H υπόθεση των 9 του χωριού Ταρνάκ της Γαλλίας

δημοσιεύτηκε January 28, 2009 από hamster
τροποποιήθηκε January 28, 2009

ένας εκ των οποίων φέρεται ότι είναι μέλος της "Αόρατης Επιτροπής" που συνέγραψε το βιβλίο "Η Επικείμενη Εξέγερση"

Αναδημοσίευση από Κοινωνικά Κινήματα & Δίκτυα

 

Το μικρό χωριό Ταρνάκ (Tarnac), με πληθυσμό 335 ατόμων, βρίσκεται πάνω στο οροπέδιο των Millevaches στην περιοχή Correze της νότιας κεντρικής Γαλλίας. Εκεί, ξαφνικά ένα πρωί, στις 11 Νοεμβρίου 2008, κατέβηκαν από ελικόπτερα 150 αστυνομικοί της ειδικής αντιτρομοκρατικής ομάδας, με σκυλιά και πλήρη εξοπλισμό, για να συλλάβουν εννέα άτομα διωκόμενα με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Η αιτία ήταν το σαμποτάζ που είχε γίνει στο ηλεκτρικό δίκτυο τροφοδοσίας των σιδηροδρομικών γραμμών της περιοχής στις 7 Νοεμβρίου 2008, το οποίο, την επόμενη μέρα, προκάλεσε παρατεταμένες καθυστερήσεις στα διερχόμενα τρένα. Και οι εννέα είναι νεαρά άτομα – πέντε κοπέλες και τέσσερα αγόρια – ηλικιών από 22 ως 34 χρονών, γόνοι μεσο-αστικών οικογενειών, όλοι τους με πανεπιστημιακές σπουδές κι αρκετοί με μεταπτυχιακά πτυχία. Οι πέντε απ’ αυτούς ζούσαν μαζί σ’ ένα αγρόκτημα και λειτουργούσαν το μπακάλικο του χωριού. Όλοι τους ήσαν πολύ αγαπητοί στους κάτοικους, προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τους πάντες – ακόμη πηγαίνοντας τα τρόφιμα στους ανήμπορους ηλικιωμένους – και δουλεύοντας εθελοντικά για την αναζωογόνηση της πολιτιστικής ζωής του τόπου. Τελικά, δεν βρέθηκε το παραμικρό ουσιαστικό στοιχείο για να στηρίξει την κατηγορία της δολιοφθοράς στα τρένα – μόνο κάτι φυλλάδια με τα δρομολόγια των τρένων, μια σχοίνινη αερόσκαλα για την αγροικία και μια μικρή πένσα που χρησιμοποιούσε η αρχαιολόγος από τους εννέα στη δουλειά της. Με αποτέλεσμα, ως τις 2 Δεκεμβρίου 2008, επτά από τους εννέα να απελευθερωθούν. Και, προς το παρόν, να εκκρεμούν οι κατηγορίες για δυο, τον Julien Coupat και τη σύντροφό του Yldune L.

Και τι έμεινε; Αυτό που τους καταλογίζει η Υπουργός Εσωτερικών Michele Alliot-Marie, ότι οι εννέα είναι “ακρο-αριστεροί,” “αναρχο-αυτόνομοι,” που μοιράζονται “μια ολική απόρριψη της οποιασδήποτε δημοκρατικής έκφρασης πολιτικής γνώμης κι ένα εξαιρετικά βίαιο ύφος.” Μ’ άλλα λόγια, οι κατηγορούμενοι, όπως λεει ο Eric Hazan, “δεν επιλέγηκαν τυχαία, αλλά επειδή έχουν μια πολιτική ύπαρξη.” Τους έχουν ήδη φακελωμένους ότι “συμμετέχουν τακτικά σε πολιτικές διαδηλώσεις,” όπως, για παράδειγμα, “στις διαδηλώσεις κατά των φάκελων της βάσης δεδομένων EDVIGE και κατά της νομοθεσίας για τους μετανάστες.” Συχνά ταξιδεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, για να επισκεφθούν χώρους καταλήψεων ή για να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις, όπως ενάντια στους G8 ή σ’ άλλες Ευρωπαϊκές διασκέψεις κορυφής. Στις 3 Νοεμβρίου 2008, κάποιοι απ’ αυτούς πήγαν στο Vichy να πάρουν μέρος στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια της Ευρωπαϊκής Υπουργικής Σύνοδου για τη Διεύρυνση της ΕΕ των 27, διαδηλώσεις που τέλειωσαν με συγκρούσεις με την αστυνομία. Επομένως, όπως συμπεραίνει ο Giorgio Agamben, “ο πολιτικός ακτιβισμός (αυτή είναι η μόνη δυνατή έννοια σε γλωσσικά εξαμβλώματα, όπως του ‘αναρχο-αυτόνομου περίγυρου’) ή η ενεργός εξάσκηση των πολιτικών ελευθεριών κι η χρήση ενός ριζοσπαστικού λόγου αποτελούν επαρκείς αιτίες για να κληθούν να δράσουν το αντι-τρομοκρατικό σώμα της αστυνομίας και το κεντρικό γραφείο πληροφοριών του Υπουργείου Εσωτερικών. Αλλά ο οποιοσδήποτε, που κατέχει ένα ελάχιστο επίπεδο πολιτικής συνειδητότητας, δεν θα μπορούσε να μη συμμερίζεται τις ανησυχίες αυτών των νεαρών ατόμων, όταν αντιμετωπίζει τον ξεπεσμό της δημοκρατίας, τον οποίο συνεπάγονται μέτρα και πολιτικές, όπως των φάκελων EDVIGE, των βιομετρικών τεχνολογιών και της σκλήρυνσης της μεταναστευτικής νομοθεσίας.”

