Η ανατομία της ποίησης του Κάλβου

δημοσιεύτηκε November 1, 2009 από anonymous
τροποποιήθηκε November 1, 2009

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ, Ωδαί, Εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Δημήτρης Δημηρούλης. Περιλαμβάνεται CD - ανάγνωση Βασίλης Παπαβασιλείου. Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 312

«Ω, Ζέφυρε, σκληρότατε,

πνοή του φθινοπώρου,

θανάτου φόβον χύνεις

στα φυλλώματα πάντα

καίτοι αθέατος.

 

Ως τα φαντάσματα πετάουν

θαυμάσια και κρύπτονται,

με αμαυρωμένην όψιν

αναίμακτον, ωχρά, εκείνα

κατατρέχουν.

 

Αν οι παραπάνω δύο στροφές δεν είναι μια αδέξια προσπάθεια του Ανδρέα Κάλβου να διαμορφώσει το ποιητικό ύφος του, αλλά οι πρώτοι τέσσερεις στίχοι του σπουδαίου ποιήματος του Percy Bysshe Shelley, «Ode to the West Wind» [«Ωδή στον δυτικό άνεμο»], τότε ίσως δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει για ένα ποίημα να ανήκει στον Κάλβο ούτε τι συνεπάγεται να προσπαθούμε να εντάξουμε τον ποιητή σε ένα από τα λογοτεχνικά «ρεύματα» της εποχής του. Δεν γνωρίζουμε τον Κάλβο εντός του καλβικού ορίζοντα, επί του ποιητικού εδάφους που διαμόρφωσε. Μα ούτε μπορούμε να αποφανθούμε περί της ρομαντικής ή κλασικιστικής ροπής του.

 

Τον εθνικό μας ποιητή τον γνωρίσαμε επαρκώς, έστω και αν έπρεπε να εκχριστιανίσουμε κάπως τη γαλλικής καταγωγής αρετή του. Εξαίρετοι μελετητές ανέλαβαν να μας γνωρίσουν όσα ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για τον άνθρωπο και την αρχιτεκτονική των ποιημάτων του. Τον Κάλβο, όμως, τον γνωρίσαμε; Γιατί, η γνωριμία μ' έναν ποιητή απέχει πολύ από τους αυτοματισμούς των σχολίων στα σχολικά βιβλία. Η γνωριμία μ' έναν ποιητή προϋποθέτει την προσπάθεια ν' απαντήσουμε στο ερώτημα: «Ποια είναι η αλήθεια του;».

 

Ο αλησμόνητος, για τις καίριες παρατηρήσεις του, Μάριος Μαρκίδης, έθετε αυτό το ερώτημα σε κείμενό του για τον Κάλβο (Το Μαύρο Καράβι, εκδόσεις Ερατώ, 1994, σσ. 37-52) το οποίο η ακαδημαϊκή κριτική θα κατέτασσε οπωσδήποτε στην τάξη της «ψυχαναλυτικής κριτικής». Έτσι είναι, σίγουρα. Αλλά σημασία έχει πως μόνο ένας έμπειρος ψυχαναλυτής θα μπορούσε να θέσει ένα τέτοιο ερώτημα στον αναγνώστη, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα της φιλολογίας. Γιατί, μόνον ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να έχει απόλυτη συνείδηση της ζημιάς που κάνουν οι αυτοματισμοί στην ποίηση. Μόνον ένας «τεχνικός» της ψυχής και μόνο ένας ρεαλιστής φιλόλογος, ο οποίος έμαθε να μην ξεχνά πως δουλειά του είναι το πραγματικό κείμενο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Ο καθηγητής της θεωρίας της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Δημήτρης Δημηρούλης, ανήκει σ' εκείνον τον τύπο σύγχρονου διανοουμένου, ο οποίος στηρίζει την επισταμένη θεώρηση της πραγματικότητας σε δύο αρχές:

 

-Η πραγματικότητα είναι ήδη μια έννοια που χρειάζεται διαύγαση (ως εκ τούτου, η πραγματικότητα του κειμένου δεν εξαντλείται στην γραπτή εικόνα του επί του χάρτου ή άλλου υλικού).

-Η αναγνωστική εμπειρία, η μόνη εμπειρία που μπορεί να δώσει στο κείμενο υπόσταση, συντελείται στη βάση τριών θεμελιωδών δομών (ενεργών σχέσεων και όχι αδρανών μέτρων σύγκρισης ή αντιστοίχησης των μερών του κειμένου με καθολικές έννοιες): α) ο αναγνώστης έχει συνείδηση του όλου μέσω των μερών, β) εισπράττει την ταυτότητα μέσω της πολλότητας και γ) έχει συνείδηση της παρουσίας μέσω της απουσίας.

 

Μόνο με τη συναίσθηση της ισχύος των παραπάνω δεδομένων μπορούμε να κατανοήσουμε το εγχείρημα του Δημηρούλη, ένα εγχείρημα σημαντικό, για την επί τω έργω κριτική και φιλολογική πρακτική μας. Αρκεί να σημειώσω, πως και μόνον η επιλογή του να μεταγράψει στο μονοτονικό σύστημα ένα έργο το οποίο παραδοσιακά ανήκει στην (έστω κοραϊκή) καθαρεύουσα, και συνεπώς διατηρεί προνομιακή σχέση με την πολυτονική γραφή, θέτει στη διάθεση της εμπειρίας μιαν απουσία εμμενή στην ιδιότυπη παρουσία του πολυτονικού υλικού: τη φωνητική σύσταση των στίχων. Τότε, ο επιβλητικός λόγος -που κρύβει τον ποιητή, αφήνοντας το ποίημα «ορφανό»- μαλακώνει, ανοίγοντας μια χαραμάδα θερμού φωτός, με θέα στη μορφή του Κάλβου. Αποδεσμευμένος πια ο αναγνώστης από τη λέξη προς λέξη διάγνωση της οργάνωσης των προτάσεων και των στροφών, ρέπει προς τη φωνητική αναπαράσταση του λόγου, τείνει να αποβάλει ακόμη και τα κόμματα. «Έρημη τώρα η θάλασσα/ είναι· και ιδού μακρόθεν ως νέφη εις τον ορίζοντα/ εσπερινόν ξανοίγω/ γη και νησία». Τι «ξανοίγει» οι Κάλβος «ως νέφη»; Γη και νησιά ή εσπερινό και γη και νησιά;

 

Όμως, αυτό το παράδειγμα δεν είναι παρά ένα ανάμεσα στα μύρια όσα κατακλύζουν την επαφή του αναγνώστη με το έργο του Κάλβου. Η αλήθεια που απομόνωσε επισταμένως ο Δημηρούλης είναι πως ακόμα και αν εγκαταλειφθούμε στο στερεότυπο του εθνικού ποιητή, αν θεωρήσουμε δηλαδή πως η ταυτότητα, η ολότητα και η παρουσία του έργου του Κάλβου εξαντλούνται σε αυτό τούτο το έργο όπως εμφανίζεται εκάστοτε μπροστά μας, και πάλι ο Κάλβος θα μας δίνεται διαρκώς ως ξένος και ως παραλλάσσων τα στοιχεία της ποιητικής του.

 

Η έννοιες της ξενότητας και της παράλλαξης, τις οποίες εντόπισε στην αναγνωστική εμπειρία του Κάλβου ο Δημηρούλης, ανοίγουν έναν μη-συμπλεγματικό δρόμο για την επιτέλεση ελεύθερων -προσανατολισμένων προς το δημόσιο χαρακτήρα της σκέψης και επικεντρωμένων στη διαπροσωπική σύσταση της εθνότητας- συνειδησιακών ενεργημάτων. Πέραν τούτου, η ακριβής διάγνωση του τρόπου με τον οποίο μας δίνεται ένα ποιητικό έργο αποτελεί πια σταθερό στοιχείο της πνευματικής παράδοσης του δυτικού κόσμου και συνεπώς η εμμονή στην ταυτιστική λογική της ανάληψης του κειμένου ως απόλυτα συνειδητής κατασκευής, απονευρώνει την πραγματικότητα του κειμένου.

