μπλάνα

 

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΝΑΣ

«Βλέποντας ο κύριος ο θεός ότι έγιναν πολλές οι κακίες των ανθρώπων στη γη και καθένας σκέφτεται μέρα νύχτα το πονηρό, και θυμούμενος πως αυτός έπλασε τον άνθρωπο, σκέφτηκε και είπε: ‘Θα τον εξαφανίσω τον άνθρωπο, γιατί θύμωσα και μετάνιωσα που τους έφτιαξα. Όμως του Νώε του χάρισε τη ζωή. Τον έβαλε κι έφτιαξε μια ξύλινη κιβωτό, κι έβαλε μέσα από ζευγάρι ζώα όλων των ειδών, κι ύστερα άνοιξε τους κρουνούς τ’ ουρανού και το νερό πλημμύρισε τη γη και κάλυψε τα πάντα, ακόμα και τα ψηλά βουνά. Κι έσβησε κάθε ζωή».

Ούτε η μοναδική τρομοκρατική ενέργεια του θεού της χριστιανοσύνης ήταν ο κατακλυσμός ούτε αποκλειστικότητά του. Στην Παλαιά Διαθήκη, η τρομοκράτηση των ανθρώπων, προκειμένου ν’ αποδεχθούν την κυριαρχία του ενός και μοναδικού θεού είναι πάγια τακτική. Οι άγγελοι εξολοθρεύουν τους πληθυσμούς ολοκλήρων πόλεων, αφού πρώτα ο θεός σπείρει τον τρόμο με διάφορα «σημεία και τέρατα»: λοιμούς και καταποντισμούς. Ο τρόπος με τον οποίον ο Μωυσής εκβίασε την απελευθέρωση των συμπατριωτών του από του Αιγυπτίους έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Δεν λείπουν ούτε η δολιοφθορά -καταστροφή σοδειάς- ούτε τα «βιολογικά όπλα» -μόλυνση του ποταμού- ούτε η σφαγή αθώων παιδιών  -πάγια τακτική της σύγχρονης τρομοκρατίας- ούτε η συνωμοτική δικτύωση –σήμανση των «δικών μας» σπιτιών.

Από μιαν άποψη, η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι παρά ένα εγχειρίδιο τρομοκρατίας. Από μιαν άλλη, είναι απλά ειλικρινής. Η πίστη, η δυνατή, απόλυτη, τυφλή πίστη, αποτελεί  μια μορφή βίας. Κανείς δεν θα πίστευε σ’ έναν απόλυτα ισχυρό θεό αν δεν ένοιωθε στο πετσί του την ισχύ, τον τρόμο της ανωτερότητας δηλαδή. Ίσως να μην υπάρχει πιο τρομοκρατημένο πλάσμα από τον τρομοκράτη. Η εικόνα της ισχύος που παράγουν οι ενέργειές του διαθέτει κάτι από την φρίκη με την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος προσπαθούσε να εξορκίσει τον τρόμο του απέναντι σε μια πανίσχυρη φύση.  

 

Όσο για την ελληνική μυθολογία... Αρκεί το παράδειγμα του κατακλυσμού - προφανώς πατρογονική μνήμη πραγματικών φυσικών καταστροφών- που δεν λείπει από την ειδωλολατρική παράδοση. Ο Δίας κατακλύζει τη γη με νερά επειδή θύμωσε με τους ανθρώπους, αλλά φροντίζει να σώσει τον Δευκαλίωνα. Άρα κατά νου είχε να επιβάλει με τρόμο τη βούλησή του -όπως ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης- και όχι να εξαφανίσει το ανθρώπινο γένος. Το νόημα της παραδειγματικής τιμωρίας του Προμηθέα από τον ηγέτη του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου, δίνεται διαυγέστατα στην αρχή του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου: «Πρέπει να δώσει λόγο στους θεούς, ώστε να μάθει τι σημαίνει εξουσία του Δία και ν’ αφήσει τη φιλανθρωπία». Ο Ήφαιστος, ο Ερμής, ο Άρης είναι κλασικοί εκτελεστές των τιμωριών που επιβάλει ο Δίας• πάντα για παραδειγματιστούν οι θνητοί.  Στην περίπτωση του Προμηθέα μάλιστα,  ο Ήφαιστος συνοδεύεται από το Κράτος και τη Βία. Καταπληκτικός συνδυασμός, είτε ανήκει στον Αισχύλο είτε αποτελούσε παλαιότερο εύρημα. Το Κράτος είναι η ισχύς, αλλά και η ηγεμονία. Χρειάζονται βία.

Οι φυλακίσεις, οι εξορίες, οι εκτελέσεις, τα βασανιστήρια ήταν πάντα ο τρόπος με τον οποίο το κράτος -που υποτίθεται πως υπάρχει για να συντονίζει και να προστατεύει τον μόχθο των μελών της κοινωνίας- επέβαλε τη βούληση των κρατούντων. Από δίπλα του, διάφοροι άλλοι παράγοντες εξουσίας: οι εκπαιδευτές των νέων, οι ιερείς και, φυσικά, οι οπαδοί, οι ρουφιάνοι, όσοι περιστασιακά ή συστηματικά βρίσκουν την ευκαιρία να βασανίσουν τους συνανθρώπους τους.

