Ένας ξεχωριστός προβληματισμός για το θέμα αρχαιολογικοί χώροι και πόλη
δημοσιεύτηκε August 18, 2008 από filopappistas
Μια δικαίωση για το κίνημα πολιτών στου Φιλοπάππου που ήρθε από μακρά...
Το παρελθόν είναι δικό μας!
Η δημόσια αρχαιολογία και τα κάγκελα...
Από τον Γιάννη Χαμηλάκη στο περιοδικό του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου 17 Ιουλίου 2008, σελ. 8. [Κατεβάστε όλο το περιοδικό σε PDF]
Όντας σήμερα απόλυτα εξοικειωμένοι με τους αμέτρητους οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους, με την περίφραξη, τους φύλακες, τα ενημερωτικά (ή όχι και τόσο ενημερωτικά) ταμπλό, και συχνά με τα κιόσκια εισιτηρίων, ξεχνούμε πως δεν ήταν πάντα έτσι. Στην πραγματικότητα, όσα από τα αρχαία ερείπια ήταν πάντοτε ορατά, όπως π.χ. η Ακρόπολη ή το Ολυμπιείο, το περισσότερο διάστημα της ζωής τους ήσαν μέρος του κοινωνικού και αστικού ιστού. Μόνο κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, με την εδραίωση της επιστήμης της Αρχαιολογίας, τα ερείπια αυτά μεταμορφώθηκαν σε αρχαιολογικούς χώρους, κρίθηκαν πως χρήζουν αρχαιολογικής προστασίας και τέθηκαν κάτω από τον έλεγχο της επαγγελματοποιημένης πια αρχαιολογικής υπηρεσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η μεταμόρφωση αυτή συνοδεύτηκε από επιλεκτικές καταστροφές και εκκαθαρίσεις, καθώς και επιλεκτικές αναστυλώσεις και ανακατασκευές, υπακούοντας στα κυρίαρχα κελεύσματα περί εθνικού παρελθόντος.
Η μεταμόρφωση αυτή μπορεί να συντέλεσε στην επιλεκτική προστασία αρχαίων καταλοίπων και να συνεισέφερε στη δημιουργία χώρων εκπαιδευτικού χαρακτήρα, όμως είχε και άλλες, λιγότερο επωφελείς συνέπειες: Απέσπασε βίαια τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος από τον κοινωνικό τους περίγυρο, δημιούργησε ένα τείχος ανάμεσα στα αρχαία και το κοινό, επέβαλε συγκεκριμένους όρους και συμβάσεις για το πώς αυτά θα πρέπει να προσλαμβάνονται (κατά βάση ως ιεροποιημένα μνημεία) και πολύ συχνά οδήγησε στην επιβολή εισιτηρίου και ακόμα στην πλήρη εμπορευματοποίησή τους. Γι αυτό και τα τελευταία χρόνια, στη διεθνή αρχαιολογική συζήτηση, το ζήτημα της επανένταξης των αρχαίων στον σύγχρονο οικιστικό και κοινωνικό ιστό, και η ουσιαστική επαφή της αρχαιολογικής πράξης με την κοινωνία, καταλαμβάνουν καίρια θέση. Οι όροι «δημόσια αρχαιολογία» (public archaeology) και «αρχαιολογία της τοπικής κοινότητας» (community archaeology) συναντώνται όλο και πιο συχνά στο αρχαιολογικό λεξιλόγιο, ενώ οι ανάλογες δημοσιεύσεις και τα περιοδικά πληθαίνουν μέρα με την ημέρα.
“Οι κάτοικοι απαιτούν ο λόφος Φιλοπάππου, χωρίς περίφραξη, να είναι προσβάσιμος μέρα και νύχτα, ανοιχτός στο κοινό – χώρος ενταγμένος στη ζωή της πόλης.”
Το κίνημα των κατοίκων γύρω από το λόφο του Φιλοπάππου τοποθετεί στο προσκήνιο δυναμικά το ζήτημα της δημόσιας αρχαιολογίας στην Ελλάδα, γι’ αυτό και η συμβολή και η σημασία του υπερβαίνουν τα όρια του συγκεκριμένου χώρου. Οι κάτοικοι απαιτούν ο χώρος να παραμείνει χωρίς περίφραξη, προσβάσιμος μέρα και νύχτα, ανοιχτός στο κοινό – χώρος ζωντανός και ενταγμένος στη ζωή της πόλης. Επιδιώκουν, δηλαδή, να φέρουν ξανά τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος κοντά στον κόσμο και την καθημερινότητά του. Σε αντιπαραβολή με το κυρίαρχο μοντέλο του αποστειρωμένου, εμπορευματοποιημένου και συχνά ιεροποιημένου αρχαιολογικού χώρου, του χώρου-θέαμα, προτάσσουν το εναλλακτικό μοντέλο του χώρου που ανήκει σε όλους, περιοίκους και μη, που βιώνεται και προσλαμβάνεται με όλες μας τις αισθήσεις, που συνεχίζει να ζει και να αλλάζει, να τροφοδοτείται μέσω της ανθρώπινης κοινωνικότητας με πολλαπλά νοήματα και σημασίες: χώρος για αναψυχή, χώρος πολιτισμού, κοινωνικής επικοινωνίας και δράσης, χώρος ρομαντικών συναντήσεων. Με άλλα λόγια, χώρος πολύ πιο πλούσιος σε σχέση με τους χώρους που έχουμε συνηθίσει, χώρους σχεδόν θρησκευτικής κατάνυξης και βίωσης του εθνικού φαντασιακού από τη μια, και χώρους άμετρης εμπορευματοποίησης από την άλλη.
Οι υπάλληλοι της αρχαιολογικής υπηρεσίας, που συχνά αγωνίζονται ηρωικά κάτω από αντίξοες συνθήκες και με ελάχιστες απολαβές, προτάσσουν την ανάγκη προστασίας των αρχαιολογικών μνημείων. Ορισμένοι έχουν αφιερώσει όλη τους τη ζωή στη μάχη για την υπεράσπιση των αρχαίων και η αγάπη τους γι αυτά είναι αναμφισβήτητη.
Όμως, όπως τονίζουν οι κάτοικοι γύρω από του Φιλοπάππου και όπως έχουν οι ίδιοι αποδείξει και στην πράξη (για παράδειγμα με τις ομάδες πυρασφάλειας που έχουν συγκροτήσει ή με την καταγγελία οικοδομικών παραβάσεων από ιδιώτες), αυτή η κοινωνικοποίηση των αρχαίων συνιστά και την καλύτερη εγγύηση για την προστασία τους (βλ. http://filopappou.wordpress.com). Εμείς οι αρχαιολόγοι θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες για ένα τέτοιο κίνημα και να το θεωρούμε πολύτιμο σύμμαχο στις μάχες ενάντια στην επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση των αρχαίων καταλοίπων και μνημείων. Εγώ θα πήγαινα ακόμη παραπέρα: Μήπως αντί να σηκώνουμε κάγκελα γύρω από του Φιλοπάππου θα πρέπει να σκεφτούμε την απομάκρυνσή τους και από την Αγορά, το χώρο γύρω από την Ακρόπολη και από το Ολυμπιείο; Τι άλλο σκοπό εξυπηρετούν, πέρα από την ένταξη των παραπάνω χώρων στο ενιαίο και δυσβάσταχτο για πολλούς εισιτήριο των 12 ευρώ;
__________________
Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Το τελευταίο του βιβλίο «The Nation and its Ruins: Antiquity, Archaeology and National Imagination in Greece» (2007) κυκλοφορεί από τις εκδ. Oxford University Press.