 

Ο Κάλβος, κατά τον Δημηρούλη, μας δίδεται ως ήδη ξένος προς τις αναγνωστικές προσδοκίες μας, αλλά και ξένος προς το ίδιο του το ποίημα. Η ξενότητα του ποιήματος απέναντί μας ορίζεται από την αδυναμία μας να το τοποθετήσουμε εντός κάποιου πολιτισμικού πλαισίου. Δεν είναι ρομαντικό, ούτε κλασικιστικό. Δεν είναι ποίημα με την κατεξοχήν εθνική έννοια, αλλά δημιουργεί εθνική ανάταση. Δεν ασπάζεται τη γλώσσα του λαού, αλλά είναι σαφής η αίσθησή του της καθομιλουμένης, συχνότερα εκεί όπου η σύνταξη και το λεξιλόγιο ερωτοτροπούν με την αρχαιότητα. Ύστερα, ο Κάλβος απουσιάζει ως πάθος από τους στίχους του. Ο αναγνώστης πρέπει να στηριχτεί στην προσωπική του ικανότητα να συγκινείται. Κι όμως, αυτή η συγκίνηση, που δεν εμφανίζει το δημιουργό της στο ίδιο επίπεδο ανταλλαγής λόγου με τον αναγνώστη, εγκαθιστά κάποιο είδος φυσικής οικειότητας με το ποίημα· σαν να ήταν ένα αρχαίο άγαλμα που ήρθε στο φως της εμπειρίας από τον ποιητή! Τελικά, θεμέλιο της πρωταρχικής εμπειρίας του καλβικού ποιήματος, της αίσθησης του οικείου, είναι η διαρκής αίσθηση του ξένου, του παρά-ξενου και του απο-ξενωμένου.

 

Όσο για την παράλλαξη, την οποία ο Δημηρούλης ορίζει ως «συστατικό τροπισμό του λυρικού ποιήματος» (σ. 57), μπορούμε να την αντιληφθούμε ως συνεχή διαφορά, του διατυπωμένου εμπειρικού στοιχείου, από το εμμενές, στη συνείδηση του αναγνώστη, γλωσσικό και ποιητικό επίπεδο, το οποίο εναγκαλίζεται, διασχίζει, τέμνει, εγκαταλείπει, απορρίπτει ο ποιητής, θέτοντας τον κατ' ουσίαν λόγο του -την «αλήθεια» του δηλαδή- στο παιχνίδι της παρουσίας διά της απουσίας, και το αντίστροφο. «Η ποίηση του Κάλβου», γράφει ο Δημηρούλης, «είναι καθ' ολοκληρίαν μία παράλλαξη» (ό. π.). Πώς γίνεται αυτό; Ο Μάριος Μαρκίδης φέρνει ένα πολύ καλό παράδειγμα αυτής της ολοκληρωτικής παράλλαξης. «Και μέσα στην παράξενη γενικά ατμόσφαιρα της ωδής», γράφει, σχολιάζοντας την παρουσία του μητρικού στήθους στην «Εις θάνατον» ωδή (Τα στήθη,/ τα στήθη που σ' εβύζασαν/ εμπρός σου βλέπεις), «το πιο παράξενο: αυτά τα στήθη, που κανονικά εισάγουν στη ζωή του καθενός λιγοψυχιά και δάκρυα (Παύσε τα δάκρυα... τι κλαίεις;), ξαφνικά γίνονται υπεύθυνα για μια μανία» (αναφερόμενος στους στίχους: Εγώ τώρα εξαπλώνω/ ισχυράν δεξιάν... Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα/ αίματος και δακρύων/ καταπατώ...).

 

Εδώ, ο Κάλβος πραγματοποιεί μια διπλοβελονιά στη γλωσσική πλέξη της ωδής. Εμφανίζεται ως γιος μιας σπαρακτικά απούσας μητέρας, για να χαθεί ως «Τυρταίος». Αυτή η απουσία του «Τυρταίου» θα καλυφθεί πολύ γρήγορα και με τρόπο γεμάτο μένος. Ο ποιητής θα εμφανιστεί ως «Τυρταίος», κάνοντας ωστόσο βασανιστικά παρούσα την απουσία του μητρικού στήθους.

 

Η ξενότητα ως συνειδησιακό ενέργημα της εξοικείωσης με το ποίημα και η παράλλαξη ως τρόπος συγκρότησης του απολαυστικού ανοίκειου, κάνουν τον Κάλβο τον πρώτο «που καθιστά την ξενοτροπία της ανάγνωσης καθοριστικό στοιχείο της λογοτεχνικής απόλαυσης» (σ. 45). Η βαριά αυτή κουβέντα αποτελεί το στοιχείο-κλειδί για την ενσωμάτωση του παράδοξου αυτού ποιητή στην παράδοση της ευρωπαϊκής ποίησης, με προϋποθέσεις πολύ περισσότερες και πολύ σοβαρότερες από τον πατριωτισμό του. Ο Δημηρούλης αρκείται στη διατύπωση του προφανέστατου αυτού χαρακτηριστικού της ποίησης του Κάλβου. Ωστόσο, ο μετρημένος τρόπος με τον οποίο οφείλει ίσως να κινείται ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας με την εμβέλεια του Δημηρούλη, προσωπικά δεν με κωλύει να προχωρήσω στο αναγκαίο συμπέρασμα. Κατά την γνώμη μου, αυτό που πρώτος -κατά τον Δημηρούλη- έκανε ο Κάλβος, είναι αυτό που οι Ρώσοι φορμαλιστές έθεσαν ως πυρήνα της λογοτεχνικότητας: την ανοικείωση, ως καθοριστικό στοιχείο της λογοτεχνικότητας! Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη διαβάζουμε τον Κάλβο όπως διαβάζουμε τον Χλέμπνικοφ ή τον Μπιέλι, τον νεαρό Τζαρά ή τον ώριμο Αραγκόν. Το επίπεδο και ο βαθμός παράλλαξης ή ξενότητας δεν έχει σημασία ως συμβεβηκός. Σημασία έχει η ποιητική πρακτική, η οποία, στην περίπτωση του Κάλβου, διαθέτει ίσως πολλά μη συνειδητά σημεία. Αλλά το να θεωρήσουμε τον έλληνα ποιητή ως πρόδρομο της μοντέρνας τομής -όπως έκαναν οι γάλλοι λ.χ., με ακόμα παλαιότερους συγγραφείς τους- είναι κάτι που μόνο οι Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Κάλλας, θα μπορούσαν να μας πουν (επισημαίνω, πως οι παραπάνω ποιητές κάθε άλλο παρά βουβοί είναι επί του θέματος).

 

Ο Δημηρούλης, έχοντας ανοίξει όλους τους ασκούς του Αιόλου στη θεώρηση του νεοελληνικού λογοτεχνικού κειμένου εν γένει, εισάγει ως επιστημολογικό παράδειγμα τη γεωγραφική οντότητα του ποιητικού έργου, δίνοντας στον κριτικό την ευκαιρία να αρθρώσει το λόγο του σ' έναν μακρινό αλλά φιλόξενο τόπο: τον τόπο του δημιουργού. Η καλβική «νήσος», όπως την ονομάζει (σ. 48), είναι πρώτα και κύρια ένας τόπος αυτονομίας του κριτικού υποκειμένου κι έπειτα μια «ομοσπονδιακή περιοχή» του ποιητή.

 

Επειδή λοιπόν οι ασκοί άνοιξαν κι επειδή θα μπορούσα να γράφω ώρες ατέλειωτες επί του θέματος, κλείνω με την πεποίθηση πως ο Δημήτρης Δημηρούλης χάρισε στον Κάλβο τα «Προλεγόμενα» που δικαιωματικά του ανήκουν - και στο ευρύ κοινό μια σπουδαία έκδοση.