 

 

Η δημοκρατία υπήρξε η ύψιστη προσπάθεια εκχώρησης στους πολίτες του δικαιώματος να εκφράζουν τη βούλησή τους και να ενεργούν ελεύθερα, ώστε να μην χρειάζεται να καταφύγουν σε βίαια μέσα. Σύντομο το ιστορικό πείραμα και φυσικά όχι τόσο αθώο. Τα εγκώμια που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του Περικλή αφορούσαν μια χούφτα ανθρώπους, οι οποίοι θεωρούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά κατώτερα όντα και διατηρούσαν το δικαίωμα της ζωής και του θανάτου πάνω στους δούλους τους. Η εικόνα που έχουμε για την ελληνική αρχαιότητα, όταν προέρχεται από τα έργα τέχνης και λόγου είναι διαθλασμένη. Οι καλλιτέχνες χαρακτηρίζονταν πάντα από πρωτοποριακή, αντισυμβατική και βαθιά ανθρωπιστική σκέψη. Πίσω από τα λόγια και τα σχήματά τους έβραζε το καζάνι της κοινωνίας. Ο Σωκράτης σύρθηκε στο δικαστήριο και από εκεί στον θάνατο, για να μάθουν οι Αθηναίοι να μην αμφισβητούν τους θεσμούς.

 

Κάθε φορά που έπρεπε να εξοντωθεί ένας πολιτικός αντίπαλος, γινόταν μια «αντικοινωνική» ενέργεια• και του την απέδιδαν. Τα παιδιά των καλών οικογενειών έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αναστατώνουν κάθε βράδυ τον ύπνο των Αθηναίων και να τους θυμίσουν πως η εξουσία ανήκει στους οικονομικά ισχυρούς. Κι όμως, η ελληνική δημοκρατία ήταν ιδανική, μπροστά στον τρόμο που κυριάρχησε στον κόσμο που διαμόρφωσαν οι Μακεδόνες κι αργότερα  οι Ρωμαίοι. Η Αθήνα, όπως και οι άλλες πόλεις κράτη του ελληνικού χώρου είχαν περιορισμένους πόρους και πληθυσμό. Το μεγάλο θηρίο της κοινής γνώμης δεν έβρισκε χώρο ν’ αναπτυχθεί. Ο όχλος δεν αριθμούσε παρά, κατά περίπτωση, μερικές δεκάδες ανθρώπων. Εν πάση περιπτώσει, κάποτε θα συναντιόνταν στην αγορά και θα έλυναν τις διαφορές τους χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια. Αντίθετα, η Αλεξάνδρεια και αργότερα η Ρώμη υπήρξαν οι πρώτες μεγάλες -με την σημερινή έννοια- πόλεις της ανθρώπινης ιστορίας. Πλήθη στοιβαγμένα ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής για τη ζωή τους. Διαμόρφωναν ομάδες, προσπαθώντας να μειώσουν την κλίμακα της συμβίωσης.

 

Τα ιδεολογήματα έβρισκαν εύφορο έδαφος σ’ αυτές τις κλειστές μικροκοινωνίες, που χιμούσαν η μία πάνω στην άλλη με κάθε ευκαιρία. Κατά κάποιον τρόπο, η ιστορία είχε επιστρέψει στο 1300 π.Χ., στην κατάσταση που πολέμησε ο μυθικός Θησέας. Πνευματικά και υλικά ενδεείς οι πολίτες δέχτηκαν πρόθυμα τις απόψεις του χριστιανισμού, σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι σ’ έναν μόνο πανάγαθο θεό και, μάλιστα, το μέλλον ανήκει στους «πτωχούς τω πνεύματι», τους αμόρφωτους, και όχι τους πλούσιους ειδωλολάτρες, που περιφέρονταν αναπτύσσοντας περίπλοκες φιλοσοφίες για το «Εν», το «απόλυτον», την «ουσίαν» κι ένα σωρό άλλα ακατανόητα. Το τέρας που πετάχτηκε μες απ’ τους βρώμικους δρόμους της Αλεξάνδρειας και της Ρώμης λεγόταν όχλος. Θα ήταν -για πρώτη φορά στην ιστορία- αυτό που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε σαν μια αφαίρεση, η οποία δρα συγκεκριμένα. Κανείς δεν μπορεί να δείξει τη μάζα, τον όχλο, παρά μόνο την στιγμή που δρα˙ συνήθως εγκληματικά. Ύστερα πάλι χάνεται, διασπάται σε άπειρα μόρια που δεν έχουν κανένα από τα χαρακτηριστικά του αποτρόπαιου σώματος που συγκροτούσαν πριν λίγο. Ο όχλος δεν έχει βούληση, αλλά πράττει. Ποιος, τι, πού, πότε; Κανείς δεν ξέρει˙ εκτός από εκείνον που θ’ αναλάβει να μιλήσει για λογαριασμό του μαινόμενου πλήθους, λίγο αργότερα ή λίγο πριν από τη μαζική ενέργεια.

Το λίγο αργότερα το γνώριζαν και οι Έλληνες, παρόλο που ο όχλος δεν ήταν παρά μια χούφτα πολίτες σχετικά αυτοελεγχόμενοι. Το λίγο πριν το μελέτησαν οι πρώτες αυθεντίες της κυβερνητικής: οι Ρωμαίοι συγκλητικοί και οι χριστιανοί επίσκοποι. Η ιστορία της πάλης ανάμεσα στον χριστιανισμό και τον ρωμαϊκό παγανισμό δεν είναι παρά μια σειρά τρομοκρατικών ενεργειών. Θα επικρατούσε εκείνος που θα τρόμαζε περισσότερο τους κατοίκους των πόλεων.

