• Ο φαρμακο-άνθρωπος

τελευταία επεξεργασία March 13, 2009 από lexi

­Άρθρο της Emily Martin, Department of Anthropology, New York University, New York, USA
Tίτλος πρωτότυπου: The Pharmaceutical Person

____________________


Περίληψη

Το άρθρο βασίζεται σε μια εικονογραφημένη παρουσίαση που έκανα στο Βρετανικό Μουσείο σαν μέρος μιας σειράς ομιλιών με τίτλο: «Βελτιώνοντας τα πράγματα». Το κεντρικό έκθεμα στην προσφάτως εγκαινιασμένη Πτέρυγα Υποδοχής του Μουσείου ήταν το: «Από την Κούνια έως τον Τάφο», ένα τραπέζι 13 μέτρων στο οποίο ήταν τοποθετημένα, πάνω σε ένα κατάμαυρο ύφασμα τα 14.000 χάπια που λαμβάνονται από ένα Βρετανό και μια Βρετανίδα κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ανιχνεύω την ιστορική εξέλιξη του ατόμου (με την έννοια της προσωπικής πορείας και διαδρομής, Σ.τ.Μ) σε σχέση με τα ψυχοτρόπα φάρμακα τις τελευταίες δεκαετίες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα «χάπια», ή ακριβέστερα, τα «δισκία» και οι «κάψουλες», περιγράφονται σαν βιομηχανικά προϊόντα, σαν μέσα βελτίωσης των προσωπικών ικανοτήτων και σαν αντικείμενα προς έκθεση. Συγκεκριμένα, αναλύω τη σκοτεινή πλευρά των χαπιών - τις «παρενέργειές» τους - σε σχέση με τους φόβους και τις επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη βορειοαμερικανική κουλτούρα.


Αλλά τι είναι ο φαρμακο-άνθρωπος (1); Άρχισα να αναρωτιέμαι για την περίεργη αυτή φράση – ένα πρόσωπο που είναι κατά κάποιο τρόπο φαρμακευτικό; –αφότου είδα ένα εκπαιδευτικό φιλμ, της αμερικάνικης δημόσιας τηλεόρασης, με τίτλο «Τα ναρκωτικά στον πολιτισμό μας». Το φιλμ γυρίστηκε το 1967, μερικά χρόνια πριν τον αμερικάνικο «Πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά», που ξεκίνησε με τον R.Nixon τη δεκαετία του ’70. Σήμερα, το φιλμ είναι αξιοσημείωτο, γιατί ασχολείται με τα νόμιμα (όπως το αλκοόλ ή τα συνταγογραφούμενα ηρεμιστικά) και τα παράνομα ναρκωτικά (μαριχουάνα, LSD) με έναν ισοζυγισμένο τρόπο. Περίπου στην αρχή της ταινίας, ένας ψυχίατρος εξετάζει την ολοένα και αυξανόμενη διαθεσιμότητα και των δύο ειδών ναρκωτικών.


Εδώ θ’ ασχοληθώ με τις «χημικές ουσίες», όπως τις αποκαλούσε ο ψυχίατρος στο φιλμ, και ειδικότερα με τα ψυχοτρόπα φάρμακα που έγιναν ευρέως διαθέσιμα μέσω της συνταγογράφησης σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες. Θα διερευνήσω το ερώτημά του: «Τι είδους άνθρωποι θα ήμασταν αν… ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις ήταν μέσω μιας χημικής ουσίας;» Επίσης θα τοποθετήσω την απάντησή του – «Τότε δεν είμαστε και πολύ αυτό που θα ’λεγε κανείς άνθρωποι…» – μέσα σ’ ένα ευρύτερο και πιο σύγχρονο πλαίσιο. Για να το κάνω αυτό, θα χρειαστεί να διατρέξω σ’ ένα ευρύ πεδίο, ξεκινώντας με την πρόσφατη ιστορία των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, και εστιάζοντας στα «χάπια» ή ειδικότερα στα «δισκία» και τις «κάψουλες», και μέσα από την πρόσφατη εθνογραφική μελέτη που διεξήγαγα με διαφημιστές, ερευνητές αγοράς, καταναλωτές και γιατρούς. Θα επιχειρηματολογήσω για το ότι το ψυχοτρόπο «χάπι» λογίζεται τόσο ως ζωντανός οργανισμός όσο και ως άψυχο αντικείμενο. Και στις δυο προσχηματικές του μορφές το χάπι αντιμετωπίζεται με αμφιθυμία. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μία λέξη το «φάρμακον» που σήμαινε ταυτόχρονα το φάρμακο (όπως το εννοούμε σήμερα, δηλαδή ως θεραπεία) αλλά και το φαρμάκι (δηλητήριο) (2). Ο σκοπός μου είναι να δώσω μια εθνογραφική περιγραφή του αμερικάνικου «Φαρμάκου». Ενδιαφέρομαι επίσης για τις μορφές της αμφιθυμίας που το περιβάλλουν. Εδώ η αμφιθυμία χρησιμοποιείται με την έννοια ότι οι άνθρωποι περιβάλλουν το ίδιο αντικείμενο με δυο διαφορετικές/αντίθετες κοινωνικές ερμηνείες – μια θετική και μια αρνητική. Η θετική ερμηνεία κάθεται πλάι- πλάι – και επισκιάζεται από – την αρνητική. Η ερώτησή μου είναι: πώς οι άνθρωποι διατηρούν την αμφιθυμία τους για τα φάρμακα ενώ την ίδια στιγμή τα καταναλώνουν μαζικά, γεγονός που έχει κάνει τη φαρμακοβιομηχανία τεράστια, επικερδέστατη και πολυεπίπεδα αναπτυσσόμενη μόνο μέσα στην τελευταία δεκαετία;