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

    Καλβικές υπερερμηνείες

δημοσιεύτηκε November 1, 2009 από anonymous

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

-Ο Ανδρέας Κάλβος είναι ο πιο πολυπαθής ποιητής της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, και τούτο, ίσως, γιατί η ζωή και το έργο του, από τη στιγμή που ο Παλαμάς, το 1889, με την φημισμένη του διάλεξη, άνοιξε το δρόμο για την ενσωμάτωσή του στο γραμματολογικό μας corpus, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αποτελούν ανοιχτά πεδία για ποικίλες ερμηνείες. Αινιγματικός ο βίος του ποιητή αλλά και η φύση και το στίγμα της ποίησής του, δημιούργησαν από τις αρχές του 20ού αιώνα την αίσθηση ενός έργου που φθάνει ως τον αναγνώστη με πολλά κενά - πράγμα όχι και τόσο δικαιολογημένο. Λόγω της γεωγραφικής καταγωγής, η περίπτωση του συσχετίζεται διαρκώς με εκείνη του Σολωμού, επίσης ζακύνθιου, επτανήσιου και ιταλοθρεμμένου, που και εκείνου η ποίηση είναι αλήθεια ότι έχει δημιουργήσει αρκετά ερωτήματα, συμβατά με την ευταξία της ποιητικής ρητορικής του 19ου αιώνα - λ.χ. ακόμα υπάρχει μια αμηχανία ως προς τη φύση και το είδος των αποσπασμάτων. Πέρα όμως από την κάποια “εξωτική” διάθεση με την οποία προσεγγίσαμε τους επτανήσιους, εν γένει, γεγονός είναι ότι το σολωμικό έργο, λόγω της γλώσσας του, θεωρήθηκε ακρογωνιαίος λίθος του ποιητικού μας οικοδομήματος, ενώ αυτό του Κάλβου για ένα μεγάλο διάστημα έγινε αποδεκτό ιδίως γιατί το έντυσαν με τη φορεσιά του υψιπετούς πατριωτικού αισθήματος. Και ενδεχομένως σ' αυτό να μην είναι άμοιρος ευθυνών ο ίδιος ο Παλαμάς, ή, μάλλον, οι ιδέες και ο τρόπος που υποδέχονταν την ποίηση σ' εκείνα τα χρόνια, καθώς λίγο πριν την ήττα του 1897 ο ενθουσιασμός για κάθε τι που φερόταν ως αναπεπταμένο και οδηγητικό ήταν αναγκαίο μέρος του εθνικού κανόνα!

 

-Ο Κάλβος λοιπόν ως άγνωστη γη, το 1889, εντάξει, αλλά ως άγνωστη γη και το 2009; Εδώ εγείρεται ένα ερώτημα που δεν μου δημιουργήθηκε από την εξέταση της παλαιότερης θεωρίας για τον Κάλβο, μα από την τωρινή εισαγωγή στις Ωδές του Δημήτρη Δημηρούλη, ένα κείμενο χορταστικό, εκατόν τριάντα σελίδων, αρκετά προκλητικό από μια ορισμένη πλευρά, έντονα ρηξικέλευθο, ώστε να δημιουργεί σε πολλά σημεία του αμηχανία για την επάρκεια ή μη της συλλογιστικής του, αλλά οπωσδήποτε όχι κείμενο χρηστικής έκδοσης, “για το ευρύ κοινό”, όπως μας πληροφορεί παραπειστικά το “αυτί” του εξωφύλλου. Δεν λέω εδώ ότι αμφισβητώ τον κόπο, το πάθος ή και τη γενναιότητα του επιμελητή, δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι ακόμα και τα πιο ανθεκτικά στο χρόνο λογοτεχνικά έργα δεν υπόκεινται στον έλεγχο της ματιάς του αναγνώστη ή του κριτικού, που διαφέρουν ανά τις εποχές και ανά τις ικανότητες∙ απλούστατα λέω ότι έχουμε στα χέρια μας ένα προοίμιο στον Κάλβο που πάσχει από κάτι βασικό: δεν έχει ραχοκοκαλιά. Ομολογουμένως είναι ένα κείμενο εμπνευσμένο, έντονα συγκινημένο, λυρικό, μα, από την άλλη πλευρά, είναι ένα κείμενο που θέλει εξαρχής να στηριχθεί σε δύο αφέντες, την τεκμηρίωση και την υποκειμενική εντύπωση, που όμως είναι γνωστό ότι δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους και γι' αυτό χρειάζεται προσοχή κάθε φορά που τους βάζουμε να συγκατοικήσουν. Αυτό το στοίχημα των αναλογιών φοβάμαι πως χάνει από τις πρώτες σελίδες του το εισαγωγικό του Δημηρούλη, όμως οι αναλογίες είναι η προϋπόθεση της εσωτερικής διαλεκτικής, δηλαδή του θεμελιώδους κάθε κριτικού εγχειρήματος.

 

-Η έλλειψη αναλογιών, έτσι όπως την εννοώ, επαναλαμβάνει στο βιβλίο με τις Ωδές του Κάλβου, αυξημένα ωστόσο, ό,τι επιχειρήθηκε πριν από δυο χρόνια με τα Έργα του Διονυσίου Σολωμού. Αλλά εδώ, στο τωρινό βιβλίο, μου φαίνεται ότι περίσσεψε πλέον η διάθεση να μείνει πίσω ο φιλόλογος και να προχωρήσει ο μυθοπλάστης βιογράφος. Ας πούμε, ομολογεί καθαρά (σελ. 11) πως “τα υπάρχοντα κενά, όσο βαριά και αν είναι, θα μπορούσαν να γεμίσουν με πιθανοφανείς συμπληρώσεις”, και, λίγο πιο κάτω, “Στην παρούσα περίσταση, θα περιοριστούμε να [...] χαράξουμε αδρομερώς το σχήμα του βίου χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις”, μολονότι, οι αξιώσεις είναι διαρκώς παρούσες: “Για την παιδική ηλικία του ήρωά μας οι πληροφορίες είναι λίγες“ και “Δεν γνωρίζουμε τι έκανε ο ήρωάς μας [ο νεαρός Κάλβος!], μπορούμε όμως βάσιμα να υποθέσουμε ότι το ψυχικό του οικοδόμημα κλονίστηκε σοβαρά” (12). Υποθέσεις δηλαδή κυριολεκτικά στον αέρα, καθώς τα περίφημα κενά του κάλβειου βίου (τα οποία δεν είναι και άπειρα, πλέον) νομίζω ότι ανοίγουν την όρεξη στους παντοειδείς της αποδόμησης να ανα-αφηγηθούν τη ζωή του κατά το δοκούν, να βάλουν το έργο μπροστά στον δικό τους παραμορφωτικό καθρέφτη και να βρουν εκεί κρυφά ψυχοσωματικά πάθη και ανεπούλωτες πληγές (όπως το εφεύρημα της απώλειας της μάνας και η μονοδιάστατη ανάγνωση των ποιημάτων όπου προβάλλεται η απώλεια της πατρίδας), να εικάσουν εκ του μη όντος, να ανυψώσουν πύργους και πόλεις θεωρητικών πρωθύστερων, κ.τ.λ.!

 

-Δεν λέω κάτι δικό μου, ισχυριζόμενος ότι ποιητές τέτοιου διαμετρήματος, όπως ο Κάλβος, ποιητές δηλαδή που ανήκουν σ' ένα είδος γραμματολογικού απυρόβλητου, είμαστε υποχρεωμένοι να τους διαβάζουμε συγκριτικά. Θα τολμούσα να πω, πολύ περισσότερο τον δημιουργό των Ωδών, έναν ποιητή που πέρασε ως μετέωρο και που ωστόσο, για λόγους καθαρά δικούς του, δικής του ιδιοσυστασίας, όπως και αργότερα ο Κ. Π. Καβάφης, έφτασε να γράψει με έναν ορισμένο τρόπο που είναι εξαιρετικά κοντά στις σημερινές αντιλήψεις των ποιητών μας για τη δομή του στίχου, κυρίως όμως για τη λειτουργία της εικόνας. Θα φαινόταν παράξενος ο ισχυρισμός ότι ο Κάλβος είναι πλησιέστερος στη ρητορική του μοντέρνου από όσο ο Σολωμός, ο Παλαμάς ή ο Σικελιανός, γεγονός όμως είναι ότι περισσότερες απηχήσεις της “ανοιχτής” στιχουργικής του πρώτου βρίσκουμε στα μεταπολεμικά χρόνια (όπως μας έδειξε ο Στέφανος Διαλησμάς, 1992), παρά των υπολοίπων. Και τούτο είναι σε άμεση σύνδεση, προφανώς, με τη γλωσσική ανεξιθρησκία, που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στον λυρισμό μας, με αποτέλεσμα η υφολογική ταυτότητα του Κάλβου να μας είναι πολύ περισσότερο οικεία σήμερα, απ' όσο στις μαχητικές περιόδους του στρατευμένου δημοτικισμού!