Ο τρόμος οδηγούσε τα βήματα του καθένα εκεί που θα γίνονταν όλοι μαζί όχλος. Ιδού η αρένα, το καταπληκτικότερο και πλέον αποτρόπαιο δημιούργημα της ανθρώπινης ιστορίας, η συνεισφορά της Ρώμης στον παγκόσμιο πολιτισμό. Γιατί τόσοι άνθρωποι μαζεύονταν στα αμφιθέατρα -όχι μόνο στο Κολοσσαίο- προκειμένου να δουν ανθρώπους να σφάζονται μεταξύ τους ή θηρία να κομματιάζουν ανθρώπους (και αρκετές φορές το αντίθετο);

«Πήγα στους αγώνες, ελπίζοντας να βρω λίγο πνεύμα και χιούμορ», έγραφε ο Σενέκας στον Λουκίλιο, τον νεαρό παραλήπτη των περίφημων επιστολών του. «Απογοητεύτηκα οικτρά. Μια σφαγή ήταν. Πετούσαν ανθρώπους στα λιοντάρια και στις αρκούδες. Δεν είχαν καμιάν ελπίδα να επιβιώσουν. Ο χασάπης έπρεπε να σφάζει μέχρι που να τον σφάξουν. ‘Σκότωσέ τον! Χτύπα τον! Κάψ’ τον ζωντανό’ φώναζαν. ‘Τι φοβητσιάρης είναι αυτός; Γιατί δεν ορμάει; Γιατί επιτίθεται τόσο νωθρά; Γιατί δεν είναι πρόθυμος να πεθάνει; Με γέμισε θλίψη αυτό το θέαμα». Και δεν βρισκόταν παρά μόνο στα 50 με 60 μετά Χριστόν!

Εκατό χρόνια μετά, η πραγματικότητα θα σύντριβε τις φιλοσοφικές ευαισθησίες του Σενέκα, που είχε απλά στενοχωρηθεί από την κατάντια του αγωνίσματος της μονομαχίας.  Η ζωή ήταν γυμνή πια και ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος πολύ σεμνότυφος για να την αντικρίσει κατάματα. Ο όχλος, το υλοποιημένο, ενσαρκωμένο συναίσθημα του τρόμου ξεχύθηκε στους δρόμους της Λυών, στη Νότια Γαλλία, κυνήγησε τους χριστιανούς, μπήκε στα σπίτια τους, προκάλεσε καταστροφές και -το σημαντικότερο- την επέμβαση της διοίκησης. Έγιναν αθρόες συλλήψεις. Οι κρατούμενοι βασανίστηκαν μπροστά στον όχλο. Τους έκοψαν τα χείλη, τις μύτες, τ’ αφτιά, τα χέρια και τα πόδια, τους κρέμασαν σε σταυρούς αρκετά χαμηλούς ώστε να τους φτάνουν τα πεινασμένα λιοντάρια, τους έβαλαν να καθίσουν σε πυρωμένα ανάκλιντρα μέχρι να λιώσουν οι σάρκες τους και ύστερα μάζεψαν τα απομεινάρια και τ’ άφησαν στο έλεος των σκυλιών. Ό,τι περίσσεψε από τα σκυλιά, το έκαψαν μόνον αφού η οσμή της αποσύνθεσης ήταν πια αβάσταχτη. Ήταν βέβαια προφανές πως η εξουσία έπρεπε να ανταποκριθεί στο αίτημα του ειδωλολατρικού όχλου. Κάθε πολιτικός που σέβεται την αθλιότητα που υπηρετεί αυτό θα έκανε. Θα έσπευδε να δικαιώσει τον λαό! Ούτως ή άλλως η αρένα είχε τη δική της ιστορία σαν ισχυρό πολιτικό όπλο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Οι μονομαχίες ήταν διάσημο θέαμα και έφερναν μεγάλη φήμη στον διοργανωτή, φήμη την οποία εξαγόραζε αργότερα με ψήφους.  Όταν η Ρώμη έγινε αυτοκρατορία και δεν ετίθετο πια θέμα εκλογών, η πολιτική σημασία της αρένας αναμορφώθηκε. Ο αυτοκράτορας, που χρειαζόταν και χειριζόταν τον ικανοποιημένο όχλο, έγινε ο μόνος διοργανωτής. Η αρένα ήταν πια ένα εργαλείο της μονοκρατορίας. Συνήθως οι ιστορικοί θεωρούν αυτή τη νέα διάσταση της αρένας σαν υποκατάστατο της ψήφου. Υποτίθεται πως οι πολίτες μόνο στην αρένα έρχονταν κοντά με τον αυτοκράτορα, μοιράζονταν μαζί του τις ίδιες συγκινήσεις και είχαν το προνόμιο να επιβάλουν την άποψή τους, κραυγάζοντας ποιος πρέπει να πεθάνει και ποιος είναι ο νικητής.

Πραγματικά, μια τέτοια διάσταση δικαιολογείται από το γεγονός πως ο αυτοκράτορας λειτουργούσε σαν εντολοδόχος των θεατών, διατάσσοντας τον θάνατο ή την στέψη του μονομάχου. Ωστόσο η εκδοχή αυτή ίσως να μην είναι παρά αποτέλεσμα του τρόμου που απωθούν οι ιστορικοί. Αυτό που ονομάζουμε Δυτικός Πολιτισμός δεν είναι γέννημα της Ελλάδας, αλλά της Ρώμης. Η Ελλάδα ήταν πάντα το ζητούμενο, το ιδανικό. Αν ο ιστορικός παραδεχθεί αυτό που διαδραματιζόταν πραγματικά στην αρένα, θα πρέπει να δεχθεί αυτόματα μιαν εκτρωματική διάσταση της Δύσης: τον τρόμο σαν υπαρκτικό ορίζοντα. Ή να αρνηθεί την ηθική διάσταση της ιστορικής αφήγησης εν γένει.

