Το μελαγχολικό στοίχημα του Ντανιέλ Μπενσαϊντ (1946-2010)

δημοσιεύτηκε January 18 από anonymous

Από την Εποχή της 17/1/10

Το μελαγχολικό στοίχημα του Ντανιέλ Μπενσαϊντ (1946-2010)


«…και βέβαια όταν αυτός ο ταπεινός διαβάτης, αυτό το παιδί που ρέμβαζε, τα κοίταζε για ώρα πολλή κι επίμονα –με τον τρόπο που κοιτάζει έναν βασιλιά ένας χρονικογράφος χαμένος μέσα στο πλήθος- αυτή η γωνιά της φύσης, αυτό το κομμάτι του κήπου δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν πως χάρη σε εκείνον θα ήταν δυνατό να επιζήσουν με τις πιο εφήμερες ιδιοτυπίες τους· κι όμως αυτό το άρωμα της ασπραγκαθιάς που τριγυρνάει από λουλούδι σε λουλούδι σε όλο το φράχτη, όπου οι αγριοτριανταφυλλιές θα το αντικαταστήσουν σε λίγο, ο κρότος από βήματα χωρίς αντίλαλο πάνω στο χαλίκι μιας αλέας, μια φυσαλίδα που σχηματίζει πλάι σε ένα υδρόβιο φυτό το νερό του ποταμιού και σκάει αμέσως, όλα τούτα η έξαρση μου τα κράτησε και κατόρθωσε να τα κάνει να περάσουν μέσα από τόσα διαδοχικά χρόνια, ενώ ολόγυρα τα μονοπάτια έσβησαν και πέθαναν αυτοί που τα πάτησαν και η ανάμνηση αυτών του τα πάτησαν.»

Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο, μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας


Ο Ντανιέλ Μπενσαϊντ, που πέθανε την περασμένη Τρίτη σε ηλικία 63 ετών (…και να που τώρα πρέπει να γράφουμε και γι’ αυτόν σε χρόνο Αόριστο, σε αυτόν τον πιο Μέλλοντα απ’ όλους τους χρόνους), υπήρξε όχι μόνο ένας μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος αλλά μια από τις εξέχουσες μορφές του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος. Ο χαρακτηρισμός “οργανικός διανοούμενος” που βρίσκουμε σε πολλές νεκρολογίες, μοιάζει να μη διαθέτει πλήρη ερμηνευτική επάρκεια: Ο Μπενσαϊντ δεν ήταν απλά ένας διανοητής που εξόπλισε θεωρητικά το επαναστατικό κίνημα, αλλά, πολύ περισσότερο, ένας από αυτούς που το διαμόρφωσαν.


Ένας άνθρωπος της δράσης


Η βιογραφία του Μπενσαϊντ είναι ταυτισμένη με την ιστορία της γαλλικής Άκρας Αριστεράς και του διεθνούς τροτσκισμού. Το 1966 (μαζί με τους Κριβίν, Ρουσέ και Βεμπέρ) ανήκει στην ομάδα των νεαρών κομμουνιστών που αποχωρούν από τη Νεολαία του Γαλλικού ΚΚ για να δημιουργήσουν τη JCR (Επαναστατική Κομμουνιστική Νεολαία). Μέλος του Κινήματος 22 Μάρτη, θα γίνει κεντρική φιγούρα του Μάη του ’68. Το 1969 η JCR θα συγχωνευτεί με το Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα για να δημιουργήσουν την Κομμουνιστική Λίγκα. Έκτοτε, ο Μπενσαίντ θα είναι σταθερά ο θεωρητικός της Λίγκας, καθώς και ένας από τους ηγέτες της 4ης Διεθνούς. Τον Ιούνιο του 1973 η Κομμουνιστική Λίγκα τίθεται εκτός νόμου, και τη θέση της παίρνει η Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα. Το 1976 ο Μπενσαϊντ γίνεται αρχισυντάκτης της βραχύβιας καθημερινής έκδοσης της Rouge (οργάνου της Λίγκας). Ταυτόχρονα, ως μέλος της Γραμματείας της 4ης Διεθνούς, θα ταξιδέψει σχεδόν παντού στον κόσμο, πάντα στην πρώτη γραμμή της τροτσκιστικής περιπέτειας, από τη σφαγή των Αργεντίνων αγωνιστών μέχρι τη ίδρυση του PT στη Βραζιλία . Στη δεκαετία του ’80, δεκαετία της επαναστατικής άμπωτης και του θριαμβεύοντος μιτερανισμού, θα δώσει όλες τις δυνάμεις του στη διατήρηση της οργανωμένης επαναστατικής Αριστεράς και την ιδεολογική αντιπαράθεση με τον επανακάμπτοντα φιλελευθερισμό. Στη δεκαετία του ’90 στηρίζει τις προσπάθειες ανασύνθεσης της Αριστεράς, με ταυτόχρονη οριοθέτηση της από τη νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία. Αν και πάντοτε ανοιχτός στο νέο, είτε πρόκειται για τις επιτροπές ανέργων είτε για τα κοινωνικά φόρουμ, θα επιμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του στην αναγκαιότητα του κόμματος, όντας πολέμιος της “αυταπάτης του κοινωνικού” (όπως παλιότερα κριτίκαρε την “αυταπάτη του πολιτικού”). Ιδεολογικός μέντορας του Ολιβιέ Μπεζανσνό, θα κλείσει την πολιτική δράση του με την ίδρυση του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (NPA).