Εξερευνώντας αυτό το ερώτημα μπορεί να οδηγηθούμε σε συγκεκριμένους τύπους μετατόπισης (του κέντρου βάρους του, Σ.τ.Μ.). Εδώ χρησιμοποιώ τον όρο «μετατόπιση» για να υποδηλώσω μια κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας τα επικίνδυνα σκέλη ενός αντικειμένου απομακρύνονται από την άμεση θέα. Σε αυτό που ονομάζουμε «αμερικάνικο Φάρμακο», τα χάπια χωρίζονται σε καλά και άσχημα μέρη: τα άσχημα με τα αρνητικά τους σημαινόμενα μπορούν έτσι να μετατοπιστούν προς την περιφέρεια και να μείνουν έξω από τη σφαίρα αντίληψής μας, ή τουλάχιστον έτσι μπορεί να μοιάζει.

Το σκηνικό για αυτή την εθνογραφική μελέτη είναι οι σύγχρονες Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα στη χώρα ακραίες (οικονομικές) δυνάμεις έχουν απελευθερωθεί. Ο ρόλος της αμερικάνικης κυβέρνησης, σύμφωνα με τους διαμορφωτές πολιτικών που βρίσκονται στο προσκήνιο στις μέρες μας, είναι το να εγκαθιδρύσει ισχυρά επιχειρηματικά και ιδιωτικής ιδιοκτησίας δικαιώματα, ελεύθερες αγορές και ελεύθερο εμπόριο. Η κυβέρνηση (με βάση τα παραπάνω) θα πρέπει να διασφαλίσει την ελεύθερη λειτουργία των αγορών, και να τις επεκτείνει σε πεδία όπως η εκπαίδευση, το περιβάλλον ή η κοινωνική ασφάλιση. Αλλά η κυβέρνηση επίσης δεν πρέπει να παρέχει δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας τα οποία θα προστάτευαν τα άτομα εκείνα που η αγορά αφήνει απ’ έξω ή κατατροπώνει (3). Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το άτομο είναι υπεύθυνο για την επιτυχία του ή αποτυχία του σ’ ένα υψηλών απαιτήσεων και διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο μάχης. Το άτομο τώρα φαίνεται να’ ναι φτιαγμένο από μια σειρά περιουσιακών στοιχείων, σα να κατέχει τον εαυτό του με τον τρόπο που είναι κανείς κάτοχος μιας αποθήκης εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, παιδιά, έφηβοι και ενήλικες επιδίδονται σε πολλές δραστηριότητες με σκοπό να αναπτύξουν τις νοητικές τους ικανότητες με ειδικούς τρόπους, υιοθετώντας τεχνικές αυτό-διαχείρισης, συχνά αναζητώντας βοήθεια για τον εαυτό τους με τη χρήση παραισθησιογόνων (με την έννοια της επίδρασης στη νοητική διεργασία, Σ.τ.Μ.) ουσιών.


