-
Κατάληψη της ΓΣΕΕ ή το συνδικαλιστικό κίνημα δείχνει τα δόντια του
τελευταία επεξεργασία December 27, 2008 από adbasil
«...Αυτά ακριβώς τα δεδομένα, όπως και το δεδομένο της συνείδησης του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει ο επαναστατικός χώρος, έχουν συμβάλλει στην ανάπτυξη παράλληλα με αυτόν, μιας τάσης αμφισβήτησης εντός του, μιας τάσης κινηματικής, προσανατολισμένης στον ανταγωνισμό (σ’ αυτή την τάση έχουμε αναφερθεί σε διάφορα σημεία του κειμένου). Μιας τάσης που προσπαθεί να συνδεθεί με τους καταπιεζόμενους στο έδαφος των πραγματικών αναγκών τους και της πραγματικότητας, και όχι στο έδαφος αφηρημένων ιδεών. Προσπαθεί να ερευνήσει ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων και πως αυτές συναντιούνται με τις αντικειμενικές συνθήκες. Προσπαθεί να παράγει δηλαδή θεωρία. Προσπαθεί τέλος να χτίσει ανταγωνιστικά παραδείγματα μέσα σε κινηματικές διαδικασίες, μέσα στις διαδικασίες των κινητοποιήσεων...»(Ίχνη στο χιόνι, σελ. 157).
Η κατάληψη της ΓΣΕΕ έφθασε στο τέλος της. Η συζήτηση για τον απολογισμό αυτής της απόπειρας μένει να γίνει (ή να μην γίνει) συλλογικά. Σ’αυτό το κείμενο θα επιχειρήσω μερικές πρώιμες σκέψεις, εξαιρετικά συνοπτικές, σαν συμβολή σ’αυτόν τον απολογισμό, ως συμμετέχων σε όλη την διάρκεια της κατάληψης και σε όλες τις διαδικασίες της (εκτός από την συζήτηση που την απoφάσισε). Με κάθε επιφύλαξη για την ορθότητα αυτών που καταθέτω, λόγω του ότι δεν τα έχω συζητήσει συλλογικά με τους συντρόφους μου, ούτε με συναδέλφους από την κατάληψη και λόγω του ότι απαιτείται μια ορισμένη χρονική απόσταση από τα γεγονότα, προκειμένου κάποιος να μπορεί να τα κρίνει με πιο ολοκληρωμένο τρόπο.
Καταρχήν ένα γενικό συμπέρασμα: δύο από τους διακηρυγμένους στόχους της κατάληψης, όπως αναφέρονται στην ανακοίνωση της «Την ιστορία ή θα την καθορίσουμε εμείς ή θα καθοριστεί ερήμην μας», επιτεύχθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ποιοι είναι αυτοί:
∙Να διαλύσουμε το μύθο που προωθούν τα ΜΜΕ ότι οι εργάτες ήταν και είναι απόντες από τις συγκρούσεις και ότι η οργή που εκφράζεται αυτές τις μέρες είναι υπόθεση 500 «κουκουλοφόρων»
∙Να στηλιτεύσουμε και να αποκαλύψουμε το ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην υπονόμευση της εξέγερσης και όχι μόνο.
Όσον αφορά τον πρώτο, πράγματι η κίνηση αυτή συνέβαλε ώστε χιλιάδες εκμεταλλευόμενοι/ καταπιεζόμενοι να κατανόησουν ότι η εξέγερση αυτή δεν υπήρξε νεολαϊστικο φαινόμενο, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της υπήρξαν εργαζόμενοι και εργαζόμενες.
Όσον αφορά το δεύτερο, πράγματι, η κίνηση αυτή συνέβαλλε ώστε όχι μόνο να απονομιμοποιηθεί περαιτέρω η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλά πολύ περισσότερο να δείξουμε ότι υπάρχουν δυνάμεις εντός της εκμεταλλευόμενης υποκειμενικότητας που έχουν στο στόχο τους αυτή την γραφειοκρατία, ως κομμάτι του κράτους και βασικό θεσμό του.
Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σοβαρά. Στην πραγματικότητα η κατάληψη της ΓΣΕΕ, δεν ήταν απλά μια στιγμή της εξέγερσης: ήταν μια κορυφαία της στιγμή, τουλάχιστον στο συμβολικό επίπεδο. Κι αυτό επειδή μέχρι τότε, καλώς η κακώς, η εξέγερση για την πλειοψηφία της κοινωνίας, σήμαινε μια έκφραση της οργής ενάντια σε μια δολοφονία, ή ακόμα περισσότερο ενάντια στην άθλια καθημερινότητα που βιώνει η πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων. Ένα σχέδιο αρνητικότητας. Ενώ μ’ αυτή την κίνηση, η εξέγερση απέκτησε ένα άλλο νόημα: αυτό της πρότασης, του προτάγματος, της δημιουργίας (Η αυτοοργάνωση των εργατών/ θα γίνει ο τάφος των αφεντικών, γράφει το κεντρικό πανό της κατάληψης). Μετασχηματίστηκε δηλαδή σε ένα σχέδιο θετικότητας Κι αυτή η πρόταση, που για πρώτη φορά έσπασε τα γκέτο των πολιτικών υποκειμένων της αντιεξουσίας, συνιστά στην ουσία της μια μείζονα πολιτική κίνηση: μια πρόταση αντιεξουσίας (δηλαδή μια πρόταση συλλογικά αυτοοργανωμένης εξουσίας). Μιλάμε πάντα για το συμβολικό επίπεδο, αλλά ας μην υποτιμάμε το συμβολικό, ξέρουμε καλά το ρόλο του μέσα στην ιστορική διαδικασία.
Εδώ ωστόσο υπάρχει ένα ζήτημα: η κατάληψη της ΓΣΕΕ δεν είχε την πρόθεση να αποτελέσει μια πρόταση, είχε την πρόθεση καταρχήν να διαμαρτυρηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η κίνηση αυτή ξέφυγε από τους αρχικούς της στόχους, κυριολεκτικά: τους ξεπέρασε. Έτσι όμως ξεπέρασε την ίδια την υποκειμενικότητα που αποφάσισε συλλογικά γι’ αυτή την ενέργεια. Το γεγονός της θερμής υποδοχής της ανακοίνωσης της κατάληψης από την πρώτη μέρα κατά το μοίρασμα της στο δρόμο και του γενικότερου κλίματος που δημιούργησε η προβολή της από τα μμε στην ελλάδα και στο εξωτερικό, το γεγονός της άμεσης αντίδρασης ενός σημαντικού κομματιού της γραφειοκρατίας που ήρθε με σκοπό να την διαλύσει, είναι άμεση απόδειξη ότι τα όρια του «ακτιβισμού», της « εργατικής διαμαρτυρίας» κλπ, έσπασαν και αποκαλύφθηκε η πραγματική σημασία αυτής της κίνησης, τόσο για μας τους ίδιους που συμμετείχαμε, όσο και για αρκετό άλλο κόσμο: η σημασία της σαν χτύπημα στην καρδιά της (εργατικής) διαμεσολάβησης.
Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι η κίνηση αυτή παρέμεινε στο συμβολικό επίπεδο, είναι αποτέλεσμα του ότι οι άλλοι δύο στόχοι, δηλαδή να μετατρέψουμε το κτίριο σε χώρο ελεύθερης έκφρασης των εργατών και να προωθήσουμε την ιδέα της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης στους χώρους δουλειάς, δεν επιτεύχθηκαν. Δεν επιτεύχθηκαν κυρίως επειδή η συνέλευση της κατάληψης, αντί να γίνει χώρος έκφρασης της εκμεταλλευόμενης υποκειμενικότητας, έγινε χώρος έκφρασης των διαφορετικών πολιτικών ταυτότητων, και άρα των μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, των ιδεολογικών αφαιρέσεων, κλπ. Με αποτέλεσμα κάποιος κόσμος, που αναγνώριζε τον εαυτό του όχι στις πολιτικές ταυτότητες των υποκειμένων που συμμετείχαν, αλλά ως εργαζόμενος/ εργαζόμενη, να ξενερώσει από τις διαδικασίες και να σηκωθεί να φύγει από αυτές. Θα ρωτήσει κάποιος: πως θα μπορούσε μέσα σε δύο μέρες να γίνει ένας κατειλλημένος χώρος, «χώρος ελεύθερης έκφρασης των εργατών»; Πως μπορούν να αποφευχθούν οι πάγιες νοοτροπίες της μικροκοινωνίας του «χώρου»; Πως μπορούν να επιτευχθούν τέτοιοι θετικοί στόχοι σε ένα χώρο, όπου η ίδια η διαχείριση του είναι τεράστιο ζήτημα, δεδομένου ότι δεν απολαμβάνει καμιάς έννοιας ασύλου;
