12 ώρες στην Κλαυθμώνος (Εκδήλωση ΜΚΟ για τους άστεγους)
δημοσιεύτηκε February 26, 2007
από anonymous
τροποποιήθηκε February 26, 2007
Φτάνω στην πλατεία Κλαυθμώνος κατά τις 9, εξοπλισμένος με sleeping bag και αιώρα. Έχω έρθει για «μια βραδιά συμπαράστασης στους άστεγους συμπολίτες μας», όπως έλεγε η αφίσα της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κλίμακα», που είδα στο ΜΕΤΡΟ.
Φτάνω στην πλατεία Κλαυθμώνος κατά τις 9, εξοπλισμένος με sleeping bag και αιώρα. Έχω έρθει για «μια βραδιά συμπαράστασης στους άστεγους συμπολίτες μας», όπως έλεγε η αφίσα της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κλίμακα», που είδα στο ΜΕΤΡΟ. Στο κέντρο της πλατείας έχει στηθεί ένα τεράστιο, φωτισμένο περίπτερο και στα τραπεζάκια ακριβώς μπροστά, κάθεται κόσμος που έχει έρθει για να στηρίξει την εκδήλωση - όλοι κι όλοι, καμιά πενηνταριά. Μια εθελόντρια της Κλίμακας, περιτριγυρισμένη από προβολείς και κάμερες, προσπαθεί να απαντήσει στην αγαπημένη ερώτηση των εταιρικών ΜΜΕ: «Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν άστεγοι με ψηλό μορφωτικό επίπεδο;»
Το περίπτερο της ΜΚΟ
Προσπερνώ τις
κάμερες και κάνω μια βόλτα στο περίπτερο. Στοιβαγμένα χαρτόκουτα
και sleeping bags και πίσω από ένα πάγκο, οι εθελοντές προσφέρουν κονσέρβες, ξηρούς
καρπούς, σούπες Maggi
σε σκόνη, συσκευασμένα ζυμαρικά Pot Noodles, διαιτητικά γιαουρτάκια Danone, τσάι Lipton και καφέ Floca. «Όλα είναι χορηγίες ιδιωτικών
εταιρειών», μου εξηγεί μια εθελόντρια.
- Αλκοόλ δίνετε; τη ρωτάω.
- Όχι...
- Οι άστεγοι, φαντάζομαι, κάτι θα πίνουν το βράδυ...
- Α, δεν ξέρω.
Ρωτώ μια
εθελόντρια πώς χρηματοδοτείται η Κλίμακα. Στο site τους, www.klimaka.org.gr, είχα δει μια λίστα χορηγών που συμπεριλαμβάνει τις Alpha Bank, Nestle, Pfizer, Procter & Gamble, Unilever και Τηλέτυπο. «Τα περισσότερα λεφτά τα παίρνουμε από εταιρείες»,
μου απαντά. Κάνεις «ανοίγματα», ζητάς λεφτά, και πολλές φορές σου δίνουν... Τις
προάλλες κάναμε ένα «άνοιγμα» σε κάτι ορυχεία και μας έδωσαν 2,000 ευρώ.»
Βγαίνω έξω και στέκομαι πίσω από μια μακιγιαρισμένη ξανθιά με μωβ παλτό, που μιλά σε ένα κατακόκκινο Vodafone. Είναι η ρεπόρτερ του ΣΚΑΪ, που προσπαθεί να πείσει το αφεντικό της να κάνουν ζωντανό. Η ρεπόρτερ περιγράφει - κάπως ωραιοποιημένα - το σκηνικό που έχει στηθεί στην πλατεία. «Έχει αρκετό κόσμο, ναι!» Μετά λέει τι ακριβώς θα πει μπροστά στην κάμερα. «Έχουμε και στατιστικά στοιχεία για τους άστεγους.... Μάλιστα, μας τα έδωσε η μη κυβερνητική ομάδα.» Το αφεντικό τελικά δεν ψήνεται - άκυρο το ζωντανό.
Περιφέρομαι στα πηγαδάκια μπροστά από το περίπτερο και σταματώ δίπλα σε μια παρέα μεσηλίκων που συζητούν εύθυμα. Ένας καλοβαλμένος κύριος με μπεζ κασκόλ, δίνει το χέρι σε μια γυναίκα με φανταχτερά σκουλαρίκια: «Συγχαρητήρια για την εκλογή σας!» Έμαθα αργότερα ότι η κυρία είναι δήμαρχος στο Ζεφύρι, όπου η Κλίμακα διατηρεί ένα κέντρο ημέρας. Πλησιάζω ν’ ακούσω τι λέει η δήμαρχος: «...προκηρύχθηκε που λες ο διαγωνισμός και δημοσιεύθηκε κανονικά στην εφημερίδα της κυβερνήσεως. Αυτές τότε προσλήφθηκαν με το ΑΣΕΠ, και μετά από 2 μήνες μένουν έγκυες!» Σε λίγο η κουβέντα γύρισε στα κονδύλια και τις επιδοτήσεις.