Τι είναι ένα «χάπι»;

Ξεκινάω λοιπόν μ’ αυτή την ερώτηση. Κατά τη διάρκεια της έρευνας πεδίου που έκανα, μου δόθηκε η ευκαιρία να πάρω συνέντευξη από δύο διευθυντές, υπεύθυνους παραγωγής σε μια μεγάλη φαρμακοβιομηχανία. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν υπεύθυνοι – στην κυριολεξία – για τη βιομηχανική παραγωγή των προϊόντων της εταιρίας: για τις μαζικές, αυτοματοποιημένες, βιομηχανοποιημένες διαδικασίες, κατά τις οποίες τα χημικά συστατικά συμπιέζονται μέσα σε δισκία ή εισέρχονται μέσα σε κάψουλες, Οι διευθυντές παραγωγής δουλεύουν σαν σύνδεσμοι ανάμεσα στους επιστήμονες, που βρίσκονται μέσα στα ερευνητικά τους εργαστήρια και σχεδιάζουν μόρια, και στους μαρκετίστες, που σχεδιάζουν καμπάνιες διαφήμισης και πωλήσεων. Στην αρχή της συνέντευξης, χρησιμοποίησα αφελώς τον όρο «χάπια». Οι διευθυντές με διόρθωσαν στο λεπτό:

Τα χάπια φτιάχνονται με το χέρι και ως εκ τούτου κανείς δε φτιάχνει τέτοια πια. Τα δισκία και οι κάψουλες φτιάχνονται μηχανικά. Τα περισσότερα φάρμακα ξεκινάνε σαν κάψουλες και αργότερα γίνονται δισκία που είναι λιγότερο δαπανηρά στην παραγωγή, και που κατασκευάζονται και με τη χρήση συνδετικών σταθεροποιητικών συστατικών (εκδόχων) που τα κάνουν αδιαπέραστα στην υγρασία και σε άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Ο μόνος λόγος που αναφέρω αυτό το ζήτημα τεχνικής ορολογίας είναι προκειμένου να σας συστήσω από την αρχή με τις φυσικές ιδιότητες αυτού που συζητείται. Η υλική ιστορία του δισκίου αποτελεί ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για την επιχειρηματολογία μου: η τεχνολογία για τη δημιουργία συμπιεσμένων δισκίων, η οποία αναπτύχθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αγγλία, σχεδιάστηκε απευθείας με πρότυπο την τεχνολογία κατασκευής κεφαλών σφαιρών και βλημάτων για πυροβόλα όπλα (Foley καιBelcastro).

Για τους αρχαίους Έλληνες, το Φάρμακον μπορούσε να σημαίνει τη ζωή ή το θάνατο, τη θεραπεία ή το δηλητήριο. Για όσους από μας χρησιμοποιούμε δισκία στις μέρες μας, γνωρίζουμε ότι δρουν ενισχυτικά ως προς τη ζωή (την παράτασή της, Σ.τ.Μ ), ενώ παράλληλα εμπλέκονται και στην τεχνολογία του θανάτου.


Παρομοιάζοντας τα χάπια με τύπους ανθρώπων

Συνεχίζοντας την ιστορία του χαπιού, ας σταθούμε λιγάκι στη στιγμή εκείνη που ένα φάρμακο είναι έτοιμο να διατεθεί ως εμπόρευμα στην αγορά. Μίλησα με τον υπεύθυνο μιας μικρής διαφημιστικής εταιρίας που ειδικεύεται στα φαρμακευτικά προϊόντα. Μου είπε ότι το κύριο σκεπτικό που χρησιμοποιεί στη φαρμακευτική διαφήμιση είναι η ιδέα της βασικής φίρμας.

Θέλουμε να έχουμε μια εικόνα του φαρμάκου. Αν ήταν άνθρωπος, τι άνθρωπος θα ήταν.


Πώς θα έμοιαζε, πώς θα ένιωθε. Είναι άντρας ή γυναίκα; Όταν η Χίλαρι Κλίντον ήταν δημοφιλής συζήτησα με δύο πελάτες και ήθελαν και οι δύο τα φάρμακα τους να είναι σαν την Χίλαρι Κλίντον. Σα μια γυναίκα, δηλαδή, δυνατή και σκληρή, που ξέρει τι θέλει να κάνει, αλλά που είναι και ευαίσθητη με τα κοινωνικά ζητήματα... όλα αυτά ταιριάζουν σε ένα φάρμακο που δουλεύει καλά, αλλά και που έχει μια κάποια θηλυκότητα ούτως ειπείν.


