Τρεις συγκλονιστικές μαρτυρίες για την ταφή στη Λακατάμεια πέντε Τουρκοκυπρίων, που δολοφονήθηκαν το 1964

δημοσιεύτηκε June 18, 2007 από paparopoylos
τροποποιήθηκε June 18, 2007

"Εδώ θάψαμε δύο μωρά, τους γονείς και τη γιαγιά"



Οι μαύρες τρύπες από τις σφαίρες στα κεφαλάκια των δύο μικρών παιδιών χάσκουν ακόμα σαν ανοικτές πληγές στη μνήμη των τριών Ελληνοκυπρίων που ανέλαβαν την ταφή τους. Μαζί με το αγοράκι και το κοριτσάκι τεσσάρων και έξι περίπου χρόνων βρέθηκαν δολοφονημένα στον ίδιο τόπο άλλα τρία άτομα -οι γονείς και η γιαγιά τους-, όπως υπολογίζουν οι τρεις άνθρωποι που καταθέτουν σήμερα τη συγκλονιστική μαρτυρία τους στον "Π". Καταθέτουμε τη μαρτυρία αυτή, η οποία αναμένουμε, ότι θα οδηγήσει τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων στην εκταφή και την ταυτοποίηση των οστών των νεκρών και στην απόδοσή τους στους οικείους τους...

Όταν μιλούσε για τα δύο μικρά παιδάκια που είδε να κείτονται δολοφονημένα και αγκαλιασμένα δίπλα από τους επίσης νεκρούς γονείς και τη γιαγιά τους, τα δάκρυά του κατέβαιναν από τα μάγουλα στο λαιμό και η φωνή του ράγιζε. Ο Τάκης Ππούμος είναι γνωστός στη Λακατάμεια και όχι μόνο καθώς τα τελευταία χρόνια φωνάζει και πολεμά για τα πολλά κρούσματα καρκίνου, που παρουσιάζονται ιδιαίτερα στο κέντρο της πόλης του. Ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων σήμερα, γνωστός και ως μηχανικός αεροπλάνων έχει ποικίλη κοινωνική δράση και η μνήμη του, παρά τα 73 του χρόνια, είναι λεπίδα ακονισμένου ξυραφιού. Θυμάται ονόματα και λεπτομέρειες λες και βλέπει κινηματογραφική ταινία. Με ειδοποίησε να πάω για κάτι πολύ σοβαρό. Τον βρήκα στο εργαστήρι του απομεσήμερο να αστειεύεται με ένα πελάτη. Μετά από τις πρώτες κουβέντες πήγαμε δίπλα, στο σπίτι του. Η κυρά Παγώνα, η γυναίκα του, μας υποδέχθηκε με χαμόγελο, μας έφτιαξε καφέ και αποσύρθηκε στα ενδότερα. Ο κυρ Τάκης έβγαλε το τζόκεϊ που φορούσε, σκούπισε το μέτωπο κι έπιασε να ξετυλίγει το νήμα της μνήμης.

Το τέλος της σιωπής
"Όταν πριν μερικές μέρες διάβασα στον "Π" για τους 19 Ε/Κ στο Παλαίκυθρο ανάμεσα στους οποίους ήταν και μικρά παιδιά, σκέφτηκα ότι είναι καιρός να σου μιλήσω για τους Τ/Κ αγνοουμένους που γνωρίζω πού είναι θαμμένοι. Φτάνει πια. Σε αυτό το ζήτημα, η σιωπή μας, κάνει πλέον ζημιά. Πρέπει να μάθουν οι συγγενείς και των δικών μας και των Τ/Κ πού είναι θαμμένα τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Να πάρουν τα λείψανα και να τα θάψουν όπως τους πρέπει και όχι στα χωράφια και στα ορμάνια.
Ο επιλοχίας
    Όταν δημιουργήσαμε το λόχο το 1963-64, ο μακαρίτης ο Τάσος Μάρκου μου ανέθεσε την υπευθυνότητα της περιοχής Λακατάμειας. "Δεν μπορούμε να σε κάμουμε αξιωματικό", μου είπε -παρόλο που ήμουν εκπαιδευμένος στην Αγγλία στα αεροπλάνα-, κι έτσι με έχρισε επιλοχία. Δεν ήξερα τι ακριβώς σήμαινε αυτό, αλλά αντιλήφθηκα ότι ήμουν επικεφαλής της περιοχής μου. Ήταν φθινόπωρο του 1964, θα ήταν Οκτώβριος-Νοέμβριος, τα πράγματα είχαν κάπως καταλαγιάσει όταν μου τηλεφώνησαν από τον αστυνομικό σταθμό της Δευτεράς ότι με ήθελαν επειγόντως. Ανησύχησα πολύ. Διερωτήθηκα μήπως συνέβη κάτι σε κάποιο δικό μου. Πήγα αμέσως.