 

 

 

 Τι συνέβαινε όμως πραγματικά στην αρένα; Είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ άνθρωπος που να το συνέλαβε τόσο καθαρά όσο ο χριστιανός επίσκοπος Ικονίου Αμφιλόχιος. Και είναι εξίσου αμφίβολο αν κατάλαβε ποτέ τι συνέλαβε. «Κάθονται εκεί, θεατές ασφαλείς, μακριά από τις αγωνίες της παράστασης», γράφει στο ποίημά του Στο Κολοσσαίο. «Όταν κάποιος ξεφεύγει από τα δόντια ενός θηρίου, βρυχώνται, σαν να έχασαν οι ίδιοι την τροφή μες απ’ το στόμα τους, όπως το ζώο. Απογοητεύονται. Ύστερα, στον επόμενο γύρο, όταν το θύμα συλληφθεί κι αφήσει τις τελευταίες κραυγές του στα δόντια του θηρίου, ζωντανεύουν ξαφνικά, στριμώχνονται να δουν το αίμα να τρέχει. Κοιτάζουν με πεινασμένα μάτια, δακρύζουν, ζητωκραυγάζουν πρόθημα το κτήνος... τρίζουν τα δόντια τους σαν κτήνη που σπαράζουν ανθρώπινη σάρκα».  Δεν θυμήθηκε τον Αριστοτέλη ο επίσκοπος Ικονίου. Η ηθική του δεν τον άφησε να θυμηθεί τι έλεγε ο φιλόσοφος για την τραγωδία: «Με έλεος και φόβο καθαρίζει την ψυχή μας από τα πάθη». Με έλεος και φόβο. Η αρένα έδειχνε στον όχλο τι δεν έπαθε, από τι γλίτωσε, και τι θα μπορούσε να πάθει αν σταματούσε να είναι όχλος. Δεν υπήρξε ποτέ πιο τρομοκρατημένος άνθρωπος από εκείνον που καθόταν στην κερκίδα, ασφαλής μέσα στην κτηνωδία του, έτοιμος να κλάψει ωστόσο, έχοντας ξεχάσει τον εαυτό του στον όχλο, στην μόνη ελπίδα του να μείνει ζωντανός. Η Ρώμη δημιούργησε την πρώτη εικονική πραγματικότητα -μια πραγματικότητα στη θέση μιας άλλης πραγματικότητας και όχι κάτι πλασματικό στη θέση του πραγματικού, όπως διατείνονται οι σύγχρονοι ειδικοί- στην ανθρώπινη ιστορία: τον θάνατο στην αρένα.

Το πραγματικό θύμα ήταν η ψυχή του θεατή. Οι άλλοι, κάτω, έδιναν τουλάχιστον τη μάχη του καθένας, τη μάχη της σάρκας ή του πνεύματός του. Ο θεατής έφευγε ακρωτηριασμένος, σέρνοντας τα απομεινάρια της ζωής του πίσω από ένα ομοίωμα ισχύος, που δεν ήταν παρά τρόμος.

    Παγκόσμια ιστορία της τρομοκρατίας Μέρος Δ'

δημοσιεύτηκε October 15, 2009 από anonymous

 

 

του Γιώργου Μπλάνα

 

 

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

«Δεν είναι μόνο οι πράξεις ενός ατόμου που διαφέρουν όταν ενταχθεί στον όχλο. Πολύ πριν χάσει εντελώς την ανεξαρτησία του, οι σκέψεις και τα αισθήματα του έχουν υποστεί μια μεταμόρφωση, και η μεταμόρφωση αυτή είναι τόσο προφανής όσο η μετατροπή ενός τσιγκούνη σε σπάταλο, ενός σκεπτικιστή σε πιστό, ενός έντιμου ανθρώπου σε εγκληματία, ενός καθάρματος σε ήρωα», σημείωνε ο Λε Μπον, εγκαινιάζοντας την μελέτη της ψυχολογίας των μαζών, χίλια πεντακόσια χρόνια μετά την φρίκη της Λυών, και αφού η μάζα είχε εγκαθιδρυθεί στο προσκήνιο της ιστορίας ως ρυθμιστικός παράγοντας.  Μόνο ο τρόμος — της μοναξιάς, της διαφοράς, της διάκρισης — θα μπορούσε να ξεριζώσει από το άτομο την ατομικότητά του, αυτό για το οποίο ίσα ίσα θα έδινε τον πιο λυσσαλέο αγώνα. Καμιά δύναμη δεν μπορεί να εξαργυρώσει την ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, εκτός από την δυναμική της ομάδας, την υπερατομική δύναμη μέσα στην οποία μπορεί να κρυφτεί ο τρομαγμένος πολίτης.

 