Αν κάποιο φάρμακο έχει πολλές παρενέργειες... ίσως να έχει προσωπικότητα περισσότερο ισχυρή παρά ευγενική. Ένα φάρμακο που είναι το παν για όλους ίσως έχει την εικόνα του ευγενικού γίγαντα. Ή ένα που δεν είναι πολύ αποτελεσματικό αλλά είναι εύκολο στη χρήση, ίσως έχει καλούς τρόπους και ποιος τη χρειάζεται τελικά την έξτρα αποτελεσματικότητα; Άλλο δρα γρήγορα και δυνατά... είναι μαχητικό και σκληροτράχηλο αλλά όχι ευγενές πάνω σου... Υπάρχουν πάρα πολλές προσεγγίσεις.


Με τις ποικίλες προσωπικότητές τους, τα φάρμακα πηγαίνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένας άλλος διαφημιστής συνοψίζει σε ένα email τη σημασία που έχει να επενδύεις τα φάρμακα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ώστε εν ευθέτω χρόνω να μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους:

Ιδιαίτερα τα αντικαταθλιπτικά έχουν ταξινομηθεί με βάση τις διαφορετικές τους δράσεις και παρενέργειες στις διάφορες (ανταγωνιστικές) διαφημιστικές εκστρατείες. «Όλη η αποτελεσματικότητα χωρίς απώλεια ύπνου, σεξ κλπ».Ένα μάλιστα ψυχιατρικό ίδρυμα (στο γενικό νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, στη Βοστόνη), προσφέρει στους ασθενείς μενού «λογικών επιλογών». Πρόκειται για περιγραφικό μενού των αντικαταθλιπτικών που θα μπορούσαν να συνταγογραφηθούν, με περιγραφή των διαφόρων δράσεων και παρενεργειών. Έτσι διαλέγεις ένα χάπι με βάση την προσωπικότητά του.

Αλλά το να επενδύεις τα φάρμακα με διαφορετικές προσωπικότητες είναι ένα μικρό μέρος της διαφημιστικής εκστρατείας των ψυχοδραστικών ουσιών. Τελικά ο σχεδιασμός του δισκίου ή της κάψουλας, το υλικό που δίνεται στον γιατρό ή στον ασθενή, η διαφήμιση στο δίκτυο, στα περιοδικά, στην τηλεόραση, όλα σχεδιάζονται ώστε να συνδεθούν με τον πιθανό καταναλωτή που είναι καταθλιπτικός, διπολικός ή αγχώδης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό παρουσιάζεται με την επικράτηση της διαφήμισης “ απευθείας στον καταναλωτή” (DTC). Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νέα Ζηλανδία είναι οι μόνες χώρες όπου επιτρέπεται η διαφήμιση DTC και οι τηλεοπτικές ώρες αιχμής κατακλύζονται από τέτοιου τύπου διαφημίσεις. Όπως λοιπόν κάθε DTC διαφήμιση στην αμερικάνική τηλεόραση έτσι και αυτές κάνουν απολύτως ξεκάθαρο ότι το χάπι (είτε το σκεφτούμε ως άτομο είτε όχι), μπορεί να κάνει τον καταναλωτή καλύτερο άνθρωπο, πλουσιότερο σε χαρίσματα ή ακριβέστερα να τον αναδείξει σαν τον άνθρωπο που θα ήταν, χωρίς την παρεμβολή της ψυχικής διαταραχής. Είναι τόσο έντονη αυτή η έμφαση που δίνεται, που η προσωπικότητα καθεαυτού του χαπιού εξαφανίζεται.


Η ζωή με τα φάρμακα

Αν τα φάρμακα, όπως και άλλα εμπορεύματα, αποκτούν μέσω του μάρκετινγκ και της διαφήμισης τα χαρακτηριστικά ζώντος οργανισμού που έχω περιγράψει, πώς το αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι άνθρωποι που τα καταναλώνουν και που στην κυριολεξία καταλαμβάνονται από αυτά; Τους μοιάζει το φάρμακο ζωντανό σαν πρόσωπο; Η προσωπικότητα που προτίθενται να δημιουργήσουν οι διαφημιστές για τα φάρμακα, εγκαθίσταται στη φαντασία των καταναλωτών;