Βρέθηκαν πέντε πτώματα!
Στον αστυνομικό σταθμό μίλησα με τον εκεί υπεύθυνο, ο οποίος μου είπε, "μάστρε Ππούμο, ήρθαν άντρες των Ηνωμένων Εθνών και μας έφεραν κάποιες τσάντες και μας είπαν ότι ανήκουν σε Τ/Κ που τους βρήκαν σκοτωμένους και θα πρέπει να αναλάβουμε να τους θάψουμε. Επικοινωνήσαμε κάτω με τον Φανή Δημητρίου και με τον Αρχηγό Αστυνομίας και μας είπαν ότι δεν είναι δουλειά της Αστυνομίας και μας έδωσαν οδηγίες να ειδοποιήσουμε σένα". "Μ' εμένα γιατί;", ρώτησα. "Εγώ δεν είμαι νεκροθάφτης. Να βρείτε νεκροθάφτη να τους θάψει", απάντησα. Ο αστυνομικός όμως επέμεινε: "Μας είπαν να επικοινωνήσουμε μαζί σου, που είσαι ο στρατιωτικός υπεύθυνος της περιοχής". Μα ποια σχέση μπορεί να έχω εγώ με αυτά τα πτώματα, ξαναρώτησα, αλλά ο αστυνομικός ήταν κατηγορηματικός: "Εμάς αυτό μας είπαν και αυτό κάνουμε. Γι' αυτό και σε φωνάξαμε".

Κάπου βρομούσε
Ακούγοντας τον αστυνομικό, σκέφτηκα ότι κάπου βρομούσε το πράγμα και έπρεπε να πάω επί τόπου να δω. Παράλληλα, σκέφτηκα ότι δεν ήταν σωστό να αφήνονταν άταφα πέντε πτώματα. Έφυγα από τον αστυνομικό σταθμό Δευτεράς και πήγα και βρήκα το φίλο μου τον Ανδρέα τον Σαρμία που εκτός των άλλων ήξερε να οδηγά και τρακτέρ. Του είπα τα καθέκαστα και τους προβληματισμούς μου και πρόσθεσα: "Θα πάω να βρω τον Στέλιο της Σαϊπάρκο, να σου δώσει ένα τρακτέρ να δούμε τι και πώς και να τους θάψουμε".

Δεν άντεξαν
Τάκης Ππούμος και Ανδρέας Σαρμίας έφυγαν αμέσως για να ελέγξουν την κατάσταση στον τόπο που βρίσκονταν τα πτώματα. Ο κυρ Τάκης συνεχίζει την αφήγηση: "Η τοποθεσία είναι στο δρόμο που οδηγεί από την Τσερίου στα Λατσιά πάνω στην καυκάλλα αριστερά. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Μπροστά μας δολοφονημένοι και αφημένοι στη γη ήταν ένα αντρόγυνο, δύο παιδάκια 4 με 6 χρόνων (αγοράκι και κοριτσάκι) και μια γιαγιά. Ήταν φανερό πως δεν δολοφονήθηκαν εκεί, αλλά μεταφέρθηκαν νεκροί από κάπου αλλού. Μόλις είδαμε τα μωρά, μάς έπιασαν τα κλάματα. Ήταν αγκαλιασμένα και τα κεφαλάκια τους ήταν κολλημένα το ένα με το άλλο. Έμοιαζε να τα είχε σκοτώσει η ίδια σφαίρα. Υπολόγισα ότι θα έβλεπαν όταν οι δολοφόνοι σκότωναν τους γονείς τους και αγκαλιάστηκαν τρομαγμένα... Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Είχαμε κοκαλώσει και οι δύο και κλαίγαμε. Ο Σαρμίας μου λέει "δεν μπορώ να κάμω τίποτε, ρε Ππούμο, θα φύγω". Του λέω, "ρε Ανδρέα, είναι κρίμα να τα αφήσουμε εδώ άταφα αυτά τα μωρούθκια". Ήταν όμως ανένδοτος, μου είπε ότι δεν μπορούσε καν να βλέπει και έστρεψε το πρόσωπο αλλού, έτοιμος να κάμει εμετό. Εγώ δεν ήξερα να χειρίζομαι το τρακτέρ, διαφορετικά θα του έλεγα να πάει και θα έκανα την καρδιά μου πέτρα και θα τους έθαβα εγώ".