 

-Αλλά, για να επιστρέψω από τη σύντομη αυτή παρέκβαση, υπογραμμίζω ξανά την ανάγκη της συγκριτικής ανάγνωσης του Κάλβου, διότι αν ο Δημηρούλης την είχε κάνει με κάποια φιλέρευνη σταθερότητα, εκεί όπου χρειαζόταν, δεν θα είχε γλυστρίσει σε τόσες υπερερμηνείες περί “ξενότητας”, “παράλλαξης” ή “γλώσσας-νήσου”, που φοβάμαι πως συσκοτίζουν μάλλον παρά ανοίγουν καινούριες εξόδους για τις τριτοκοσμικών οραματισμών σπουδές μας. Λόγου χάριν, τον συγκρίνει με τον Σολωμό ή γράφει δια μακρών για το πώς τον προσέλαβαν οι μεταγενέστεροι, επτανήσιοι και ελλαδίτες, στον 19ο και στον 20ό αιώνα, αλλά παρακάμπτει επιμελώς τον συσχετισμό του με τον Φόσκολο. Όχι τον Φόσκολο εργοδότη, φίλο, προστάτη και το 1827 υποκείμενο στην “πατροκτονία”, στην οποία όπως λέει ο Δημηρούλης ευφάνταστα (17) έφτασε ο Κάλβος, για να απελευθερωθεί από το πρότυπό του, αλλά τον Φόσκολο σημαντικό ποιητή και γόνιμο δέκτη των ρευμάτων της εποχής του, στις αρχές του 1800. Εκεί υπάρχει μια αναπηρία στην εισαγωγή που συντέλεσε, όπως νομίζω, σε αρκετές παρεξηγήσεις. Και πρώτα-πρώτα, το εσχάτως προσφιλές στη φιλολογική κοινότητα ζήτημα, του ρομαντισμού ή του κλασικισμού του Κάλβου, ένα ζήτημα που προκάλεσε τριγμούς και βρυγμούς οδόντων, αν και η ταπεινότης μου δεν το θεωρεί πρωτεύον. Ο Δημηρούλης είναι αλήθεια ότι δεν συντάσσεται με τη μια ή την άλλη παράταξη και προσπαθεί να συγκεράσει τις αντιθέμενες απόψεις, αλλά, παραδόξως, θεωρεί τον Κάλβο “υποψήφιο ρομαντικό, παρά τη θέλησή του” (83), ή “ρομαντικό εξ αντανακλάσεως [που η ποίησή του] μοιάζει να θέλει να κρύψει αυτή την εντατική αντίθεση χωρίς να τα καταφέρνει” (83, 84). Και τούτο ίσως γιατί ξεκινάει από μια λανθασμένη υπόθεση εργασίας, ότι ο ρομαντισμός, ως κίνημα, εμφανίστηκε στην Ιταλία μετά το 1816 (18), μη παίρνοντας υπ' όψη το βασικό στοιχείο, πως ο ίδιος ο Φόσκολος δημοσίευσε το 1802 τις Τελευταίες επιστολές του Τζάκοπο Όρτις, ένα επιστολικό μυθιστόρημα όπου συμφύρονται, σύμφωνα με τους ιταλούς ιστορικούς της λογοτεχνίας, τα ρομαντικά με τα νεοκλασικά αισθητικά ιδεώδη. Όλα αυτά μια δεκαετία προτού συναντηθεί με τον Κάλβο (1812)!1

 

-Δεν είναι κακό να σκεφθούμε κάποια στιγμή ότι, αντί για την ευκολία να τρέχουμε στις χαοτικές σειρήνες των σλαβοϊζιζέκειων αποφάνσεων για τις πολλαπλές ταυτότητες, καλύτερο θα ήταν να δούμε προσεκτικότερα την επίδραση του Φόσκολο στη συνείδηση, στις πολιτικές αντιλήψεις, στη βιοθεωρία και στη γραφή του Ανδρέα Κάλβου. Και κατ' αρχάς, ας συμφωνήσουμε σε κάτι που μου μοιάζει εύλογο για όποιον συγκρίνει το έργο του μαθητή με εκείνο του δασκάλου, τουλάχιστον ως το 1819, όταν ο Κάλβος δημοσιεύει την πρόσφατα εντοπισμένη από τον Λεύκιο Ζαφειρίου Ελπίδα Πατρίδος. Ας δεχτούμε ότι αρχίζει να γράφει όπως μπορεί, κατά πως έλεγε ο Σεφέρης, ανεξαρτήτως του γιατί γράφει, πού αποβλέπει, ποιόν θέλει να συγκινήσει και σε ποιόν απευθύνεται - στον ελληνολάτρη Γκίλφορντ, στους φιλέλληνες της Γενεύης; Μα αυτό θα έλεγα πως δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους και που εδώ αποσιωπάται συστηματικά, είναι ότι χωρίς τον Φόσκολο, ο Κάλβος, αν έγραφε, θα έγραφε αλλιώς! Εμμέσως το δέχεται και ο ίδιος ο Δημηρούλης, όταν λέει πως σ' αυτή ότι τη νεανική ωδή “διαπιστώνουμε ότι εκτός από την ιδεολογική του στράτευση στην υπόθεση της ελληνικής επανάστασης, είχε ήδη συγκροτήσει και τον αισθητικό του προσανατολισμό”(26). Γιατί λοιπόν “τίποτε δεν μπορεί να 'εξηγήσει' το κατόρθωμα των Ωδών;” (41)??? γιατί πρέπει, με αυτάρεσκο κριτικό λόγο, να επιδοτούμε έννοιες αμφίσημες, όπως η ξενότητα, τροφοδοτώντας τις με ψυχολογισμικές ακροβασίες και ταυτολογίες: “Η ανάγνωση δεν μπορεί να καταστείλει την ξενότητα του λυρισμού του, μπορεί όμως να ψηλαφήσει την αυτοξένωσή του, που δεν είναι άλλο από την κατάκτηση μιας καινούργιας ποιητικής γλώσσας” (42). Ή, όπως το ακόλουθο εξοντωτικό επιχείρημα, που είμαι βέβαιος ότι θα αποτελειώσει κάθε μέλος του “ευρύτερου κοινού” προς το οποίο υποτίθεται πως απευθύνεται η έκδοση: “Η ξενότητα [...] στον Κάλβο ονομάζει αυτό που πάντα περισσεύει χωρίς όνομα, αυτό που δεν χωρά στη γνώση, στην κατανόηση, στην κρίση, στην αξιολόγηση, την ίδια στιγμή που κινείται στα όριά τους.” !!!

 

-Η εισαγωγή του Δημήτρη Δημηρούλη στις Ωδές (που, παρεμπιπτόντως, τις διαβάζει εξαιρετικά ο Βασίλης Παπαβασιλείου) είναι ένα σύνθεμα άνισων εγχειρημάτων. Τις αρκετές καλές σελίδες όπου ασχολείται με την “Ποιητική” του Κάλβου (80-91) ή με τη “Γλώσσα” και τη “Στιχουργία” του (59-80), τις αντιμάχονται τα άλλα μέρη της μελέτης, που αφήνονται και βυθίζονται στον πειρασμό της θεωρητικολαγνείας και του ποιητικισμού (“Η ξενότητα του Κάλβου”, 39-48 και “Η καλβική νήσος”, 48-59). Κυρίως η εμμονή ότι όλο αυτό το έργο υπήρξε μοναδικό και ανεπανάληπτο, βγαλμένο στην κυριολεξία από μια άγνωστή μας, μυστική πηγή. Είναι όμως έτσι τα πράγματα, ή μήπως χρειάζεται να ξαναδούμε διακειμενικούς συσχετισμούς που έχουν από χρόνια κατατεθεί, όπως το βασικό μελέτημα του Φίλιππο Μαρία Ποντάνι, Foscolo e il greco moderno (1964), όπου και εκτεταμένη αναφορά του Ποντάνι στο πώς οι ρομαντικές και κλασικιστικές επιδράσεις του Φόσκολου στον Κάλβο δεν αρκέστηκαν στο πεδίο της ποιητικής σύνθεσης, αλλά πέρασαν και σ' αυτό της γλώσσας και του ύφους; Μιας και ο εκεί αρχαϊσμός του δασκάλου είναι συνεπής με μια ολόκληρη γλωσσική και αισθητική του θεωρία, η οποία είναι ενδιαφέρον ότι δεν ρίζωσε στον Σολωμό αλλά πέρασε και γονιμοποίησε μακροβιότερα τον Κάλβο.