Η δυναμική της ομάδας! Το πιο φρικτό, παράλογο, ανήθικο, ακαλαίσθητο, φασματικό τρομοκρατικό εργαλείο. Πώς οργανώνεται μια ομάδα; Πρώτα σχηματίζεται, ύστερα διαμορφώνεται, στην συνέχεια τυποποιείται και τέλος  υποτάσσεται. Στο στάδιο του σχηματισμού τα μέλη της ομάδας παρουσιάζουν έντονη ατομική κινητικότητα. Δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους και αναζητούν καθοδήγηση. Η αναγκαιότητα του ηγέτη προβάλει έντονη, αφού ο βασικός λόγος για τον οποίο τα άτομα οδηγήθηκαν στην ομάδα, η ασφάλεια, προϋποθέτει την απαλλαγή από τον τρόμο της προσωπικής ευθύνης. Στο στάδιο της διαμόρφωσης, η ομάδα παραπαίει καθώς τα μέλη περνούν από προσωπικές κρίσεις ως προς τους ρόλους τους. Όλοι προσδοκούν την θέση του ηγέτη. Όλοι επιθυμούν να διαμορφώσουν τους στόχους της ομάδας στην βάση των ιδεών και των επιθυμιών τους. Είναι ακόμη άτομα. Ζουν με τον δικό τους τρόπο. Δέχθηκαν να στεγάσουν τους τρόμους τους, αλλά δεν εννοούν να εγκαταλείψουν το εγώ τους. Στο στάδιο της τυποποίησης, τα μέλη αποδέχονται τους ρόλους τους και τους στόχους όπως τους διαμόρφωσε ο ηγέτης. Η ομάδα έχει αρχηγό και αρχές και μεθόδους επίτευξης των στόχων της. Τα άτομα παρουσιάζουν την τάση να αφομοιώσουν τα στοιχεία που αντιβαίνουν προς τις προσωπικές τους επιδιώξεις με ορθολογικό τρόπο. Μπορούν να διατηρούν την ατομικότητά τους στον βαθμό που επινοούν επιχειρήματα υπέρ του «γενικού καλού». Στο στάδιο της υποταγής, εμφανίζεται η τυφλή πίστη στην ομάδα. Οι συνειδήσεις είναι πια εκτελεστικά όργανα μιας ιδεολογικής μηχανής, που λειτουργεί σαν τον Προκρούστη. Υποδέχεται τα άτομα, τα φιλοξενεί αλλά κόβει ό,τι περισσεύει. Εδώ τα επιχειρήματα δεν έχουν σημασία. Το συναίσθημα πια αναλαμβάνει τον κύριο ρόλο και αναδύεται η ιδεολογία, η μήτρα μέσα στην οποία ο τρόμος μετατρέπεται σε υπόσχεση ευδαιμονίας.

 

Η πρώτη μαζική ιδεολογία στην ανθρώπινη ιστορία ήταν ασφαλώς ο χριστιανισμός. Μέχρι εκείνη την εποχή, καμιά κοσμοαντίληψη δεν είχε απαιτήσει από  τους ανθρώπους πίστη για να τους επιβραβεύσει — και μάλιστα με το βραβείο της αιώνιας ζωής. Επρόκειτο για μια ξεχωριστή πίστη με τεράστια δύναμη. Ο χριστιανισμός δεν ασχολιόταν με ό,τι συνέβαινε γύρω στους πιστούς του, δεν επαγγελόταν καμιά μεταμόρφωση της κοινωνίας, δεν ήθελε να την κάνει πιο δίκαιη, πιο φιλική στην ανθρώπινη προσπάθεια για επιβίωση. Ο χριστιανισμός υποσχόταν την τελική, υπέρτατη επικράτηση του ατόμου στην μετά θάνατον ζωή. Το αντίδωρο για την πίστη ήταν εξαιρετικά ισχυρό. Ήταν ένα τέχνασμα απαλλαγής από τον τρόμο για την αθλιότητα της ζωής. Καθένας μας ξέρει πως όταν ποθούμε κάτι που μας μοιάζει, όπως έλεγε ο Σπινόζα, ποθούμε να μας αγαπά και αυτό. Μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένας ήρωας, ένα πρότυπο ήρωα. Από αυτήν την άποψη ο Ναζωραίος έμοιαζε με το πρότυπο κάθε τρομοκρατημένου ανθρώπου, και ήταν φυσικό να πιστέψουν σ’ αυτόν οι αδύναμοι, ήταν φυσικό να φανταστούν πως με την κατάλληλη προσπάθεια θα τους αγαπήσει και εκείνος. Αρχικά, την αγάπη του την έδωσε μονομιάς. Πουθενά στα πρώτα κείμενα που μας τον συστήνουν, στα Ευαγγέλια, δεν ζητά από κανέναν οτιδήποτε άλλο από την τήρηση του Μωσαϊκού νόμου. Αλλά μια ιδεολογία δεν μπορεί να σταθεί με μια τόσο γενική υποταγή σε απαγορεύσεις αυτονόητες για τις περισσότερες ομάδες ανθρώπων.

 

Οι επίσκοποι ανάλαβαν την συγκρότηση της ιδεολογίας. Πολιτεύτηκαν, ασχολήθηκαν με τα επίγεια, εξόντωσαν τους αντιπάλους τους, διαπραγματεύτηκαν τις δυστυχίες και τις μορφοποίησαν κατά βούληση. Σχετικά εύκολα μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την επιμονή ενός ανθρώπου, που πιστεύει γιατί νομίζει πως αυτό τον βοηθά να ζήσει καλύτερα. Ένας άνθρωπος όμως που πιστεύει, γιατί αυτό θα του εξασφαλίσει την αιώνια ζωή, και είναι έτοιμος να πεθάνει με προθυμία, είναι μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.  Στάσου ανάμεσα σε κάποιον και στο συμφέρον του. Θα πρέπει να παλέψεις με έναν άνθρωπο του οποίου η δύναμη αυξάνεται ή μειώνεται στην βάση του ενδιαφέροντός του να βγει ζωντανός από την πάλη. Στάσου ανάμεσα σε κάποιον και στην αιώνια σωτηρία του. Έχεις να κάνεις με ένα πλάσμα, μπροστά στο οποίο το δυνατότερο θηρίο είναι ένα απροστάτευτο πρόβατο. Η δυναμική της ομάδας βασίζεται στην συνεκτίμηση των μέσων και των στόχων, που επιβάλει ο αρχηγός. Στην περίπτωση του χριστιανισμού έχουμε να κάνουμε με μια πνευματική διδασκαλία και με μια κοσμική εξουσία. Θύμα της δεύτερης όψης ήταν ο τελευταίος φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου, η Υπατία, τα πρώτα χρόνια του 5ου μ.Χ. αιώνα. 