Ένας μαρξιστής φιλόσοφος


Από το 1990, οπότε και αρχίζει η μακρά πάλη με την αρρώστια, αναγκάζεται να αποσυρθεί από τα καθημερινά πολιτικά καθήκοντα (ποτέ όμως από την ενεργό πολιτική), για να αφιερωθεί στη γραφή. Ακολουθεί ένας καταιγισμός φιλοσοφικού και πολιτικού λόγου (πάνω από είκοσι βιβλία και εκατοντάδες άρθρα) που θα τον κάνει ένα από τους πιο σημαντικούς μαρξιστές φιλόσοφους της εποχής μας. Αν και είχε δημοσιεύσει φιλοσοφικές και πολιτικές εργασίες ήδη από τη δεκαετία του '70, και πολλά από αυτά που δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του '90 ήταν παλιότερες επεξεργασίες, εντούτοις, ο τεράστιος όγκος δημοσιεύσεων των τελευταίων είκοσι χρόνων μπορεί να μάς οδηγήσει στην υπόθεση ότι η ακατάβλητη επιμονή του στη γραφή ήταν τελικά και ο δικός του τρόπος να ξανακερδίσει το χρόνο που έμοιαζε τελεσίδικα χαμένος, μια υπαρξιακή χειρονομία που τον συνέδεσε με όλους εκείνους που στο παρελθόν έδωσαν με όλες τους τις δυνάμεις μάχες εκ των προτέρων χαμένες. Δεν αγωνιζόμαστε για τις μελλοντικές γενιές, αλλά για εκείνους που αρνήθηκαν το “δίκαιο των νικητών” και χάθηκαν στη λήθη· γράφουμε για να μείνουν ζωντανοί ο Βίκτορ Σερζ και ο κήπος του Κομπραί.

Ο Στάθης Κουβελάκης, στενός συνεργάτης του Μπενσαϊντ στην επιθεώρηση Contretemps, θεωρεί βασικά σημεία του φιλοσοφικού στοχασμού του « την κριτική του ιστορικού θετικισμού αλλά ταυτόχρονα και της ροπής προς την τελεολογία του παραδοσιακού μαρξισμού. Επιπλέον, το αστάθμητο "μεσσιανικό" συμβάν μαζί με μια ισχυρή ("λενινιστική") έννοια της πολιτικής ως στρατηγικής. Τα δύο αυτά επίπεδα θεμελιώνουν το δόκιμο της έννοιας (και όχι απλά της "ιδέας" όπως υποστηρίζει ο Μπαντιού) του κομμουνισμού ως επανάσταση και ως διακριτή πολιτική πρακτική.»

Σε μια εποχή γενικής διάλυσης της Αριστεράς και άτακτης υποχώρησης του μαρξισμού, ο Μπενσαίντ θα επιμείνει ότι «παρά τις αισχρότητες που έχουν διαπραχθεί στο όνομα του, ο κομμουνισμός είναι ακόμα η λέξη η πιο δίκαιη, η πιο φορτισμένη με μνήμη, η πιο ακριβής, η πιο ικανή να ονοματίσει τα ιστορικά διακυβεύματα της εποχής». Ωστόσο, αρνείται την καταφυγή στην ασφάλεια ενός επαναστατικού οπτιμισμού που απορρέει από μια υποτιθέμενη λογική της Ιστορίας. Στρέφει την προσοχή του στους ηττημένους, αλλά ανυπότακτους, σε όσους επέμειναν στην απόφαση τους, σε πείσμα των καιρών. Ζαν ντ’Αρκ, Μπένγιαμιν, Πεγκί, Μπλανκί. «Δανεισμένες από τον Μπλανκί, τον Προυστ, τον Μπένγιαμιν, οι έννοιες της αναμονής, της αναπόλησης, της αλλαγής κατεύθυνσης, συνθέτουν μια καινούργια αναπαράσταση της Ιστορίας. Προσδένουν την αναγκαιότητα των ιστορικών προσδιορισμών στην ενδεχομενικότητα του συμβάντος κι επιτρέπουν να αρπάξεις στον αέρα την ευκαιρία μιας συγκυρίας.» Απουσία των όποιον νομοτελειών ή μιας κατά φαντασία τελικής ιστορικής κρίσης, « αντιμέτωπη με την αβεβαιότητα του αποτελέσματος της, η πολιτική απόφαση ενδύεται αναπόφευκτα τη μορφή του στοιχήματος. Γίνεται μελαγχολικό αυτό το στοίχημα, όταν το αναγκαίο και το εφικτό αποκλίνουν.»