 

 

-Υπάρχει λοιπόν μια μοναδικότητα στον Κάλβο που είναι ασύγκριτη; Υπάρχει στο έργο του ένας λόγος που εξακολουθεί να ξενίζει και να μη μας αφήνει να κοινωνήσουμε με τη φαντασία του ποιητή, όπως περίπου έλεγε το 1985 η Σοφία Σκοπετέα; Θα έλεγα πως όχι, ότι αυτά είναι περισσότερο ιδεολογήματα, συνήθως αποκομμένα από το ίδιο το έργο, ερμηνείες που εντάσσουν την υπόθεση εργασίας τους ως προθύστερο νόημα στο ίδιο το έργο, συγχέοντας έτσι κώδικες με διαφορετικές χρονικές συντεταγμένες. Όσο κι αν μοιάζει τερατώδες για τους μελετητές που γαντζώθηκαν εφ' όρου ζωής στην ηθική στάση μιας περιόδου απέναντι στη γλώσσα, ή οχυρώθηκαν πίσω από το ανυπέρβλητο άρρητο ορισμένων ποιητών, δεν μπορούμε να εκτείνουμε στο διηνεκές το μνημείο μιας ξενότητας που πλέον δεν υπάρχει. Γνωρίζουμε ποια ήταν η ηθική στάση του λογοτεχνικού κανόνα απέναντι στον Καβάφη, ακόμα και ως το 1950, και γνωρίζουμε επίσης τι σήμαινε άρρητο επί αρκετά χρόνια για τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο ή τον ίδιο τον Ρίτσο, που είχε καταχωνιάσει στα συρτάρια του τα πεζά του Εικονοστάσιου ανωνύμων των αγίων. Ε, δεν είναι η ίδια, γιατί δεν είναι ίδιοι οι κανόνες πια.

 

Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

 

1. Είναι τουλάχιστον κωμικό να υπερασπιζόμαστε σήμερα την αυτοτέλεια των ιδεολογικών και αισθητικών κινημάτων (τότε κλασικιστής και τότε ρομαντικός), όταν οι ίδιοι οι υπερρεαλιστές τιμούσαν ως απευθείας πρόγονό τους τον ρομαντικότατο Νοβάλις. “Ο ρομαντισμός ποτέ δεν εμπόδισε έναν καλλιτέχνη να αγαπά την κλασική αρχαιότητα ή την κλασική Ιταλία” (βλ. Νικόλαος Κάλας, “Για τις δίχως τέλος κατακτήσεις του ρομαντισμού”, Κείμενα ποιητικής και αισθητικής. Πλέθρον 1982, 173). Και, υποστηρικτικά, Οδ. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος 1974, 411-412, όπου αντιτίθεται στη γνώμη του Τάκη Παπατσώνη, ότι τα νέα ρεύματα κόβουν τις γέφυρες με τα παλαιότερα.

 

 

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=501498

    Η ανάκαμψη του Κάλβου

δημοσιεύτηκε November 1, 2009 από anonymous

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Δημηρούλη

Η νέα έκδοση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου, θέτει ένα απλό, αλλά άτεγκτο ερώτημα: μπορούν πια σήμερα οι ποιητές να επιβιώσουν πέραν της φιλολογίας και της κριτικής, ή και της εθνικής ταρίχευσης; Και μάλιστα οι παλαιοί ποιητές, που συνήθως επιβαρύνονται με πολλές δυσκολίες, όχι μόνο γλωσσικές; Αν το πρόβλημα είναι, ευρύτερα, η ίδια η κοινωνία και η τύχη της ποίησης στον πολιτισμό της εποχής, τι κάνουμε όλοι εμείς, για να συμβάλουμε σε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος, πώς προκαλούμε ή παρακινούμε το κοινό, με ποιον τρόπο αναμοχλεύουμε την υπόθεση της ποίησης, τι προτείνουμε για να ξαναβρεί το συλλογικό φαντασιακό τον χαμένο δρόμο ή να ανακαλύψει μια ακόμη κρυμμένη δυνατότητα στον ποιητικό λόγο; Και τι νόημα έχει, υπό τις υπάρχουσες αντίξοες συνθήκες, να εκδώσει κανείς εκ νέου τις Ωδές του Κάλβου; Ποιος νοιάζεται σήμερα για μια ποίηση που επενδύει την ισχυρή πρωτοτυπία της με υψηλούς πατριωτικούς τόνους και μάλιστα σε μια γλώσσα ανοίκεια, σχεδόν ακατανόητη; Με αυτές τις σκέψεις συναντήσαμε τον Δημήτρη Δημηρούλη, ο οποίος, μετά τον Σολωμό (Έργα. Ποιήματα και Πεζά, εκδόσεις Μεταίχμιο) μας έδωσε και τη νέα έκδοση του Κάλβου.

Κώστας Βούλγαρης

 

 

 

* Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα. Πώς προέκυψε ο Κάλβος; Γιατί μία ακόμη έκδοση; Δεν επαρκούν οι ήδη υπάρχουσες;

Πρώτα και πάνω απ' όλα: γιατί με ενδιαφέρει η υπόθεση της ποίησης και γιατί μου αρέσει ο Κάλβος. Αν δεν ένιωθα την ανάγκη να μιλήσω για τους ποιητές που αγαπώ, δεν θα έκανα τον κόπο να ασχοληθώ με την εκδοτική τέχνη. Μην ξεχνάτε ότι δεν είμαι εξ επαγγέλματος εκδότης, προτιμώ τον όρο «εμπειροτέχνης», άνθρωπος της δουλειάς, μάστορας, που κάνει κάτι όχι μόνο για να ζήσει αλλά και από μεράκι∙ ένας πλάνης της γραφής που έχει ανάγκη να υποστηρίζει τον στοχασμό για την τέχνη με κάποιο είδος αντισταθμιστικής χειρωναξίας. Όπως λέει ένας πικρόχολος φίλος: «ο μαζοχισμός μπορεί να πάρει τις πιο παράξενες μορφές».

 

* Ναι, αλλά ο Κάλβος;

Είναι απλό. Μιλούσα με τον εκδότη του «Μεταίχμιου», τον Νώντα Παπαγεωργίου, συμπατριώτη και παλαιό συμφοιτητή, για την ιστορία αυτή, όταν με μεγάλη προθυμία συμφώνησε να αρχίσουμε μια σειρά για την ελληνική ποίηση και να αναλάβω την ευθύνη. Δέχτηκα να ασχοληθώ με τέσσερεις ποιητές, δύο του 19ου αι. (Σολωμός, Κάλβος) και δύο του 20ού (Καβάφης, Καρυωτάκης) και αν όλα πάνε καλά να συνεχιστεί η σειρά με άλλους επιμελητές. Ξέρω ότι ανέλαβα βαρύ έργο αλλά ελπίζω να κρατηθώ γερός και να το τελειώσω. Διάλεξα τους ποιητές για του οποίους ήθελα να μιλήσω, για τους οποίους νόμισα ότι έχω κάτι να πω.