Οι άστεγοι
Μια απορία που
νιώθω εδώ και ώρα, βρίσκει επιτέλους λέξεις να εκφραστεί: Οι άστεγοι πού είναι; Βλέπω μερικούς να κάθονται μακριά απ’ το
περίπτερο, στα παγκάκια της πλατείας, και πάω και κάθομαι κοντά τους. Πιάνω
κουβέντα με το Γιάννη. Καμιά εξηνταριά χρονών, ζωγράφος και ποιητής, κοσμογυρισμένος,
με καυστικό χιούμορ. Ο κολλητός του ο Φώτης έχει μακριά μαλλιά και μια τεράστια
μπάκα. Ο Τσαμπίκος είναι ανήσυχος τύπος - κάνει συνεχώς ξαφνικές χειρονομίες
και δεν βάζει γλώσσα μέσα. Πιο κει κάθεται ένας χοντρός μελαχρινός με full-face, που δεν μιλά πολύ. Κάποιος βρίσκει
μια κούτα γεμάτη φακέλους κι ανάβουμε μια φωτιά. Το κρύο είναι τσουχτερό, όπως
κι η ειρωνεία της τύχης: τα χαρτιά που καίνε για να ζεσταθούν, είναι ψηφοδέλτια
της Φώφης Γεννηματά!
Δίπλα στο περίπτερο, ένας μεγαλόσωμος κύριος με άσπρο μούσι βγάζει το καφέ παλτό του και φορά ένα άσπρο μπλουζάκι της Κλίμακας πάνω απ’ το πουλόβερ του. Το μπλουζάκι τον στενεύει. Πλησιάζει μια εθελόντρια με ένα ψαλίδι στο χέρι και προσφέρεται να το κόψει στις άκρες για να του είναι πιο άνετο. Αυτός αρνείται, ξαναβάζει το καφέ παλτό και πιάνει την κουβέντα με κάτι άλλους. Είναι ο πρόεδρος της Κλίμακας, ψυχίατρος το επάγγελμα.
Οι άστεγοι πίσω μου, παρατηρούν τη σκηνή. Ακούω το Φώτη: «Αυτός είναι ρε ο πρόεδρος; Ο χοντρός με το παλτό; Ζήτα του ρε Γιάννη, κανά φράγκο... έχω ανάγκη, πες του.» Ο Γιάννης δεν απαντά. «Καλός είναι μωρέ, αλλά να - τον βλέπεις - δεν σηκώνει κανά χέρι να βοηθήσει», συνεχίζει ο Φώτης, «όλο κάθεται και λέει, λέει, λέει...». Τότε καταφθάνει ένας γεράκος με τραγιάσκα, φωνάζοντας: «Άκουσες Φώτη; Θα μοιράσουν λεφτά οι βουλευτές!» Γυρνάει προς το περίπτερο, τα φώτα, τις κάμερες: «Λεφτά θα δώσετε ρε πούστηδες;»
Το περίπτερο της Κλίμακας και η γωνιά των αστέγων είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι, σε απόσταση μόλις 20 μέτρων. Οι περισσότεροι άστεγοι δεν πάνε να ζητήσουν φαγητό, σαν να φοβούνται τις κάμερες και τα φώτα, σαν να ντρέπονται. Οι εθελοντές της Κλίμακας τους φέρνουν κονσέρβες κι εγώ τους μοιράζω τα sleeping bags. Ο Γιάννης καταβροχθίζει τα Pot Nodles. Ωραία τα μακαρόνια;» τον ρωτάω. «Αν πεινάς, ναι» λέει. Κοιτά την πλαστική συσκευασία και προσθέτει: «Αν δεν πεινάς, άστα να πάνε».
Μπροστά
στη φωτιά, ο Φώτης μιλά σε μια δημοσιογράφο του Αδέσμευτου Τύπου για τη ζωή του
άστεγου. «Τόσα άδεια σπίτια υπάρχουν και μεις κοιμόμαστε στο δρόμο!» Η σκέψη
του μου ακούγεται λογική. Τα έντυπα της Κλίμακας, πάντως, δεν λένε τίποτα για
καταλήψεις στέγης. Ο Γιάννης δίνει το στίγμα του άστεγου: «Στέγη και τροφή
ζητάμε μόνο. Κατά τ’ άλλα, είμαστε μια χαρά. Στους περισσότερους, το να
κοιμηθούν στο δρόμο μοιάζει απίστευτα
δύσκολο, αλλά το συνηθίζεις. Το παν είναι να μη χάνεις το θάρρος σου...
Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι.»