Προτού ασχοληθούμε με τις ερωτήσεις αυτές, είναι σημαντικό να μην ξεχνούμε ότι τα ψυχοτρόπα φάρμακα είναι εμπορεύματα και ως τέτοια, έχουν τιμή. Ποιος μπορεί να τα αγοράσει; Ποιος γνωρίζει να τα χρησιμοποιεί; Ποιος έχει πρόσβαση σε γιατρούς που μπορούν να παρακολουθούν τα αποτελέσματα της χρήσης τους και να προτείνουν αναπροσαρμογές; Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτές οι βασικές ερωτήσεις καθορίζονται κυρίως από το που βρίσκεται ο καθένας στην ιεραρχία των πόρων (εισοδήματος). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόσταση από την κορυφή στον πάτο αυτής της ιεραρχίας είναι τεράστια. Σε ότι αφορά την υψηλή τάξη, μία ψυχίατρος στη Νέα Υόρκη μου είπε ότι οι ασθενείς συχνά απαντούν στο κινητό τους τηλέφωνο κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μαζί της. Ένας ασθενής απάντησε στο τηλέφωνο και περήφανα είπε «είμαι με την ψυχοφαρμακολόγο μου». Η ψυχίατρος σχολίασε, «αισθάνομαι σα τσάντα Prada, όποιος είναι ‘κάποιος’ πρέπει να έχει ψυχοφαρμακολόγο». Στην άλλη άκρη του φάσματος, στα φτωχά στρώματα, άνθρωποι που γνώρισα κατά την έρευνα και χρειάζονταν φαρμακευτική αγωγή περιορίζονταν, από τη Medicaid (κυβερνητική βοήθεια),στο να βλέπουν γιατρό για 15 λεπτά το μήνα.


Όπως φαίνεται, από τους κύριους στόχους της διαφήμισης DTC είναι να ντύσει τα φάρμακα με προσωπικότητα. Όταν οι άνθρωποι μιλούν για την εμπειρία τους από τα φάρμακα, συχνά δεν διατηρείται ακέραιη η ταυτότητα του φαρμάκου. Αντίθετα, μοιάζει σαν το φάρμακο να εισέρχεται στον άνθρωπο και να προκύπτει ένας νέος άνθρωπος ως αποτέλεσμα. Σε μια ομάδα υποστήριξης για ανθρώπους με διπολική διαταραχή, μια γυναίκα εκμυστηρεύτηκε:

«Με λένε Χάνα και είμαι μανιοκαταθλιπτική. Οι κύκλοι της μανίας και της κατάθλιψης εναλλάσσονται πολύ γρήγορα, είμαι ή στα πάνω ή στα κάτω μου. Δεν είμαι συχνά στη ‘μέση’ στο φυσιολογικό (αν θέλετε να το πείτε έτσι). Συνειδητοποίησα ότι περίμενα από τα χάπια να ρυθμίσουν τη μανιοκατάθλιψη και τώρα βλέπω ότι χρειάζεται να την κουμαντάρω σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και του πνευματικού. Πρέπει να μάθω περισσότερα, να εξασκούμαι περισσότερο, να είμαι περισσότερο ενεργητική παρά παθητική. Η αλλαγή στον τρόπο σκέψης μου οφείλεται στη λήψη του depakote - το νιώθω σα το καινούριο μου κουστούμι! Είμαι σα φίδι που άλλαξε το παλιό του δέρμα, είμαι ολοκαίνουρια και λάμπω».

Σε μια συνέντευξη, μια γυναίκα περιέγραψε το πόσο αντιπαθεί να αλλάζει φάρμακα γιατί η εναλλαγή αλλάζει την ταυτότητά της και απειλεί τη μαγεία του αρχικού φαρμάκου:

«Αν πάρω νέο φάρμακο, ακόμα και το ίδιο φάρμακο με νέο όνομα, πρέπει να αλλάξω τελείως την ταυτότητά μου, όπως τώρα που δεν είμαι το ίδιο πρόσωπο μ’ εκείνο που έπαιρνε depakote. Αν πρέπει να πάρω λίθιο, πρέπει να ανασυνθέσω την ταυτότητα ενός ανθρώπου που λαμβάνει λίθιο, και κάτι τέτοιο χρειάζεται πολύ δουλειά. Είναι κάτι που πρέπει να συνηθίσω και άρα είναι κάτι που μου προκαλεί αποστροφή. Είναι η βάσανος της δημιουργίας μιας νέας ταυτότητας, σαν να πρέπει να ενσωματώσω κάτι νέο στην παλιά μου ταυτότητα. Αυτό απαιτεί πολύ κόπο...και ποιος ο λόγος; Χάνεις τη μαγεία του παλιού φαρμάκου. Και αν το παλιό έκανε δουλειά, τότε είχε μαγικές ιδιότητες. Μπορείς μονάχα να θεραπευτείς αν το φάρμακο που λαμβάνεις είναι κάτι παραπάνω από φάρμακο, κάτι σα βάλσαμο. Όταν δηλαδή έχει τις μαγικές ιδιότητες που ανέφερα.»