 

* Αυτό όμως θα μπορούσε να γίνει σε ένα δοκίμιο ή μια μελέτη, γιατί προχωρήσατε σε νέα έκδοση;

Γιατί ήθελα να συνδυάσω δύο πράγματα: την κριτική ερμηνεία με την εκδοτική πρακτική. Η πρώτη έχει να κάνει με την εκ νέου ανάγνωση της ποίησης του Κάλβου, η δεύτερη με μια έκδοση του Κάλβου που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του καιρού. Οι δύο αυτές πράξεις είναι αλληλένδετες. Αν δεν είναι, χάνουν και οι δύο. Η σύνδεσή τους, όταν γίνει αξιόπιστα και δημιουργικά, πετυχαίνει να φέρει στην επιφάνεια του καιρού μια καινούργια συνολική πρόταση για την καλβική ποίηση. Τα υπόλοιπα ανήκουν στο πεδίο της πρόσληψης. Το μέλλον θα δείξει αν το εγχείρημα είχε νόημα ή αν πέρασε ξώφαλτσα.

 

* Τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο εκδοτική τέχνη;

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Αν αποφασίσεις να γίνεις εκδότης είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις τι πας να κάνεις. Δεκαετίες τώρα διεξάγεται στην Ευρώπη και στην Αμερική μεγάλη συζήτηση για τους κανόνες, τις αρχές, τις πρακτικές και τις θεωρητικές προϋποθέσεις της εκδοτικής τέχνης. Δυστυχώς στην Ελλάδα λίγα πράγματα από αυτά βρήκαν τον δρόμο τους. Μείναμε στην παμπάλαια και άγονη συζήτηση αν η έκδοση θα είναι κριτική ή διπλωματική ή χρηστική ή φιλολογική/ιστορική. Δεν συζητάμε για τη σχέση της κριτικής ερμηνείας με τα ενδοκειμενικά και παρακειμενικά δεδομένα, δεν ενδιαφερόμαστε για τις θεωρητικές παραμέτρους μιας ερμηνευτικής πράξης όπως είναι η έκδοση ενός κειμένου, δεν εξετάζουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές χρήσεις ή καταχρήσεις συγκεκριμένων εκδοτικών προτάσεων. Όλοι περιμένουν την οριστική, καταπληκτική, επιστημονική, αυθεντική έκδοση. Σαν να πρόκειται για την Αγία Γραφή. Ωσάν η επιστημονική πράξη να προκύπτει από τον δοκιμαστικό σωλήνα υπό συνθήκες πλήρους αποστείρωσης, εντελώς αμόλυντη από τον πραγματικό κόσμο. Δεν αντιλαμβάνονται ότι κάθε έκδοση (που δεν είναι ποτέ αλάνθαστη και τελική) φέρει τη σφραγίδα του εκδότη. Εκδοτική τέχνη σημαίνει ότι υπηρετώ το κείμενο όσο καλύτερα μπορώ και όχι ότι υπηρετώ τις εμμονές και τις φαντασιώσεις της φιλολογίας.

 

* Το λέτε αυτό εσείς, ένας φιλόλογος; Πώς μπορεί μια επιστήμη να λειτουργεί με φαντασιώσεις και εμμονές; Μοιάζει σαν να εμπίπτει στις αρμοδιότητες των ψυχιατρικής.

Θα ήμουν μάλλον διστακτικός να διεκδικήσω πια τον ένδοξο τίτλο του φιλολόγου. Όσο περνούν τα χρόνια νιώθω ότι ο ίδιος ο χώρος με αποδιώχνει. Μπορεί να μην φταίει ο χώρος. Αν εσύ είσαι αταίριαστος, αν δεν ταιριάζουν και τα χνώτα... Είχα πάντα μια άλλη αντίληψη για τη φιλολογία από την καθιερωμένη. Καλώς ή κακώς. Θα προτιμούσα μάλλον την προσωνυμία σχολιαστής ή σχολιογράφος. Όσο για την ελληνική φιλολογία, δεν ξέρω αν χρειάζεται ψυχίατρο, σίγουρα όμως χρειάζεται ένα γερό ταρακούνημα. Είναι γερασμένη και μαραγκιασμένη. Άσε που έχει και τα σουσούμια της παροιμιακής γεροντοκόρης. Συμπερασματικά: αν δεν γλιτώσει κανείς από το κυρίαρχο ρεύμα, δεν υπάρχει ελπίδα να πάρει άλλη τροπή η συζήτηση για την ποίηση και το εκδοτικό ζήτημα.

 

* Ωστόσο, εσείς δράσατε και ως φιλόλογος στην έκδοση του Κάλβου.

Υπό την έννοια ότι δεν κομίζει κανείς γλαύκας. Αυτό σημαίνει αναγνώριση του κόπου και της επιστημοσύνης των άλλων. Η έκδοση των Ωδών του Κάλβου έχει μια ιστορία. Εσύ έρχεσαι μετά από αυτήν. Οφείλεις, δεν σου οφείλουν. Βέβαια παραλείπεις πολλούς. Μια καινούργια έκδοση δεν σημαίνει ότι μπορεί να καλύψει όλον τον χώρο των καλβικών σπουδών. Κάτι τέτοιο είναι και αδύνατο και απρόσφορο. Έχετε όμως δίκιο. Δεν μπορεί κανείς να γίνει εκδότης αν δεν πειθαρχήσει. Δεν θα έλεγα όμως ότι έδρασα τόσο ως φιλόλογος όσο ως ένας φανατικός της ερμηνείας, που θεωρεί ότι η εκδοτική τέχνη δεν είναι ξένη από τη θεωρητική αγωγή του και τους συγγραφικούς σχεδιασμούς του.

 

* Ποια νομίζετε ότι είναι η καθαρά εκδοτική σας συνεισφορά;

Μολονότι δεν συμφωνώ με τον διαχωρισμό ερμηνείας και έκδοσης, θα έλεγα, για να διευκολύνω τη συζήτηση, ότι αυτή η συνεισφορά, σε μετρήσιμο και αναγνωρίσιμο επίπεδο, συνοψίζεται στα εξής: α) το κείμενο των είκοσι και μία ωδών δίνεται αυτούσιο, με όλες τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες του Κάλβου, ακόμη και τα αθέλητα λάθη, αλλά στο μονοτονικό, β) για να διευκολυνθεί ο αναγνώστης υπάρχει υποσελίδιος σχολιασμός (γλωσσικός, ερμηνευτικός και πραγματολογικός), χρήσιμος και για το έργο της διδασκαλίας, γ) το τελικό κείμενο έχει παραβληθεί με τις πρώτες εκδόσεις καθώς και με όλες τις γνωστές εκδόσεις του Κάλβου έως σήμερα, δ) η έκδοση συνοδεύεται από χρονολόγιο και ευρετήριο, ε) για όσους προτιμούν να ακούν την ποίηση, υπάρχει, σε συνοδευτικό οπτικό δίσκο, η εξαίρετη απαγγελία όλου του καλβικού έργου από τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Πρέπει να τονίσω ότι ικανοί φιλόλογοι υπάρχουν στην Ελλάδα και έχουν κάνει πολλά για τη μελέτη του Κάλβου. Η γενική ωστόσο κατεύθυνση του χώρου (ιδιαίτερα στις συναφείς πανεπιστημιακές σχολές) εδώ και πολλές δεκαετίες είναι μονομερής και εσωστρεφής. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, το κλίμα δεν ευνοεί τομές, ρήξεις και ριζοσπαστικές αναθεωρήσεις.