Μήπως όμως θεωρήθηκαν επικίνδυνοι επειδή είναι διανοούμενοι, που διαβάζουν και γράφουν βιβλία και συνεισφέρουν στις πολιτικο-θεωρητικές συζητήσεις της εποχής μας για την χειραφέτηση και την κοινωνική αλλαγή; Για παράδειγμα, ο Julien Coupat, που φέρεται από την αστυνομία ως αρχηγός της ομάδας, είναι ήδη γνωστός σαν ριζοσπάστης φιλόσοφος και στο παρελθόν συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή του πολιτικο-φιλοσοφικού περιοδικού Tiqqun, που δεν βγαίνει πλέον. Μιλά γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια ο ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben, ο οποίος τον γνωρίζει προσωπικά κι έχει συνεργασθεί μαζί του. Ο γάλλος κοινωνιολόγος Luc Boltanski, διευθυντής σπουδών στη σχολή EHESS, όπου ο Coupat κάνει το διδακτορικό του, λεει γι’ αυτόν: “Είναι ένας λαμπρός φοιτητής, ένα εξαιρετικά ευγενικό άτομο,” που “μετέχει στο μετα-καταστασιακό κίνημα, συμμερίζεται τη γλώσσα του κι έχει εξαιρετικές γνώσεις πάνω στον Guy Debord.” Δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι ο Boltanski κάνει ρητή αναφορά στον Coupat στον πρόλογο του βιβλίου του (με την Eve Chiapello) Το Νέο Πνεύμα του Καπιταλισμού. Βέβαια, για την αστυνομία, ο Coupat φέρεται ως ο πραγματικός συγγραφέας του θεωρούμενου αναρχικού βιβλίου Η Επερχόμενη Εξέγερση (L'insurrection qui vient), το οποίο υπογράφεται από την ονομαζόμενη “Αόρατη Επιτροπή,” κάτι φυσικά που τράβηξε την περιέργεια της αστυνομίας για πολλούς μήνες. Όπως το ίδιο επικίνδυνοι θεωρήθηκαν όλοι οι εννέα, γιατί δεν έχουν κι ούτε χρησιμοποιούν κινητά τηλέφωνα σαν αποτέλεσμα των περιβαλλοντικών ευαισθησιών τους – αλλά για την αστυνομία αυτό ήταν ένδειξη ότι θέλουν να βρίσκονται κρυμμένοι.