Δεν θα χει άδικο κάνοντας αυτές τις ερωτήσεις, αλλά στην πραγματικότητα, δεν είναι όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Όπως δεν είναι τόσο σημαντικό ζήτημα η ανομοιογένεια της (πολιτικής) σύνθεσης της γενικής συνέλευσης της κατάληψης, στην δημιουργία μιας σύνθεσης των στόχων των υποκειμένων που συμμετείχαν σ’αυτή, όπως είπανε κάποιοι συνάδελφοι που αποχώρησαν την δεύτερη μέρα από το εγχείρημα. Τα κεντρικότερα ζητήματα είναι δύο:
Α. Το πρώτο είναι ιστορικό. Η αδυναμία να ξεπεραστεί το συμβολικό επίπεδο σ’αυτή την κίνηση, η αδυναμία να πάμε παρακάτω, είναι η ιστορική αδυναμία του κινήματος, και ακόμα περισσότερο εκείνων των τμημάτων του, που αποτελούν αυτό που ονομάζω εγώ τάση του ανταγωνισμού (βλ. παράθεμα στην αρχή). Η αδυναμία λοιπόν της τάσης του ανταγωνισμού είναι μια ιστορική αδυναμία: προκύπτει από την προσωρινή ανικανότητα της να αντιληφθεί την σημασία της, και άρα την σημασία για την συγκρότηση της. Το γεγονός δηλαδή ότι τα πολιτικά υποκείμενα που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στις μικρές και μεγάλες συγκρούσεις, για να διαμαρτυρηθούν για απολύσεις, για να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις, για να στήσουν την ιστορία της περισυνής αντισυγκέντρωσης στην Πρωτομαγιά, κλπ, δεν θεώρησαν ακόμα –στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον- επιτακτική την ανάγκη να συναντηθούν σε μια πιο μόνιμη βάση για να παράγουν ανταγωνιστική πολιτική, είναι ακριβώς αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας, που βάρυνε όσο τίποτα άλλο και στην συγκεκριμένη ενέργεια κατάληψης της ΓΣΣΕ.
Β. Το δεύτερο είναι προταγματικό. Προκύπτει από την βαθιά κατανόηση του προηγούμενου. Μέσα στην ΓΣΣΕ βρέθηκε το καλύτερο κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος. Αυτό το κομμάτι προφανώς δεν περιορίζεται εκεί μέσα, ούτε προφανώς το σύνολο της πολιτικής υποκειμενικότητας που βρέθηκε στην ΓΣΕΕ είναι μέρος αυτού του κομματιού.
Λοιπόν ένα μέρος από αυτό το κομμάτι,από αυτή την τάση του κινήματος, εξέφρασε ήδη στις γενικές συνελεύσεις της κατάληψης της ΓΣΕΕ, την ανάγκη να αρχίσει να συναντιέται σε μια πιο μόνιμη βάση. Αυτή η ανάγκη πρέπει να αναδειχτεί σε όλη την έκταση της σημασίας της.
Ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη για όλο το κίνημα από αυτή την κατάληψη, πέρα φυσικά από το συμβολικό, πέρα από τις ίδιες της διαδικασίες της κατάληψης (ειδικά για τους νεότερους που συμμετείχαν σ’ αυτές), είναι ακριβώς αυτή: η ωρίμανση της επιθυμίας να συναντηθούμε σαν εργαζόμενοι και εργαζόμενες στην βάση της αδιαμεσολάβητης, αυτόνομης από κόμματα και συνδικάτα και αυτοοργανωμένης πολιτικής πρακτικής, τόσο στο πεδίο της θεωρίας, όσο και στο πεδίο της δράσης. Ο τρόπος που μπορεί να γίνει αυτό, μένει να συζητηθεί συλλογικά από όσους αναγνωρίζουν αυτή την ανάγκη σαν δική τους, και αυτή την πρακτική σαν σημαντικό κομμάτι της πολιτικής τους δραστηριότητας.
21/12/2008
Hobo