Ο θάνατος της εντυπωσιακής αυτής γυναίκας, θα έθετε νέους όρους στην κατατρομοκράτηση των ανθρώπων από την εξουσία. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την απροκάλυπτα ωμή χειραγώγηση του όχλου, αλλά από τον σχεδιασμό κατασκευής δολοφόνων, που εκτελώντας το καθήκον τους απέναντι στην ομάδα στην οποία ανήκαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως είχαν μεταβληθεί σε υπηρέτες του ηγέτη. Το άτομο που έσμιγε με τον όχλο στην αρένα δεν είχε ιδεολογία. Απλά ικανοποιούσε τα ζωώδη ένστικτά του, επιλέγοντας τον ρόλο του θεατή σε μια παράσταση της οποίας αύριο μπορεί να ήταν ο πρωταγωνιστής-θύμα. Η κινητικότητά του ήταν αρκετά μεγάλη. Δεν χρειαζόταν να δεσμευτεί συναισθηματικά ή ιδεολογικά απέναντι σ’ αυτό που έβλεπε. Αντίθετα ο χριστιανός πιστός έπρεπε να παρακάμψει τα ειρηνιστικά μηνύματα του ιδρυτή της θρησκείας του. Η χρήση βίας, από την οποία είχε υποφέρει τα μέγιστα ο εσταυρωμένος προφήτης των προφητών, χρειαζόταν αιτιολόγηση και μάλιστα αρκετά ισχυρή ώστε να υπερβεί την αντιφατικότητα μιας ‘χριστιανικής βίας’. Βέβαια η αντικατάσταση της έλλογης σκέψης από την πίστη, την οποία προπαγάνδιζε ο χριστιανισμός, καθιστούσε τα πράγματα εύκολα. Αν η βία και η επιθετικότητα δεν είναι δύο έννοιες στο εσωτερικό μιας λογικά συγκροτημένης κλίμακας αξιών αλλά διαφορετικές μορφές εκδήλωσης του ενός υπέρτατου θεού, ο χριστιανός πιστός θα μπορούσε να είναι βίαιος, αφήνοντας την αξιολόγηση των πράξεών του στην θεία βούληση. Ωστόσο η στάση των χριστιανών συγγραφέων και ιερέων δεν ήταν πάντα η ίδια απέναντι στην βία. Είναι χαρακτηριστικά διαφορετικές οι θέσεις που παίρνουν δύο χριστιανοί συγγραφείς απέναντι στην δολοφονία της Υπατίας.

«Ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια γυναίκα, που την έλεγαν Υπατία», γράφει ο Σωκράτης Σχολαστικός — γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, το 380 περίπου, στην  Εκκλησιαστική Ιστορία του. «Ήταν κόρη του φιλόσοφου Θέωνος, και είχε επιτύχει πολλά στην λογοτεχνία και στα μαθηματικά, ώστε να ξεπεράσει όλους τους φιλοσόφους της εποχής της. Γνώριζε πολύ καλά τις διδασκαλίες του Πλάτωνα και του Πλωτίνου, και εξηγούσε τις αρχές της φιλοσοφίας στους ακροατές της, πολλοί από τους οποίους έρχονταν από μακριά για να τους καθοδηγήσει. Εξαιτίας της αυτοπεποίθησης και των καλών τρόπων, τους οποίους είχε αποκτήσει με την συνεχή μελέτη και καλλιέργεια του πνεύματός της, εμφανιζόταν όχι σπάνια με τα δημόσια πρόσωπα. Δεν αισθανόταν ποτέ αμηχανία όταν βρισκόταν ανάμεσα σε άνδρες, διότι όλοι σέβονταν την σοφία και την αρετή της. Ωστόσο έπεσε θύμα των πολιτικών αντιζηλιών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Οι συχνές επαφές της με τον [έπαρχο της Αλεξάνδρειας] Ορέστη, έγιναν αιτία να διαδοθεί ανάμεσα στον χριστιανικό πληθυσμό η φήμη πως ευθυνόταν για τις κακές σχέσεις που είχε ο έπαρχος με τον επίσκοπο. Ορισμένοι από αυτούς, κινημένοι από μανία και μισαλλόδοξο ζήλο, υπό την καθοδήγηση κάποιου αναγνώστη Πέτρου, της έστησαν καρτέρι την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι της, την τράβηξαν από το άρμα της και την έσυραν σε κάποια εκκλησία που λεγόταν Καισαρείον, όπου την γύμνωσαν και την δολοφόνησαν με κεραμίδια.  Ύστερα τεμάχισαν το πτώμα της, και μετέφεραν τα κομμάτια σε κάποιο μέρος που ονομαζόταν Κυναρείον. Εκεί τα έκαψαν. Η υπόθεση αυτή αμαύρωσε όχι μόνον την φήμη του επισκόπου Κύριλλου, αλλά και όλης της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ασφαλώς τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο στο πνεύμα του χριστιανισμού από τέτοιες σφαγές, έριδες και συναλλαγές».
 