 

* Ας πούμε ότι έχετε πετύχει μια αξιοπρεπή φιλολογική έκδοση. Με ποιον τρόπο υπηρετείται η ερμηνεία, πέρα από τη φροντίδα για φιλικότερη διαθεσιμότητα της καλβικής ποίησης;

Αναμφίβολα με την «Εισαγωγή». Εκεί που κάθε εκδότης τοποθετείται έναντι της ποίησης και του ποιητή, ερμηνεύει τη σημασία του έργου για τον σύγχρονο αναγνώστη και εκθέτει τις βασικές αρχές της έκδοσής του. Στην περίπτωση του Κάλβου αυτή η εισαγωγή είναι ένα ολόκληρο βιβλίο, και όχι ένα ευκαιριακό κείμενο λίγων σελίδων, ίσα-ίσα για να λειτουργεί προσχηματικά σε μια έκδοση που δεν έχει τίποτε να προσφέρει επί της ουσίας. Βέβαια μια τέτοια εισαγωγή έχει τους περιοριστικούς κανόνες της. Ο εκδότης μπορεί να είναι όσο ευρηματικός θέλει στην ερμηνεία του κειμένου, δεν μπορεί όμως να αποφύγει να προσφέρει, παράλληλα, τα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, τις ιστορικές πληροφορίες για την εμφάνιση του έργου, τη συνοπτική παρακολούθηση της πρόσληψής του και τεκμήρια της σημασίας του για τον ελληνικό ποιητικό λόγο εν γένει. Το ίδιο σημαντική, εφόσον συντρέχει λόγος, είναι και η τοποθέτηση του έργου στα ευρωπαϊκά του συμφραζόμενα. Αυτό προσπάθησα να κάνω στον Κάλβο. Αν το πέτυχα, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.

 

* Πριν τον Κάλβο, εκδώσατε τον Σολωμό. Ποιες δυσκολίες συναντήσατε εκεί; Θα λέγατε ότι πρόκειται για κείμενα που έχουν ανάλογες απαιτήσεις;

Κάθε άλλο. Ο Σολωμός είναι το Βατερλό του φιλολόγου και του κριτικού. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλο έργο, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που να παρουσιάζει τέτοιες δυσκολίες. Εκτός από ορισμένα κείμενα που δημοσιεύτηκαν, ή κατά κάποιον τρόπο ολοκληρώθηκαν, όσο ζούσε ο ποιητής, όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται σε χαώδη κατάσταση αέναης ρευστότητας. Από αυτό το «αρχείο» ο εκδότης πρέπει να δώσει στο κοινό πρωτίστως ελληνικά ποιήματα. Το κατόρθωσε αυτό με ιδιοφυή τρόπο ο πρώτος εκδότης του Σολωμού, ο Πολυλάς. Μετά από αυτόν, και παρά τις βελτιώσεις, διορθώσεις και προσθήκες, όλοι οι άλλοι εκδότες, μέσες άκρες, διαιωνίζουν τον δικό του Σολωμό. Η μόνη «πιστή» έκδοση του Σολωμού είναι η φωτομηχανική αναπαραγωγή των χειρογράφων του που έκανε ο Λίνος Πολίτης το 1964. Αλλά αυτός είναι ένας μη αναγνώσιμος Σολωμός. Για να «παραχθεί» έργο προσιτό στον μέσο αναγνώστη είναι απαραίτητη η μεσολάβηση του εκδότη. Γενικά το σολωμικό έργο θέτει κρίσιμα ερωτήματα, που ακόμη δεν έχουν διερευνηθεί σε όλο το θεωρητικό τους βάθος. Με τον Κάλβο τα πράγματα είναι διαφορετικά, αφού εξέδωσε ο ίδιος, όσο ζούσε, όλες τις γνωστές ωδές του. Ο εκδότης δεν έχει να ανταπεξέλθει σε δυσκολίες παρόμοιες με εκείνες του σολωμικού έργου. Ωστόσο χρειάζονται πολλές επεξηγήσεις, διευκρινίσεις και ιστορικοί συσχετισμοί, για να αναδυθεί και πάλι το έργο του Κάλβου στο πεδίο της ανάγνωσης.

 

* Είναι όντως κάτι τέτοιο εφικτό στην εποχή μας; Πιστεύετε ότι υπάρχει σήμερα ένα κοινό που μπορεί να προσέξει τον Κάλβο, ή το ζήτημα ενδιαφέρει λίγους ειδικούς, και ίσως το εκπαιδευτικό σύστημα, που απλά χρειάζεται κάποια «εργαλεία», εν τέλει για να κάνει σπουδαστές και μαθητές να μισήσουν την ποίηση;

Δεν ξέρω. Σίγουρα δεν μιλάμε για το ευρύ κοινό. Πάντα η ποίηση στον σύγχρονο κόσμο ενδιέφερε λίγους. Σήμερα, στην ψηφιακή εποχή, ακόμη λιγότερους. Νιώθει κανείς σαν να ανήκει σε μυστική οργάνωση κατατρεγμένων λοξών. Για μένα το στοίχημα, έστω και σε μικρή κλίμακα, έχει ενδιαφέρον. Άλλοι μπορεί να το βρίσκουν άσκηση τυφλού στην ουτοπία. Ζεις πάντα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, με τις προκαταλήψεις, τις αυταπάτες και τις συνήθειές σου. Αν κάποιοι το βρίσκουν αυτό παλιομοδίτικο, τους θυμίζω ότι οι «μόδες» δεν έρχονται μόνο αλλά και επανέρχονται. Εξαρτάται από το πώς βλέπεις την πορεία του χρόνου: ευθύγραμμη ή κυκλική; Θα διαφωνούσα όμως λίγο ως προς την εκπαίδευση. Ποίηση και διδαχή δεν είναι ξένα πράγματα μεταξύ τους. Αρκεί να υπάρχει άποψη για τη συνύπαρξή τους και όχι να θεωρείται η διδασκαλία της ποίησης εκπαιδευτική ή, το χειρότερο, εξεταστική διεκπεραίωση. Αν αποσυνδεθεί η διδαχή από την απόλαυση του κειμένου, το παιχνίδι έχει χαθεί. Κερδίζεις μόνο αρνητές.

 

* Πώς βλέπετε ότι σας αντιμετωπίζει η φιλολογική συντεχνία, ιδιαίτερα όσοι ασχολούνται με τον Σολωμό και τον Κάλβο, και μάλιστα εκδοτικά; Πώς κρίνουν την έκδοσή σας;

Η συντεχνία, όπως σωστά την ονομάσατε, είναι ανθεκτικό σώμα, με γερά ερείσματα στον θεσμό. Υπερασπίζεται με πάθος, αλλά χωρίς πάντα να φαίνεται, τα συμφέροντά της. Για δεκαετίες άλλωστε έχει μοιράσει ειδικότητες, εξουσίες, πρακτορεύσεις και σατραπείες. Διεκδικεί ένα είδος ανεπίσημης αποκλειστικότητας, ένα κοπιράιτ. Ο Σολωμός και ο Κάλβος θεωρούνται, κατά κάποιον τρόπο, επιστημονικά φέουδα, με όλα τα συνακόλουθα: ιεραρχίες, κληροδοτήματα, χειροθεσίες, ομολογίες πίστεως, παρασκήνια, ανακηρύξεις και αποκηρύξεις, σκοτεινά πάθη και συνήθως ...πολύ κακό για το τίποτα. Αν κάποιος απέξω εμφανιστεί στον χώρο, ή θα γίνει τελικά αποδεκτός (αφού πληρώσει τα σχετικά διόδια) ή θα έχει άγνωστη τύχη. Οι αντιδράσεις ποικίλλουν: από την απόλυτη σιωπή έως την επιφόρτισή του με τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Ενδιάμεσα, μπορεί να πέσεις στην υπεροπτική δυσφορία ή στην κακιασμένη έχθρα. Τίποτε το ιδιαίτερο θα μου πείτε. Σωστά. Αρκεί να μην ενδύονται όλα αυτά τη λεοντή της σοβαρής κριτικής. Όσο για μένα, μπορώ να σας πω ότι για την ώρα ασχολούμαι με τον Καβάφη. Τη δική μου δουλειά την έκανα, ας κάνουν και οι άλλοι τη δική τους.

 

* Διακρίνω κάποιο παράπονο στα λόγια σας;

Κάθε άλλο. Όποιος μπαίνει στον χορό πρέπει να χορέψει. Από χρόνια άλλωστε έχω εκφράσει την απέχθειά μου για τις παραπονεμένες μεγαλοφυΐες και τα αδικημένα ταλέντα. Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Αν επιμένει κανείς να ζει στη δική του ενορία και να σηκώνει δικό του μπαϊράκι, πρέπει να γνωρίζει και να περιμένει τις συνέπειες. Ως εκ τούτου, τι άλλο μπορώ να πω; Πάρτε για παράδειγμα κάποιους κριτικούς. Είναι φανερό ότι ανήκουμε σε άλλη ενορία. Διαφωνούμε, τόσο κοσμοθεωρητικώς όσο και αισθητικώς. Στην πραγματικότητα, δεν έχω καν την υπομονή να διαφωνήσω. Με κουράζει η νερόβραστη σκέψη και η χαζοχαρούμενη γραφή.