Το 1995 εκδίδονται τα δύο σημαντικότερα βιβλία του: Marx lintempestif (Μαρξ, ο παράκαιρος) και La discordance des temps (Η ασυμφωνία των χρόνων). Στην πραγματικότητα, πρόκειται για συλλογές των μαθημάτων για τον Μαρξ που έκανε για δεκαπέντε χρόνια στο πανεπιστήμιο Παρίσι 8 (σε ένα πανεπιστήμιο του οποίου η αξία στο αγοραίο ακαδημαϊκό χρηματιστήριο είναι αντιστρόφως ανάλογη με την πνευματική παραγωγή του). «Μπροστά στις προκλήσεις του νέου αιώνα, η άνθιση «χιλίων μαρξισμών» διαλύει το μύθο ενός ομογενούς δόγματος, που θα διέσχιζε την Ιστορία σαν ανοξείδωτη λάμα. Εάν, ωστόσο, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «μαρξισμό» στον ενικό, θα έπρεπε να τον αντιληφθούμε μάλλον σαν αρχιπέλαγος διαμαχών, εικασιών, αρνήσεων, εμπειριών, την ιστορία των οποίων διηγείται , διαλευκάνοντας τα μυστήρια και τα θαύματα του κεφαλαίου. Μη δογματική, αυτή η κριτική θεωρία τρέφεται διαρκώς από τους κοινωνικούς αγώνες και πρακτικές, την απρόσωπη λογική των οποίων ξεκαθαρίζει. Το ζήτημα, λοιπόν, θα ήταν να ξέρουμε εάν υπάρχει ακόμα, μέσα σε αυτήν την αστραφτερή πολλαπλότητα των χιλίων μαρξισμών, ένας κοινός παρονομαστής που δικαιολογεί το γενικό όνομα που διεκδικούν ακόμα. Ένας πολύ γενναιόδωρος πολλαπλασιασμός των «μαρξισμών», θα μπορούσε να οδηγήσει απλά στην πλήρη διάλυσή τους σε μια μικροβιακή καλλιέργεια χωρίς επινοητικό σφρίγος και πρακτική ορθότητα». Αν και ο μαρξισμός του Μπενσαϊντ είναι αταλάντευτα μια φιλοσοφία της πράξης, κι εντάσσεται σε μια ορισμένη τροτσκιστική παράδοση, εντούτοις, η απομάκρυνση του από τον ιστορικό θετικισμό και τον κοινωνιολογικό “αντικειμενισμό” του Μαντέλ, καθώς και η συνάντηση του με τη σκέψη φιλοσόφων όπως ο Μπένγιαμιν, συγκροτούν μια νέα κατεύθυνση αυτής της παράδοσης. Η φιλοσοφία του Μπενσαϊντ είναι αναμφίβολα μια αναζήτηση στρατηγικής για το χειραφετησιακό πρόταγμα, που αρνείται όμως τις ευκολίες και τις απλουστεύσεις, αναζητώντας την αλήθεια της στην απόχρωση και τη λεπτομερειακή επεξήγηση.


Φόροι τιμής


Στο φόρο τιμής που του αποδίδει ο Σλαβόι Ζίζεκ, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην αγάπη του για τον Πασκάλ και τη βαθιά του γνώση της μεγάλης γαλλικής κουλτούρας. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την επίμονη φροντίδα για το πολύ προσωπικό, λογοτεχνικό θα λέγαμε, ύφος της γραφής του, καθώς και μια ορισμένη ποιητική ματιά στα πράγματα, μια σκέψη στη βάση αλλεπάλληλων συνειρμών, που θα μπορούσαν να καταρρίψουν πλήρως τα στερεότυπα για το πώς πρέπει να είναι οι μαρξιστές φιλόσοφοι και, ακόμα περισσότερο, οι επαναστάτες ηγέτες. Παρά το τεράστιο έργο του, παρά τα είκοσι χρόνια που κέρδισε παλεύοντας σελίδα με τη σελίδα, τίποτα δεν μπορεί να μετριάσει το αίσθημα ερήμωσης που αφήνει ο θάνατος του. Ο Bensa ήταν σπάνιος τύπος, και είναι απολύτως βέβαιο ότι όταν θα φτάσουμε να αντιμετωπίσουμε κι εμείς τον δικό μας μελλοντικό αόριστο, θα μας γεμίζει ακόμα περηφάνια το ότι υπήρξαμε μαθητές του.


Γιάννης Αλμπάνης