Είναι λοιπόν γελοίο κι απαράδεκτο να χρησιμοποιούνται τέτοιοι μέθοδοι για να επιχειρείται, στο όνομα της τρομοκρατίας, η καταστολή των ρηξικέλευθων κριτικών φωνών όσων αντιτίθενται στο σύστημα. Όπως διαπιστώνει ο Agamben: “Το μόνο δυνατό συμπέρασμα σ’ αυτήν τη σκοτεινή υπόθεση είναι ότι εκείνοι που ασχολούνται με τον ακτιβισμό ενάντια στους ... τρόπους, με τους οποίους η εξουσία χειρίζεται τα κοινωνικά κι οικονομικά προβλήματα της εποχής μας, θεωρούνται αυτόματα, ipso facto, σαν δυνητικοί τρομοκράτες, ακόμη κι όταν ούτε η παραμικρή ενέργειά τους μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια κατηγορία. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να πούμε με σαφήνεια ότι σήμερα, σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες (κι ιδιαίτερα στην Γαλλία και την Ιταλία), έχουν επιβληθεί νόμοι κι αστυνομικά μέτρα, τα οποία σε προηγούμενες εποχές θα κρίναμε ότι ήσαν βάρβαρα κι αντι-δημοκρατικά κι ότι αυτά δεν είναι λιγότερο ακραία από εκείνα που ίσχυαν στην Ιταλία κάτω από τον φασισμό.” Γι’ αυτό, μαζί με τους Agamben, Boltanski και Hazan, υπέγραψε την έκκληση για την απελευθέρωση των εννέα και την απενεχοποίηση της κριτικής σκέψης μια πλειάδα ονομάτων του πνεύματος και της πολιτικής, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι Alain Badiou, Judith Butler, Στάθης Κουβελάκης, Jean-Luc Nancy, Jacques Rancière, Slavoj Zizek και πάρα πολλοί άλλοι.


 


    για το ίδιο θέμα

δημοσιεύτηκε January 28, 2009 από hamster

...

Αναδημοσίευση από:

Η βιομηχανία του εφήμερου

 

 

Σκιάχτρα στην εποχή της κρίσης: το φάντασμα της “αριστερής τρομοκρατίας” στη Γαλλία του Σαρκοζύ

Η εποχή της κρίσης που ζούμε αποτελεί αναμφίβολα την απαρχή σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων. Η σταδιακή απαξίωση της αστικής δημοκρατίας και ο σφιχτός εναγκαλισμός της πολιτικής εξουσίας με την οικονομική και επικοινωνιακή ολιγαρχία που αναδεικνύεται γλαφυρά τον τελευταίο καιρό ενισχύει τα κοινωνικά κινήματα και τις πρωτοβουλίες πολιτών που παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους.

H απάντηση του Κράτους και των κυρίαρχων δομών της εξουσίας σε μια τέτοια εξέλιξη είναι κοινή σε κάθε ιστορική περίοδο: η κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού που βαφτίζεται τρομοκράτης. Στόχος αυτής της πρακτικής είναι από τη μία η απαξίωση κάθε κοινωνικού κινήματος και από την άλλη ο εκφοβισμός της “σιωπηρής πλειοψηφίας” μέσω της επικοινωνιακής προπαγάνδας. Μια τέτοια επιχείρηση κατασκευής του εσωτερικού εχθρού βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή στη Γαλλία από την νεοδεξιά κυβέρνηση του Σαρκοζύ.

Τα γεγονότα

Τη νύχτα μεταξύ 7 και 9 Νοεμβρίου 2008 μια σειρά από δολιοφθορές στις γραμμές του τραίνου υψηλής ταχύτητας TGV διέκοψε την κυκλοφορία στο γαλλικό δίκτυο σιδηροδρόμων για αρκετές ώρες. Το σαμποτάζ, που δεν έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή επιβατών, έγινε σε μια περίοδο που η εταιρεία των σιδηροδρόμων SNCF αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης. Η απόφαση της διεύθυνσης για αλλαγές στις συνθήκες εργασίας των οδηγών των τραίνων (περιορισμός του χρόνου ξεκούρασης, αύξηση των δρομολογίων) ώθησε τα συνδικάτα σε απεργίες. Ταυτόχρονα, η μεταφορά με τραίνα πυρηνικών αποβλήτων από τη Γερμανία προκάλεσε την μήνη των οικολόγων.

Η δολιοφθορά των γραμμών του TGV, μεταξύ των χιλιάδων που λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο στο γαλλικό σιδηροδρομικό δίκτυο, θα αποτελούσε ένα ακόμη γεγονός που θα περνούσε απαρατήρητο εάν δεν ακολουθούσαν εκπλήξεις. Έτσι, τρεις μέρες αργότερα, την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου, η υπουργός εσωτερικών Michèle Alliot-Marie καλεί σε συνέντευξη τύπου τους δημοσιογράφους και τους ανακοινώνει ότι οι ένοχοι συνελήφθησαν.

