Η νομισματική ένωση ως προαναγγελθέν έγκλημα

δημοσιεύτηκε March 3, 2010 από anonymous

Από την Εποχή της Κυριακής

Η νομισματική ένωση ως προαναγγελθέν έγκλημα Εκτύπωση E-mail
28.02.10

Tου
Ηλία Ιωακείμογλου

Eχουν γίνει λάθη, άραγε, στην αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης; Εάν ναι, τότε η λογική θα πρέπει να θριαμβεύσει και να γίνουν οι απαραίτητες διορθωτικές αλλαγές, όπως π.χ. να υπάρξει ένας ευρωπαϊκός προϋπολογισμός που θα μεταφέρει πόρους από τις πιο ανταγωνιστικές περιοχές στις λιγότερο ανταγωνιστικές. Πρόκειται, όμως, για λάθη ή μήπως η αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης αποδίδει ακριβώς αυτά που είχαν προαναγγελθεί;

 


Θα μπορούσαμε να γράψουμε την ιστορία των οικονομικών ιδεών, που αναπτύχθηκαν κυρίως στην δεκαετία του 1990, αμέσως πριν την δημιουργία του ευρώ, με τον τίτλο «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος«, με την έννοια ότι όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν αποτελούν ιστορικό ατύχημα, αλλά φυσικό αποτέλεσμα μιας νομισματικής ένωσης που σχεδιάστηκε ακριβώς για να παράγει τέτοια αποτελέσματα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

O δούρειος ίππος

Στην οικονομική βιβλιογραφία της δεκαετίας του 1990, οι περισσότεροι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονταν το νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης ως Δούρειο Ίππο που θα επιτρέψει την απορρύθμιση των αγορών εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως έγραφε ένας γνωστός οικονομολόγος, “εκτός εάν κάποιο απίθανο θαύμα συμβεί στην πανευρωπαϊκή συλλογική διαπραγμάτευση, οι αγορές εργασίας θα γίνονται όλο και πιο ευέλικτες στο μέλλον” (Burda 2001). Ένας συνάδελφός του, ακόμη πιο γνωστός (Calmfors 1998) έφθανε στο συμπέρασμα ότι οι μεγαλύτερες μεταβολές στην απασχόληση που θα προκληθούν από το κοινό νόμισμα, δηλαδή η ευκολότερη άνοδος της ανεργίας, θα αποτελέσουν κίνητρο για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, και ότι η νομισματική ένωση θα επιδρά ως καταλύτης για την ελευθέρωση της αγοράς εργασίας καθώς η κοινή γνώμη θα μεταστρέφεται υπό το βάρος της νέας πραγματικότητας, οι δε συνδικαλιστικές οργανώσεις θα πείθονται ότι δεν-υπάρχει-εναλλακτική-λύση (there-is-no-alternative).