Ο Πρόεδρος
Γύρω στα
μεσάνυχτα, ο κόσμος έχει σπάσει. Οι εθελοντές που έχουν απομείνει, φτιάχνουν
κατασκευές με χαρτόκουτα και μονωτική για να προφυλαχθούν απ’ το κρύο. Από τους
«εκπρόσωπους του πολιτικού, πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου» που είχαν
προσκληθεί, δεν εμφανίσθηκε κανείς εκτός από τον Τσίπρα. Άκουσα ότι την
προηγούμενη χρονιά, η εκδήλωση είχε πιο πολύ κόσμο. Ο πρόεδρος της Κλίμακας
πάντως δεν πτοείται. Καταφέρνει να χωρέσει σ’ ένα sleeping bag κι ετοιμάζεται να
κοιμηθεί στο γρασίδι, όπως οι άστεγοι. Όπως γράφει και στο site της ΜΚΟ, άλλωστε: «Η αναγνώριση της
ιερότητας της ανθρώπινης φύσης και ο σεβασμός στον άνθρωπο και τον συνάνθρωπο
είναι χρέος ατομικό και συλλογικό, είναι χρέος και λυδία λίθος.»
«Το ίδιο είμαστε εμείς κι αυτός;», μου λέει ο Φώτης. «Αυτός κοιμάται έξω, αλλά έχει 10 εκατομμύρια στην τσέπη!» Δεν απαντώ. Τα σκυλιά της πλατείας, πάντως, σαν να συμφωνούν με το Φώτη. Γύρω στη 1:15, χωρίς προφανή αφορμή και προς έκπληξη όλων, περικυκλώνουν τον ξαπλωμένο πρόεδρο κι αρχίζουν να γαβγίζουν μανιασμένα. Ο Τσαμπίκος τρέχει να τα διώξει κι η αγέλη τον παίρνει στο κυνήγι.
Κατά τις 2:30, ο πρόεδρος δεν αντέχει το κρύο και πάει σπίτι του. Μένουν τρία άτομα που κοιμούνται, κι άλλα πέντε-έξι που προσπαθούν. Στις 5, έρχεται ένα φορτηγάκι της Κλίμακας και φορτώνει τα πάντα: καρέκλες, τραπέζια, χαρτοκιβώτια και τρόφιμα. Το περίπτερο ερημώνει. Μαζί με το φορτηγάκι, φεύγουν κι οι τελευταίοι εθελοντές. Ξεχνώντας προφανώς, ότι η πρόσκλησή τους καλούσε τον κόσμο να μείνει μέχρι τις 8 το πρωί.
Την αυγή, στην πλατεία κοιμούνται 7 άτομα. Μόνο ένας είναι πραγματικός άστεγος. Ανακαλύπτω και την Κωνσταντίνα, τη μοναδική εθελόντρια της Κλίμακας που έμεινε τελικά μαζί μας. Η μοναδική που βγάζει την ΜΚΟ ασπροπρόσωπη: ξυπνά και με χαμόγελο μαζεύει τα χαρτόκουτα σε μια γωνιά.
Οι άστεγοι της προηγούμενης νύχτας, ο Φώτης, ο Γιάννης κι ο Τσαμπίκος, έχουν γίνει άφαντοι - δεν έμειναν στην πλατεία. Οι άστεγοι που δεν είδε κανείς, ούτε η Κλίμακα, ούτε εγώ, είναι αυτοί που κοιμούνται μόνιμα στα παρτέρια πίσω απ’ την πλατεία, εκεί που βρωμάει κάτουρο – αυτοί δεν πήραν ούτε σούπες, ούτε sleeping bags. Και οι άλλοι, οι χιλιάδες μετανάστες που δεν μιλούν καν ελληνικά και κοιμούνται σε ερειπωμένα κτίσματα σ’ όλη την Αθήνα.
Πώς να κοιμηθείς όταν έχει πολύ κρύο
Η αιώρα αποδείχτηκε ηλίθια ιδέα: ξεπάγιασα και δεν έκλεισα μάτι. Το ίδιο ηλίθιες είναι κι οι περίτεχνες κατασκευές με χαρτόκουτα και μονωτική, που έστησαν οι καλοθελητές της Κλίμακας – τις γκρέμισε όλες ο αέρας. Για να προφυλαχθείς από τον αέρα, μπαίνεις σαν σκουλήκι μέσα σε δυο χαρτόκουτα που τοποθετείς στη σειρά, όπως έκανε ο φίλος μου ο Θοδωρής, που κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Η φωτιά βοηθάει πολύ, αλλά αν φυσάει, καλό είναι να την ανάψεις σε ένα βαρέλι. «Που θα βρω ξύλα μες στην πόλη;» ρώτησα το Φώτη. Ψάξε για σκόρπιες παλέτες και κοντέινερ με μπάζα, μου είπε.
Κατά τις 10 το πρωί έφτασα σπίτι μου. Χώθηκα στο κρεβάτι και προσπάθησα να ζεσταθώ. Πραγματικά, δεν έχω περάσει πιο κρύα νύχτα. Σκέφτομαι τον Τσαμπίκο, που μου είχε πει το προηγούμενο βράδυ: Ευτυχώς έχει καλό καιρό, φαντάσου να έβρεχε!