Όπως λέει πρόκειται για ένα γκρουπούσκουλο αναρχοαυτόνομων αποτελούμενο από εννέα άτομα που υποστηρίζει τις βίαιες δράσεις. Δεν διστάζει μάλιστα να συγκρίνει την υποτιθέμενη οργάνωση με τρομοκρατικές ομάδες όπως η RAF και η Action Directe. Παράλληλα, αποκαλύπτει πως τα μέλη της οργάνωσης τελούσαν υπό παρακολούθηση εδώ και μήνες από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία η οποία και εντόπισε κάποια από αυτά κοντά στο σημείο που έγιναν οι δολιοφθορές.

Η καταδίκη από τα ΜΜΕ

Αμέσως η μηντιακή μηχανή παίρνει μπρος και τα ρεπορτάζ για την νέα απειλή της “ αριστερής τρομοκρατίας” πολλαπλασιάζονται. Οι δημοσιογράφοι στο σύνολο τους φαίνονται απόλυτα πεπεισμένοι για την ενοχή των συλληφθέντων. Πόσω μάλλον όταν ο υποτιθέμενος ηγέτης της ομάδας Julien Coupat, του οποίου το όνομα κυκλοφόρησε αμέσως, φαίνεται να έχει προαναγγείλλει τη δράση του.

Το βιβλίο L'insurrection qui vient, που υπογράφει η Αόρατη επιτροπή (Comité invisible), είναι μια σκληρή κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας με καταστασιακές επιρροές. Αναφέρεται στην επικείμενη “ανταρσία” που θα σημάνει το τέλος του καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος. Σχετικά με τις μεθόδους που πρέπει να ακολουθήσουν οι αντάρτες της πόλης, η Αόρατη επιτροπή προτείνει τα σαμποτάζ των αστικών υποδομών όπως το σιδηροδρομικό και τηλεπικοινωνιακό δίκτυο.

Ο Coupat αναφέρεται πολύ γρήγορα από τα ΜΜΕ ως ο συγγραφέας του βιβλίου. Οι τρομολαγνικές περιγραφές των καναλιών για την “μυστική ζωή της οργάνωσης” συνοδεύονται από τις συνήθεις εικόνες των ύποπτων που οδηγούνται στον εισαγγελέα σιδηροδέσμιοι ανάμεσα σε δύο κουκουλοφόρους πράκτορες της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας.

Μόλις μια εβδομάδα μετά από τα γεγονότα το Σάββατο 14 Νοεμβρίου ο εισαγγελέας απαγγέλλει σε πέντε από τους συλληφθέντες,τρεις γυναίκες και δύο άνδρες, την κατηγορία της σύστασης τρομοκρατικής ομάδας που επισείει ποινή μέχρι είκοσι χρόνια.

Ποιοι είναι όμως οι κατηγορούμενοι;

Όσο περνάνε οι μέρες μαθαίνουμε περισσότερα για τους κατηγορούμενους. Το προφίλ τους κάθε άλλο παρά ταιριάζει σε “σκληρούς τρομοκράτες”. Ο Julien Coupat, πρώην διδακτορικός φοιτητής στην ιστορία, κινείται στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Μέχρι το 2001 υπήρξε μέλος της συγγραφικής ομάδας του καταστασιακού περιοδικού Tiqqun. Έχει πάρει μέρος σε κινήματα όπως οι διαδηλώσεις ενάντια στο G8 και το φοιτητικό κίνημα ενάντια στο CPE στη Γαλλία το 2006.

Εδώ και λίγα χρόνια έχει εγκατασταθεί με μια ομάδα συντρόφων, μέλη της οποίας συνελήφθησαν, σε ένα αγρόκτημα στο χωριό Tarnac. Μάλιστα ο Coupat και η γυναίκα του έχουν αναλάβει το καφενείο-μπακάλικο του χωριού και έχουν αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με του ντόπιους. Οι κάτοικοι του χωριού μαζεύτηκαν πρόσφατα και δήλωσαν τη συμπαράσταση τους στους κατηγορούμενους δημιουργώντας και μια επιτροπή στήριξης.

Ποια είναι τα χειροπιαστά στοιχεία τις ενοχής τους; Προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία όπως αποτυπώματα ή DNA από τον τόπο της δολιοφθοράς. Οι έρευνες στα σπίτια των υπόπτων δεν έδωσαν τίποτα. Tο ίδιο και οι ανακρίσεις που συνεχίστηκαν για 96 ώρες όπως επιτρέπει ο αντιτρομοκρατικος νόμος. Το μόνο στοιχείο εις βάρος τους φαίνεται να είναι η παρουσία τους στη περιοχή την περίοδο που έγιναν τα σαμποτάζ και η “ακραία” ιδεολογία τους.