 

 

Διακόσια χρόνια αργότερα, ο Ιωάννης Επίσκοπος Νικίου, υπεύθυνος για όλα τα μοναστήρια της Αιγύπτου, αναφέρει το γεγονός στο Χρονικό του. «Εκείνες τις μέρες εμφανίστηκε στην Αλεξάνδρεια μια γυναίκα φιλόσοφος, μια παγανίστρια που την έλεγαν Υπατία, κι ασχολιόταν συνέχεια με την μαγεία, τους αστρολάβους και τα μουσικά όργανα, και σαγήνευε πολλούς ανθρώπους με την σατανική βούλησή της. Και ο έπαρχος της πόλης την τιμούσε πολύ, γιατί τον είχε σαγηνεύσει με την μαγεία της. Κι έπαψε πια να πηγαίνει στην εκκλησία όπως συνήθιζε. Πήγε όμως μια φορά κάτω από επικίνδυνες συνθήκες. Κι όχι μόνο έκανε αυτό, αλλά οδήγησε πολλούς πιστούς σ’ εκείνην, κι ο ίδιος δέχθηκε στο σπίτι του τους άπιστους. Και κάποια μέρα που διασκέδασαν πολύ σε μια θεατρική παράσταση με χορευτές, ο έπαρχος εξέδωσε μιαν έδικτο για τις δημόσιες εκδηλώσεις στην Αλεξάνδρεια, κι όλοι οι κάτοικοι μαζεύονταν στο θέατρο. Τώρα, ο Κύριλλος που έγινε πατριάρχης μετά τον Θεόφιλο, είχε μεγάλο πόθο να μάθει τι λογής έδικτος ήταν αυτή. Και ήταν κάποιος που ονομαζόταν Ιέραξ, ένας φωτισμένος άνθρωπος, που έκανε τον παγανιστή, μα ήταν αφοσιωμένος στον άγιο πατέρα τον Πατριάρχη κι άκουγε πολύ τις συμβουλές του. Κι ήταν επίσης πιστός χριστιανός. Πήγε, λοιπόν, κάποτε στο θέατρο για να διαπιστώσει το περιεχόμενο της εδίκτου. Όμως όταν οι Ιουδαίοι τον είδαν ανάμεσά τους σήκωσαν βοή και είπαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν ήρθε με καλό σκοπό, αλλά θέλει να προκαλέσει αναστάτωση». Και ο Ορέστης ο Έπαρχος δυσαρεστήθηκε από τα τέκνα της Αγίας Εκκλησίας, κι έδωσε διαταγή να συλλάβουν και να τιμωρήσουν δημοσίως τον Ιέρακα, καίτοι ήταν εντελώς αθώος. Και ο Κύριλλος  οργίστηκε με την πράξη αυτή του έπαρχου, κι έστειλε γραφή στους Ιουδαίους και τους προειδοποίησε να σταματήσουν να ενοχλούν τους χριστιανούς. Εκείνοι όμως δεν συμμορφώθηκαν, γιατί καμάρωναν για την υποστήριξη που τους πρόσφερε ο έπαρχος, κι έτσι πήγαιναν από καυγά σε καυγά και σχεδίαζαν σφαγή. Και βγήκαν κάποιοι αλλόφρονες μέσα στη νύχτα και φώναζαν: «Η αποστολική εκκλησία του Αθανασίου καίγεται. Ελάτε να τη σώσετε χριστιανοί!». Και βγήκαν στους δρόμους οι χριστιανοί ανύποπτοι για την ύπουλη παγίδα που τους είχαν στήσει οι Ιουδαίοι. Κι όταν βγήκαν, έπεσαν πάνω τους οι Ιουδαίοι κι έχυσαν το αίμα πολλών αθώων.

Και το πρωί, όταν άκουσαν όσοι γλίτωσαν την ανομία των Ιουδαίων, πήγαν στον Πατριάρχη. Κι επιτέθηκαν όλοι μαζί με οργή στις συναγωγές των Ιουδαίων, και τους έσυραν στις εκκλησίες και τους βάφτισαν στην αγία πίστη. Κι έναν τον βάφτισαν Γεώργιο. Και τους δολοφόνους τους εξόρισαν από την πόλη, και λεηλάτησαν τις περιουσίες τους, και τους άφησαν πτωχούς πριν τους διώξουν, κι ο Ορέστης ο έπαρχος δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Κι ύστερα πλήθος πιστών σηκώθηκε ακολουθώντας τον καλόγερο Πέτρο, που ήταν ευσεβής πολύ κι εργαζόταν ακάματα την πίστη του Ιησού Χριστού, κι αναζήτησαν την παγανίστρια που είχε σαγηνεύσει με τα μάγια της τους κατοίκους και τον ίδιο τον έπαρχο. Κι όταν έμαθαν που βρισκόταν, πήγαν και την βρήκαν να κάθεται σ’ έναν υψηλό θρόνο, και την γκρέμισαν από εκεί και την έσυραν σε κάποια μεγάλη εκκλησία που λεγόταν Καισαρείον. Κι ήταν περίοδος νηστείας. Και την γύμνωσαν και την έσυραν στους δρόμους της πόλης, ώσπου πέθανε. Και την μετέφεραν σ’ ένα μέρος που λεγόταν Κυναρείον, κι έκαψαν το πτώμα της. Κι οι πιστοί μαζεύτηκαν γύρω στον Πατριάρχη Κύριλλο, και τον κάλεσαν «νέο Θεόφιλο», γιατί εξαφάνισε κάθε ίχνος ειδωλολατρίας από την πόλη.