Βρέθηκε "νεκροθάφτης"
Μόλις ξεπέρασαν το πρώτο σοκ. Άρχισαν να σκέφτονται τι έπρεπε να κάνουν. Και συνεχίζει την αφήγηση ο Τάκης Ππούμος: "Ο Σαρμίας, σκουπίζοντας τα μάτια του, πήρε βαθιά αναπνοή και φάνηκε ότι βρήκε την εναλλακτική λύση. Μου λέει, πήγαινε και πάρε τον Δώρο και πηγαίνετε στον Σιαλή του οποίου έστειλαν από την Αγγλία ένα τρακτέρ γεωργικό, που έχει και χούφτα του εκσκαφέα και φέρε τον Δώρο να τους θάψει. Έτσι κι έγινε. Πήγα και βρήκα τον Δώρο, του εξήγησα τα καθέκαστα και του είπα ότι τάχατες οι οδηγίες της Αστυνομίας ήταν να τους θάψει εκείνος.
Τελικά συναίνεσε".

Η ταφή
"Πήραμε το τρακτέρ και πήγαμε εκεί που ήταν τα πτώματα. Του είπα να βρει ένα τόπο στην απέναντι μεριά του δρόμου, όπου ήταν και είναι μια μεγάλη έκταση, να τους βάλει μέσα στο αρκάτζι και να τους θάψει βαθιά, μήπως περάσει κάποιο τρακτέρ και τους ξεθάψει. Όταν μερικές ώρες μετά τον συνάντησα και τον ρώτησα τι έγινε, ο Δώρος μου είπε: "Έκαμα όπως είπαμε. Έθαψά τους βαθιά σε έναν τόπο μαλακό που είχε άμμο και τσιακκίλι".

Οι δράστες
Όση ώρα άκουγα τον Τάκη Ππούμο να αφηγείται την ανατριχιαστική αυτή ιστορία ένα ερώτημα μού τρυπούσε την ψυχή: "Γνωρίζει τους δράστες; Κι αν γνωρίζει θα μου πει;". Μέσα σε αυτό το ερώτημα προς στιγμής βραχυκυκλώθηκα σε σημείο που εκείνος αντιλήφθηκε ότι κάπου χάθηκα και δεν τον άκουγα. "Τι σκέφτεσαι;", τον άκουσα να λέει. "Σκέφτομαι αν ξέρετε ποιοι ήταν οι δράστες του αποτρόπαιου εγκλήματος και γιατί", του απάντησα. Κι ενώ ανέμενα να κατεβάσει τα ρολά, προς μεγάλη μου έκπληξη, απάντησε στο ερώτημά μου: "Έμαθα αργότερα ότι τους σκότωσε κάποιος από τα Λατσιά και τους έφερε και τους πέταξε στην καυκάλλα. Ποιος είναι όμως αυτός και γιατί, δεν έμαθα". Στο ερώτημά μας, αν γνωρίζει ακριβώς τον τόπο ταφής, ο Τάκης Ππούμος απάντησε αρνητικά: "Μόνο ο Δώρος ξέρει να σου πει ακριβώς τον τόπο. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάμω είναι να σε πάω να σου δείξω την τοποθεσία".

Οικόπεδα και σπίτια
Αφού πήγαμε επί τόπου με τον Τάκη Ππούμο και μου έδειξε πού βρήκαν τα πτώματα και πού περίπου πρέπει να τους είχε θάψει ο Δώρος, μου είπε: "Ο Δώρος όταν τον ρώτησα πού ακριβώς είναι ο τάφος, μού απάντησε ότι τους έθαψε κοντά στη μοσφιλιά, πάνω στο δήμμα. Εγώ θυμάμαι ότι μέχρι πρόσφατα υπήρχαν τέσσερις μοσφιλιές τώρα μόνο μία βλέπω". Όντως, μια μοσφιλιά ξεχώριζε ανάμεσα στα καλάμια, ενώ τα οικόπεδα που πρόσφατα έχουν κοπεί την πλησίασαν απειλητικά κι ένας ολοκαίνουργιος δρόμος περνά από δίπλα. Το λογικό πλέον ερώτημα ήταν κατά πόσον ο τάφος βρίσκεται πια κάτω από τα νεόδμητα σπίτια ή κάτω από τους καινούργιους δρόμους που πλαισιώνουν τα καινούργια οικόπεδα ή ακόμα μέσα σε ένα από αυτό; Δεν μπορούσε πλέον να υπάρχει άλλη επιλογή... Έπρεπε να βρεθεί ο άνθρωπος που έθαψε τα πέντε θύματα.