Πως ο Coupat εντοπίστηκε τόσο γρήγορα;

Το 2007 ένα σήμα του FBI φτάνει στις γαλλικές αρχές σχετικά με τον Coupat. Αφορούσε την σύλληψη του για παράνομη είσοδο στη χώρα από τα καναδικά σύνορα και ανέφερε ότι ο ίδιος αργότερα παραβρέθηκε σε εκδήλωση διαμαρτυρίας μπροστά από ένα γραφείο του αμερικάνικού στρατού στην Νέα Υόρκη. Η γαλλική αντιτρομοκρατική θέτει υπό παρακολούθηση από τις αρχές του 2008 τον Coupat και τους φίλους του, όπως και δεκάδες άλλα μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Εκείνη την περίοδο η υπουργός εσωτερικών σε συνέντευξη στη συντηρητική εφημερίδα Le Figaro επισείει την απειλεί της “αριστερής τρομοκρατίας” η οποία “σύμφωνα με τις υπηρεσίες” δεν θα αργήσει να δράσει. Η αναφορά εκπλήσσει τους δημοσιογράφους αφού οι βίαιες αριστερές ομάδες έχουν σταματήσει την δράση τους στη χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 80 και την σύλληψη των τελευταίων μελών της οργάνωσης Action Directe.

Λίγους μήνες αργότερα η απειλή παίρνει σάρκα και οστά. Οι “επικίνδυνοι τρομοκράτες” λαμβάνουν δράση και οι υπηρεσίες της υπουργού και του Σαρκοζύ συλλαμβάνουν άμεσα τους ενόχους, που σύμφωνα με τους αρμόδιους, αποτελούν κίνδυνο για τη δημοκρατία. Όμως το σενάριο παραείναι βολικό...

Σκιάχτρα τον καιρό της κρίσης

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης κατά την οποία η αριστερή κριτική, που ενσαρκώνεται κυρίως από τον Olivier Besançenot και το νέο αντικαπιταλιστικό κόμμα (Nouveau Parti Anticapitaliste), αρχίζει να έχει όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Ο Σαρκοζύ και τα συμφέροντα που εκπροσωπεύει ψάχνουν για αντιπερισπασμό.

Η απειλή της “αριστερής τρομοκρατίας” αποτελεί το πρόσχημα για όλο και σκληρότερα μέτρα ενάντια στα κοινωνικά κινήματα: παρακολουθήσεις “συνήθη υπόπτων”, φακέλωμα συνδικαλιστών, ηλεκτρονική παρακολούθηση, προφυλακίσεις, μηνύσεις ενάντια σε δημοσιογράφους. Η νομιμοποίηση τέτοιων μεθόδων στηρίζεται σε σκιάχτρα που φοβίζουν τον μέσο οικογενειάρχη...

Σκιάχτρο είναι ισλαμική απειλή που επέτρεψε την στοχοποίηση των μουσουλμάνων και την αποστολή στρατού στο Αφγανιστάν. Σκιάχτρο είναι ο πόλεμος κατά της εγκληματικότητας που έχει γεμίσει τις φυλακές και έχει οδηγήσει σε 92 αυτοκτονίες από την αρχή του χρόνου. Σκιάχτρο είναι η δήθεν εισβολή της Γαλλίας από “λαθρομετανάστες” που οδηγεί ανθρώπους στο να πηδάνε από τα μπαλκόνια για να μην απελαθούν. Σκιάχτρο είναι και η απειλή ότι η ανταλλαγή αρχείων θα σκοτώσει τη δημιουργία που επιτρέπει την μαζική παρακολούθηση των δικτύων.

Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται τώρα και η απειλή της άκρας αριστεράς που παρουσιάζεται σαν να αποτελείται από αιμοσταγείς νιχιλιστές που θέλουν να καταστρέψουν την φιλελεύθερη δημοκρατία. Το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συλληφθέντες είναι ένοχοι ή όχι δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία για τους ενορχηστρωτές της προπαγάνδας. είτε αυτοί βρίσκονται στο προεδρικό μεγαρο είτε στα γραφεία των καναλιών.

Το σημαντικό είναι άλλο. Να μπορέσουν ο Σαρκοζύ και οι φίλοι ανενόχλητοι να συνεχίσουν και να εντείνουν την πολιτική που οδήγησε στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την κρίση.