 

* Μήπως είστε υπερβολικός; Πώς θα περιμένατε δηλαδή να σας κρίνουν; Ο καθένας έχει την ελευθερία να κρίνει όπως θέλει και να εκφραστεί ανάλογα.

Το ίδιο δικαίωμα έχω όμως κι εγώ, το δικαίωμα δηλαδή αν θα απαντήσω ή όχι, ή ποιον τρόπο θα διαλέξω. Δεν νομίζω ότι υπερβάλλω. Όταν κρίνεις ένα βιβλίο, το κρίνεις γι' αυτό που έχει ή δεν έχει κάνει, γι' αυτό που προσφέρει ή δεν προσφέρει. Συζητάς επίσης τις απόψεις του άλλου, παίρνεις σοβαρά τη γνώμη του και σέβεσαι τον μόχθο του, εάν φυσικά υπάρχει. Η κριτική ξεκινά από το σημείο αυτό και μετά. Αλλά συνήθως γίνεται το αντίθετο. Απλώς κάποιοι βρίσκουν προφάσεις και αφορμές για να κορδακίζονται, λέγοντας ό,τι τους κατέβει.

 

* Ας επιστρέψουμε όμως στον Κάλβο. Αυτός είναι που μας ενδιαφέρει εδώ. Στην «Εισαγωγή» σας χρησιμοποιείτε την έννοια της ξενότητας για ερμηνεύσετε το έργο του. Μπορείτε συνοπτικά να μας εκθέσετε τον κεντρικό πυρήνα της άποψής σας;

Η ξενότητα είναι μια σκόπιμα διαλεγμένη λέξη για να περιγράψω αυτό που στην ποίηση του Κάλβου δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί. Είναι το περίσσευμα που γλιστρά από την ερμηνεία, που δεν χωράει στην κατανόηση, το βάρος του λόγου που τον κάνει ξεχωριστό, ενώ σε όλα τα ποιητικά επιμέρους θα μπορούσε να θεωρηθεί απλός στιχοπλόκος. Καταλαμβάνει όλη την επικράτεια του έργου: την ίδια τη γραφή του, την αναγνωστική δεξίωσή του, τη θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας, την πορεία του στον χρόνο (κυρίως την τύχη του στα χέρια άλλων ποιητών), τη σημερινή του κατάσταση. Δεν αποδίδω την ξενότητα στις προθέσεις του Κάλβου αλλά στη δράση του ποιητικού του λόγου, όπως εγώ τον διαβάζω. Δεν ορίζει μόνο μια ποιητική δυσκολία ή διαφορά αλλά μια αινιγματική ιδιαιτερότητα, που μόλις πας να την ερμηνεύσεις την ίδια στιγμή την χάνεις. Ο Κάλβος φέρνει σε δύσκολη θέση τους ερμηνευτές κάθε εποχής, γιατί απαιτεί να απαντήσεις στο αμείλικτο ερώτημα: με ποια κριτήρια ένα ποίημα θεωρείται σπουδαίο και μοναδικό, με ποια μέτριο και αδιάφορο; Τουτέστιν, καλούμαστε να απαντήσουμε, γιατί πρέπει να διαβάζουμε ακόμη τον Κάλβο, αν αποκλείσουμε τα γραμματολογικά, εθνοπατριωτικά, επετειακά και εθιμικά κριτήρια; Πιστεύω ότι χωρίς την ενδογενή του ξενότητα (ένα είδος αντίπραξης στον ίδιο του τον εαυτό, μια ιδιοτελής αντίσταση στην ίδια την ποιητική γλώσσα), λίγοι θα τον γνώριζαν σήμερα και ακόμη λιγότεροι θα νοιαζόταν για το έργο του.

 

* Κάτι τέτοιο όμως που περιγράφετε με τον όρο ξενότητα δεν χαρακτηρίζει κάθε ποιητική ιδιαιτερότητα, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου;

Ασφαλώς. Με τη μόνη διαφορά ότι στον Κάλβο ξεπερνά το επίπεδο της προσωπικής ιδιαιτερότητας. Είναι μια ένταση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μορφή της γραφής και στον εαυτό της. Η ένταση αυτή διογκώνεται και αντανακλάται στο σύνολο της ποιητικής χειρονομίας. Ο Κάλβος μοιάζει να είναι ξένος ακόμη και έναντι του ποιητικού εγώ του, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο στην ελληνική ποίηση.

 

 

* Τελειώνοντας, πώς θα περιγράφεται το εγχείρημά σας, να φέρετε στο προσκήνιο έναν ποιητή του 19ου αιώνα, εσείς ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας ή, όπως σας χαρακτηρίζουν ορισμένοι, ένας οπαδός της αποδόμησης;

Κατ' αρχάς δεν είμαι οπαδός κανενός πράγματος. Η συνάντηση με την αποδόμηση υπήρξε σημαντική όταν συνέβη, στις αρχές τις δεκαετίας του 1980, όχι γιατί μου έδωσε μια συνταγή να αναλύω τα κείμενα αλλά γιατί με βοήθησε να οργανώσω τη σκέψη μου και να σκεφτώ σοβαρά για το συνολικό φαινόμενο του λόγου (προφορικού και γραπτού). Ακόμη περισσότερο, με ανάγκασε να αντιμετωπίσω, χωρίς υπεκφυγές, το περίπλοκο φαινόμενο της λογοτεχνίας σε όλες τις εκφάνσεις του (συγγραφή, πρόσληψη, κειμενική ανάλυση). Προφανώς, δεν ήταν η μόνη πηγή έμπνευσης, σίγουρα όμως στάθηκε καθοριστική. Δεν θα έλεγα επίσης ότι είμαι θεωρητικός της λογοτεχνίας, με την αυστηρή έννοια του όρου. Όπως είπα και πριν, προτιμώ να λογίζομαι εμπειροτέχνης της γραφής, που ενδιαφέρεται να εμπλακεί στο κοινωνικό φαινόμενο της τέχνης με στοχαστικό τρόπο, που δεν θέλει ούτε μπορεί να διαχωρίσει τη σκέψη από τη φαντασία, τον λογισμό από το όνειρο. Αν εννοείτε έτσι τη θεωρία της λογοτεχνίας, θα με τιμούσε το όνομα «θεωρητικός».

 

* Τι θα λέγατε, με μια φράση, στους επικριτές σας, πώς θα τους συστήνατε να διαβάσουν τον Κάλβο σας;

Ελπίζω (μάλλον είμαι βέβαιος) ότι δεν έχω μόνο επικριτές. Αυτό είναι μια βολική προκατάληψη για όσους κρατούν μαζί μου ανοιχτούς λογαριασμούς. Αν δεν ένιωθα τη θετική αντίδραση, αν δεν άκουγα τον λόγο τον καλό και αν δεν έβλεπα τη ματιά της αποδοχής, δεν νομίζω ότι θα άντεχα να συνεχίσω. Σας βεβαιώνω ότι όλα αυτά ούτε σπάνια ούτε ασήμαντα είναι. Και γι' αυτό προχωρώ. Για τους υπόλοιπους, θα έλεγα να δοκιμάσουν τον δρόμο που τους προτείνω για να συναντήσουν τον ποιητή σε άλλη επικράτεια. Μπορεί και να τους αιφνιδιάσει ευχάριστα. Η ποίηση, πάνω απ' όλα, μας καλεί να τη διαβάσουμε και να την κατανοήσουμε πρωτίστως ως κειμενική πραγματικότητα. Ακόμη μία φράση, κινέζικη μάλιστα, και ας την πάρει το ποτάμι: «Το δηλητήριο κάνει κακό περισσότερο σε αυτούς που το έχουν παρά σε αυτούς που το δέχονται».

 

 

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=501499