 

 

Τι μεσολάβησε αυτά τα διακόσια χρόνια ώστε ο αποτροπιασμός ενός χριστιανού να μεταβληθεί σε καθαγιασμό ενός αδικαιολόγητου, ακόμη και με την σκληρή ηθική της επιβίωσης, εγκλήματος; Ο χριστιανικός όχλος που τον 5ο αιώνα προσπαθούσε να επιβάλει την θέλησή του, τον 7ο ήταν βρισκόταν στην εξουσία. Δεν θα πρέπει, όμως, να βιαστούμε να θεωρήσουμε τον Ιωάννη Επίσκοπο Νικίου έναν ηθικά διεφθαρμένο ηγέτη, που προσπαθεί να διατηρήσει την ιδεολογική συνοχή αυτού του κυρίαρχου όχλου. Φυσικά, το κείμενό του είναι μια εξαιρετική περίπτωση προπαγάνδας, αλλά μια προσεκτική ματιά τον τοποθετεί στην θέση του τρομοκρατημένου! Το κείμενο αυτό συνιστά μια «χάρτινη αρένα». Ας ονομάσουμε έτσι κάθε κείμενο, μετά την ανάγνωση του οποίου, έχουμε περίπου τα ίδια συναισθήματα με τον Ρωμαίο πολίτη, που άφηνε την κλασσική αρένα. Οι διαφορές δεν είναι μελιταίες, αλλά μόνο από την ασύγκριτη ανηθικότητα της ρητορικής σε σχέση με την «ευθύτητα» της βάρβαρης πράξης. Από τους φόνους που γίνονται σε ένα κείμενο υποτίθεται πως δεν κινδυνεύει κανείς. Δεν ρέει πραγματικό αίμα, αλλά και η τελευταία δυνατότητα του θεατή να προσχωρήσει στον αποτροπιασμό του εξαφανίζεται. Σε μια πραγματική αρένα, το χυμένο αίμα γίνεται ανεκτό από την διεστραμμένη ηδονή της θέας του χυμένου αίματος. Ο θεατής εγκαταλείπεται σ’ αυτήν την διαστροφή ως ζώον που προσπαθεί να επιβιώσει. Η ανακούφιση της αποφυγής μιας παρόμοιας με το θύμα τύχης, είναι ένα συναίσθημα ακατέργαστο, παιδικό ή πρωτόγονο, αλλά διαθέτει ένα είδος ευθύτητας, ειλικρίνειας, αθωότητας.

Η χάρτινη αρένα απευθύνεται σε «πολιτισμένους» ανθρώπους. Το αίμα που χύνεται με τον τρόπο των λέξεων πρέπει να είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Αλλιώς ο θάνατος βρίσκεται εκτός της έλλογης συνθήκης που ιδρύει η συγγραφή και ανάγνωση ενός κειμένου. Εδώ, η Υπατία δολοφονείται ως ένοχη για μια περίοδο αιματηρών ταραχών. Εδώ η οργή των χριστιανών είναι απόλυτα αιτιολογημένη και διαξιολογημένη. Ασφαλώς υπάρχουν στο κείμενο ορισμένα λογικά κενά. Η σχέση της Υπατίας με τον παγανιστή Ορέστη μπορεί να είναι απόλυτα φυσική. Όμως η σχέση των δύο τους με τους μονοθεϊστές Ιουδαίους δεν μπορεί να εξηγηθεί άμεσα. Έτσι, το λογικό κενό καλύπτεται από την σταδιακή άνοδο της έντασης των συναισθημάτων, μέχρι την τελική αποφόρτιση.

 

Η βιβλική ρητορική των αλλεπάλληλων «και» λειτουργεί αποφασιστικά, αφαιρώντας από τον αναγνώστη κάθε ευκαιρία να κάνει δικές του σκέψεις. Τα γεγονότα μπορεί να μην συνδέονται οπωσδήποτε λογικά, αλλά συνδέονται «ποιητικά», «ρητορικά», γεγονός που εξασφαλίζει την μέγιστη πειθώ, την συναισθηματική.

 

 

Κι ο συγγραφέας; Τόσο ύπουλος, λοιπόν, τόσο επιτήδεια ανειλικρινής; Πώς τολμά ένας ιερέας να χρησιμοποιεί την τέχνη του ψεύδους, την ρητορική, την μόνη τακτική με την οποία μπορείς να χρεώσεις στον άλλον, τον αναγνώστη επί του προκειμένου, την ευθύνη των πράξεών σου; Σε κάθε περίπτωση προπαγάνδας, ο προπαγανδιστής δεν κινδυνεύει από το θέμα του αλλά από τον αναγνώστη. Η προπαγάνδα θα μπορούσε κάλλιστα να ιδωθεί όχι μόνο σαν μια τεχνική διαστροφής των ιδεών του αναγνώστη, αλλά κυρίως σαν μια τεχνική υφαρπαγής της βούλησής του, αποδυνάμωσης της κρίσης και της ακρισίας του επίσης. Το τελικό αποτέλεσμα του προπαγανδιστικού κειμένου είναι η καθαγίαση του προπαγανδιστή απέναντι στον αναγνώστη, παρ’ όλο που δείχνει να είναι η παρακίνησή του κατά των εχθρών του προπαγανδιστή. Ο Ιωάννης Επίσκοπος Νικίου ήθελε πάνω απ’ όλα να βεβαιωθεί πως ο κυρίαρχος όχλος είναι με το μέρος του. Του έδωσε την δήλωση που είχε ανάγκη. Ξεμπέρδεψε με το αγκάθι της Υπατίας. Παρακολούθησε το μαρτύριό της φανταστικά, και έσπευσε να το αφηγηθεί στους συνθεατές του, με στόχο την διασκέδαση του τρόμου του. Κανείς δεν ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσουν οι απαιτήσεις του όχλου. Ένα είναι βέβαιο: μέχρι εκεί που επιβάλει η επιβίωσή του.

    .

δημοσιεύτηκε October 15, 2009 από anonymous

Από τα τεύχη 1 ,2,3,4 του περιοδικού γραμμάτων και τεχνών Βακχικόν

 

http://www.vakxikon.gr/