Η έκπληξη
Ζήτησα από τον Τάκη Ππούμο να μου πει αν ο Δώρος ζει ακόμα, αν βρίσκεται ακόμα στη Λακατάμεια και πού μπορώ να τον βρω. Χαμογέλασε καθησυχαστικά: "Όποιον ρωτήσεις στη Λακατάμεια θα σου δείξει το σπίτι του, διότι μερικά χρόνια μετά χειροτονήθηκε ιερέας!", μου είπε. Η έκπληξη ήταν όντως μεγάλη, όπως και η ελπίδα ότι όντας ιερέας δεν θα μπορούσε να κρατά πια τέτοιο βάρος στην ψυχή του. Ο κυρ Τάκης λες και μάντεψε τι σκεφτόμουν, μου είπε: "Είναι όμως πολύ επιφυλακτικός ο παπά-Δώρος. Δεν μιλά καθόλου για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακόμα και στην Αστυνομία δεν μίλησε, όταν στο πρόσφατο παρελθόν μας πήραν καταθέσεις με στόχο να βρουν τον τάφο"... Άρα υπήρξε πρόθεση από επίσημης πλευράς να βρεθεί ο τάφος, ρώτησα. Απάντησε καταφατικά, λέγοντας μου ότι πριν από τρία περίπου χρόνια, όταν έγινε λόγος στα ΜΜΕ για εκταφές και Τ/Κ, ο ίδιος ενημέρωσε την Αστυνομία σχετικά, και μαζί με τον Ανδρέα Σαρμία έδωσαν καταθέσεις σε αστυνομικό κλιμάκιο. Όμως, ο ιερέας αρνήθηκε ίσως επειδή θεωρούσε ότι έθαψε αλλόθρησκους και ήταν αμαρτία, έστω κι αν όταν το έκανε δεν ήταν ιερωμένος. "Ποιος ξέρει γιατί;", κατέληξε ο Τάκης Ππούμος.

Και δεύτερος μάρτυρας
Των λόγων του Τάκη Ππούμου το αληθές επιβεβαίωσε και ο 78χρονος σήμερα Ανδρέας Σαρμίας: "Τα πέντε πτώματα ήταν κοντά στη μάντρα του Τουραπή πάνω στην καυκάλλα. Μόλις είδα τα μωρά έπιασα το κλάμα. Δεν μπορούσαν να αντέξω. Δεν μπορούσα να βλέπω. Κι έφυγα. Όσα σου είπε ο Τάκης ο Ππούμος είναι σωστά. Μακάρι να τους βρουν να ησυχάσουν και οι συγγενείς τους".

Αναζητώντας τον παπά-Δώρο
Φύγαμε από τον Τάκη Ππούμο, προς αναζήτηση του παπά-Δώρου.
Όντως δεν δυσκολευτήκαμε να εντοπίσουμε το σπίτι του 75χρονου σήμερα ιερέα. Ρωτώντας πήγαμε στην πόλη, όπως λέει και η λαϊκή θυμοσοφία. Τον βρήκαμε στην αυλή να ποτίζει τα δέντρα του. Πιάσαμε κουβέντα. Μου είπε για ένα επεισόδιο που είχε με την υγεία του και που πια τον δυσκόλευε πολύ στην άσκηση των καθηκόντων του. Μου είπε για τη ζωή και τα έργα του ως ιερέας της Λακατάμειας, για τους σκοτωμένους στην εισβολή που έθαψε στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμειας. Τις άθλιες συνθήκες των ημερών εκείνων, τα τόσα πτώματα και τους τόσους αγνοουμένους που τελικά υπήρξαν ανάμεσά τους. Είχαμε ήδη βρει κοινή γλώσσα, καθώς είχε εκπλαγεί πώς έτυχε να γνωρίζω τόσα πολλά για τους αγνοουμένους της Λακατάμειας, όπως ποιοι τους μετέφεραν και ποιοι τον βοήθησαν στις ταφές...

Στο ζύγι του ιερέα
Ήρθε λοιπόν η σειρά μου. Ήταν η καταλληλότερη στιγμή. Του είπα μερικά περιστατικά από τη διαδικασία των εκταφών, εξήγησα τη σημασία που έχει η δική του μαρτυρία για την ανεύρεση του τάφου των Τ/Κ και τον ρώτησα για τα δυο παιδάκια... Σιώπησε, λες κι ήθελε να διώξει την εικόνα από το μυαλό του. Χάιδεψε αμήχανα τη λευκή του γενειάδα για μερικά δευτερόλεπτα. Με κοίταξε στα μάτια, λες και μ' έκοβε για να δει τι σόι άνθρωπος είμαι. Το ζύγισμα από το οποίο με πέρασε ο παπά-Δώρος πρέπει να πήρε μερικά δευτερόλεπτα, τα οποία όμως η καρδιά μου μετρούσε με χτύπους ταχύτατους και σχεδόν εκκωφαντικούς, όπως μου φάνηκε. Τελικά, μου είπε: "Εντάξει, πάμε να σου δείξω"...