Απελευθέρωση
από τα δεσμά της

Η πεποίθηση ότι το βάρος της προσαρμογής, όταν υπάρχει διαταραχή της οικονομίας, πρέπει να το φέρουν οι μισθοί, παραμένει μέχρι σήμερα ακλόνητη μεταξύ της μεγάλης πλειοψηφίας των οικονομολόγων. Χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, είναι και η γνώμη που διατύπωσε το 2007 ο Olivier Blanchard, ένας από τους κορυφαίους του επαγγέλματος, σχετικά με την ανάγκη της Πορτογαλίας να αντιμετωπίσει το μεγάλο έλλειμμά της στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών μετά το έτος 2000: Θεωρεί, ο Blanchard, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι εύκολη αυτήν την στιγμή και σε κάθε περίπτωση απαιτεί μακρό χρονικό διάστημα. Αυτό που πρέπει να γίνει, επομένως, είναι η μείωση του κόστους εργασίας, κάτι που σε συνθήκες χαμηλού πληθωρισμού σημαίνει μείωση των ονομαστικών αποδοχών στην Πορτογαλία (Blanchard 2007). Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο, η αγορά εργασίας πρέπει να απελευθερωθεί από τα δεσμά της, από τις ρυθμίσεις που την καθιστούν ανελαστική. Με δύο λόγια, αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει σαφές ότι οι οικονομολόγοι της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν αγνοούν τις προτάσεις των ετερόδοξων, συνήθως αριστερών, συναδέλφων τους σχετικά με την ατελή λειτουργία της νομισματικής ένωσης. Συχνά γίνεται αναφορά στην οικονομική βιβλιογραφία στο γεγονός ότι σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου οι μετακινήσεις εργαζομένων στο εσωτερικό της χώρας αναλαμβάνουν έναν σημαντικό ρόλο ως μηχανισμός προσαρμογής (Blanchard and Katz 1992), η διακίνηση εργαζομένων στην Ευρώπη είναι περιορισμένη (Decressin and Fatas 1995, Obstfeld and Peri 1998). Αυτό αφήνει ως κύριο δίαυλο προσαρμογής μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ, την περιφερειακή ευελιξία των μισθών. Ωστόσο, οι εμπειρικές μελέτες της δεκαετίας του 1990 έδειξαν ότι οι διαφορές στο ποσοστό ανεργίας στις διάφορες περιοχές της Ευρώπης δεν οδήγησαν σε μεγάλες διαφοροποιήσεις στον ρυθμό αύξησης των μισθών (Abraham 1996, Decressin and Fatas 1995). Εάν, όμως, δεν υπάρχει αυξημένη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, ούτε αυξημένη ευελιξία των μισθών μεταξύ περιφερειών, τότε, σύμφωνα με το κύριο ρεύμα των οικονομικών, απομένουν δύο λύσεις: η μεταφορά πόρων από τις πιο παραγωγικές περιοχές στις περιοχές με τις χαμηλότερες επιδόσεις (είτε με την ύπαρξη ενός ικανού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού είτε με άλλους τρόπους) ή η αύξηση της ανεργίας στις λιγότερο ανταγωνιστικές περιοχές.

Τεμπελιάζουν...

Οι προτάσεις για μεταφορά πόρων είναι γνωστές λοιπόν στους οικονομολόγους της κυρίαρχης ιδεολογίας και όσοι εκ τις προβάλλουν εξ αριστερών παραβιάζουν ανοιχτές πόρτες. Γιατί, τότε, η νομισματική ένωση δεν διαθέτει τέτοιους μηχανισμούς μεταφοράς πόρων, δηλαδή αναδιανομής του εισοδήματος στο εσωτερικό της ευρωζώνης; Μεταξύ άλλων συναδέλφων τους, οι Obstfeld and Peri (1998) και o Eichengreen (1998), που διαθέτουν τεράστια επιρροή στο επάγγελμα, διατύπωσαν την γνώμη ότι οι μακροχρόνιες μεταφορές πόρων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού από τις πιο προηγμένες περιοχές μιας χώρας προς τις ασθενέστερες, δεν αποτελούν πραγματικά έναν δίαυλο προσαρμογής, αλλά ότι αντιθέτως αναχαιτίζουν τις διαδικασίες διαρθρωτικών αλλαγών και πραγματικής προσαρμογής. Οι λιγότερο ανταγωνιστικές περιοχές, «τεμπελιάζουν« τρόπον τινά, όταν οι πιο ανταγωνιστικές περιοχές τις προστατεύουν μέσω της μεταφοράς πόρων. Το αγαπημένο παράδειγμα των οικονομολόγων σχετικά είναι η Ιταλία, όπου ο κρατικός προϋπολογισμός, όπως όλοι οι εθνικοί προϋπολογισμοί, μεταφέρει αυτομάτων πόρους από τον αναπτυγμένο και ανταγωνιστικό βορρά της χώρας στον λιγότερο ανταγωνιστικό νότο.

Διαλέξτε...