Επί τον τύπον των ήλων
Μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο, λες και χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος εαυτόν, μου είπε ότι είναι καιρός πια να βοηθήσουμε κι εμείς να βρεθούν οι Τ/Κ αγνοούμενοι για να βοηθήσουν κι εκείνοι να βρούμε τους δικούς μας. Παίρνοντας την κατηφόρα από την Τσερίου προς Λατσιά, κατόπιν δικών του οδηγιών, στρίψαμε αριστερά στο χωματόδρομο προς τον καλαμιώνα. Προχωρήσαμε, περάσαμε μπροστά από τη μοσφιλιά και φτάσαμε εκεί, που το δάκτυλο του παπά-Δώρου έδειξε ευθύς εξαρχής, μόλις πιάσαμε το χωματόδρομο.

"Τους έθαψα εδώ, πάνω στο δήμμα"
Σταμάτησα το αυτοκίνητο, πήρα τη φωτογραφική μηχανή και κατέβηκα. Με αργές λόγω γήρατος κινήσεις, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ο παπά-Δώρος. Κοντοστάθηκε, έβαλε το χέρι αντήλιο, εστίασε σε ένα σημείο και με ύφος και τόνο που δεν χωρούσε αμφισβήτηση, σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας το σημείο και μου είπε: "Τους έθαψα εδώ. Πάνω στο δήμμα. Το χώμα ήταν μαλακό και δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια. Εδώ είναι"... Καθώς έβγαζα τις πρώτες φωτογραφίες, τον ρώτησα ξανά και μου επιβεβαίωσε ότι τους είχε θάψει ακριβώς εκεί όπου φωτογράφιζα. "Πάνω στο δήμμα", είπε κι η φωνή του ακούστηκε σαν προσταγή. Έκαμα να πλησιάσω και με προειδοποίησε: "Πρόσεχε πρέπει να έχει νερό πουκάτω". Έπρεπε, όμως, να ανεβώ στο δήμμα. Πατώντας πάνω στα ψηλά χόρτα, τα παπούτσια μου βούλιαξαν όντως στο νερό "πουκάτω που το δήμμα", ενώ ένα βατράχι έκανε ένα σάλτο από το πλάι του δήμματος στο μικρό ρυάκι! Το κρύο νερό που μου φούσκωσε τα πόδια ήταν θεόσταλτο. Με ξύπνησε από ένα εφιάλτη που ζούσα και που δυστυχώς είναι αληθινός, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεότερης ιστορίας της Κύπρου. Μιας ιστορίας γεμάτης από επεισόδια αίματος, θανάτου και μισαλλοδοξίας, το τίμημα της οποίας πλήρωσαν κατά κύριο λόγο αθώοι άνθρωποι και από τις δύο κοινότητες.

Ο "Π", στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής έρευνας που πραγματοποιεί εδώ και χρόνια σχετικά με τους αγνοουμένους της κυπριακής τραγωδίας, εγκαινιάζει ένα νέο κύκλο ερευνητικών ρεπορτάζ σχετικά με ανθρώπους και των δύο κοινοτήτων που αγνοούνται από την περίοδο 1963-1974. Η έρευνα περιλαμβάνει μαρτυρίες, συνεντεύξεις, στοιχεία και ανείπωτες ιστορίες αίματος και θανάτου που στόχο έχουν ώστε να καταγραφεί αυτό το αλγεινό κομμάτι της νεότερης ιστορίας της Κύπρου και παράλληλα να συμβάλει στον εντοπισμό των χώρων ταφής, στοιχείο που ενδεχομένως να βοηθήσει στη διαδικασία των εκταφών που διενεργούνται, το τελευταίο διάστημα, από τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων.
Όσοι ενδιαφέρονται να συμβάλουν στην προσπάθειά μας αυτή, παρακαλώ, όπως επικοινωνούν με το τηλέφωνο 22 861861 ή ηλεκτρονικά στη διεύθυνση andreas.paraschos@politis-news.com.



ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

Κωδικός άρθρου: 720453

ΠΟΛΙΤΗΣ - 18/06/2007, Σελίδα: 22