Επομένως, όταν οι οικονομολόγοι και οι διεθνείς οργανισμοί ισχυρίζονται ότι οι μισθοί θα πρέπει να καθορίζονται με βάση την ανταγωνιστικότητα κάθε περιοχής, κάθε κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, κάθε επιχείρησης και ατομικά για κάθε εργαζόμενο (Bertola 1999), το κάνουν βέβαιοι ότι αυτή είναι η μοναδική δυνατή λύση. Είναι βέβαιοι ότι η ευελιξία σε τοπικό επίπεδο επιτρέπει σε μια περιοχή με χαμηλότερα επίπεδα ανταγωνιστικότητας να απαντήσει με μείωση των μισθών σε μια τυχόν οικονομική διαταραχή και να μην υποστεί τις συνέπειες, δηλαδή την μείωση της παραγωγής και την άνοδο της ανεργίας: Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, μας λένε, επομένως δεν υπάρχει και θέμα συζήτησης. Διαλέξτε μεταξύ μείωσης των μισθών και αύξησης της ανεργίας, και ξεχάστε τα συνδικάτα: Ο Faini (1998) ανέπτυξε ένα μοντέλο στο οποίο η τακτική των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων εμποδίζει την ανάπτυξη των λιγότερο προηγμένων περιοχών, και ο Spilimbergo (1999) έδειξε ότι γενικά το εγωιστικό συμφέρον των εργαζομένων στις περισσότερο ανταγωνιστικές περιοχές εμποδίζει τις λιγότερο ανταγωνιστικές περιοχές να αναπτυχθούν ενισχύοντάς τες οικονομικά μέσω του προϋπολογισμού.
Αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν αποτελούν ιστορικό ατύχημα, αλλά φυσικό αποτέλεσμα μιας νομισματικής ένωσης που σχεδιάστηκε ακριβώς για να παράγει τέτοια αποτελέσματα, που σχεδιάστηκε ως όπλο μαζικής καταστροφής του θεσμικού πλαισίου που διέπει σήμερα τις αγορές εργασίας.


ΤΟ ΔΝΤ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ
Αίμα και δάκρυα στους λαούς της Ευρώπης

Το Διε­θνές Νο­μι­σμα­τι­κό Τα­μείο (ΔΝΤ) ε­πι­στρα­τεύ­τη­κε α­πό την ΕΕ για να παί­ξει το ρό­λο του χω­ρο­φύ­λα­κα και να ε­πι­βάλ­λει την πει­θαρ­χία των κρα­τών στο σύμ­φω­νο στα­θε­ρό­τη­τας. Τη Δευ­τέ­ρα α­να­κοί­νω­σε ό­τι θα έ­στελ­νε έ­ναν α­πό τους ει­δι­κούς του στην Αθή­να (ήρ­θε και υ­πα­γό­ρευ­σε μα­ζί με τους άλ­λους τις ε­ντο­λές τους) για να βο­η­θή­σουν την Κο­μι­σιόν, ώ­στε να βάλ­λει υ­πό την κη­δε­μο­νία της την Ελλά­δα, ε­φαρ­μό­ζο­ντας έ­τσι την α­πό­φα­ση του τε­λευ­ταίου ευ­ρω­παϊκού συμ­βου­λίου των εί­κο­σι ε­πτά (27), που πή­ρε στις αρ­χές Φε­βρουα­ρίου.
Ο Ολι­βιέ Μπλαν­σάρ­ντ, οι­κο­νο­μο­λό­γος, έ­να α­πό τα στε­λέ­χη του ΔΝΤ ε­κτί­μη­σε την Τρί­τη στην κα­θη­με­ρι­νή ι­τα­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Ρε­πού­μπλι­κα» ό­τι η ε­ξυ­γίαν­ση των δη­μό­σιων  οι­κο­νο­μι­κών θα εί­ναι «ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­πώ­δυ­νη» σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες που οι «θυ­σίες» στο ε­πί­πε­δο των μι­σθών εί­ναι «α­να­πό­φευ­κτες». «Οι προ­σαρ­μο­γές εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο εύ­κο­λες στις χώ­ρες που μπο­ρούν να υ­πο­τι­μή­σουν το νό­μι­σμά τους», α­νέ­φε­ρε. Στις χώ­ρες που δεν έ­χουν αυ­τή την ε­πι­λο­γή εί­ναι σω­στό να πού­με ό­τι η ε­ξυ­γίαν­ση (των δη­μό­σιων οι­κο­νο­μι­κών) θα εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­πώ­δυ­νες» και α­παι­τού­νται με­γά­λες προ­σπά­θειες, οι ο­ποίες «ε­πε­κτεί­νο­νται στη διάρ­κεια δέ­κα και δε­κα­πέ­ντε χρό­νων».