Η εικόνα της μαγείας που έδωσε η συγκεκριμένη ασθενής παρουσιάζει το φάρμακο ως μια απρόσωπη δύναμη, αλλά δεν είναι σπάνιο να περιγράφονται τα φάρμακα με τρόπους που τους αποδίδουν ανθρώπινες ιδιότητες. Μια γηραιότερη γυναίκα μου είπε ότι επέμενε να της δώσει ο γιατρός της το αντικαταθλιπτικό Zoloft γιατί (έχοντας το χέρι της σε χούφτα σα να κρατάει το χάπι) ήταν «σαν αυγό κοκκινολαίμη, είχε το μπλε χρώμα της ελπίδας». Εκείνη τη στιγμή, που δεν μοιάζει με το συνήθη τρόπο που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα φάρμακα, όντως έβλεπε το Zoloft σα κάτι ζωντανό

-σαν αυγό κοκκινολαίμη- γεμάτο ελπίδα. Για κάποιους, τα χάπια τους είναι «έμψυχα αντικείμενα», «νοήμονα», «υλικά αλλά και πνευματικά ταυτόχρονα» όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Susanne Kuchler στο Felicitous Phrases (2005: 209, 55).

Κάποιοι, επέμεναν ότι η ιδιαιτερότητα του design (του σχεδιασμού) των πρόσφατων ψυχοτρόπων προσθέτει στη δραστικότητά τους. Η νεαρή γυναίκα στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα συνέκρινε την απώθηση στο «παλιό φάρμακο» το λίθιο με την έλξη της στο «νέο φάρμακο» το depakote. Αποκαλούσε το λίθιο δηλητήριο. Είπε ότι το depakote...

«είχε λιγότερο το στίγμα και μεγαλύτερη ειδικότητα. Είναι πιο ειδικό. Κομμένο και ραμμένο στην πάθηση μου, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου και την διαταραχή μου και μόνο για μένα και το να το χρησιμοποιεί κανείς για κάτι άλλο του κλέβει –πάλι- αυτή την ιδιαίτερη μαγεία που μπορεί να με βοηθήσει».

Η ειδικότητα είναι ένα γνώρισμα που πολλοί αξιολόγησαν ως σημαντικό στα φάρμακά τους, ένα γνώρισμα που επέτρεπε στο φάρμακο να παράγει μια και μόνο πολύ συγκεκριμένη πνευματική κατάσταση ή δυναμική (4). Σε μια ομάδα υποστήριξης, μια γυναίκα είπε ότι έλειψε για το καλοκαίρι από τη δουλειά της ως σύμβουλος καθοδήγησης σε δημόσια σχολεία. Ο γιατρός της, της είχε καθορίσει να λαμβάνει φάρμακα 5 φορές την ημέρα. Είχε όλα τα μπουκαλάκια σε σειρά πάνω στον πάγκο με το φαρμακείο της και δεν ήταν πολύ εύκολο να τα κάνει όλα σωστά. Επειδή η κατάθλιψή της συνέχιζε, ο γιατρός πρόσθεσε άλλη μια δόση ενός αντικαταθλιπτικού, του Effexor, στις 4 η ώρα. Το τελευταίο φάρμακο που έπαιρνε πριν κοιμηθεί ήταν ένα άλλο αντικαταθλιπτικό το Seroquel.

«Μ’ αρέσει η τελευταία δόση της ημέρας περισσότερο από όλες, το Seroquel. Μ’ αρέσει το αίσθημα ηρεμίας και υπνηλίας που μου προκαλεί και κοιμάμαι πολύ-πολύ καλά. Αλλά έχω πλέον πρόβλημα στη λήψη αποφάσεων. Δεν είχα πριν τέτοιο πρόβλημα- ας πούμε στα εστιατόρια ήξερα πάντα τι ήθελα να φάω. Αλλά τώρα σκέφτομαι ότι χρειάζομαι κάποιο χάπι ακόμα να με βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων.»

Το Seroquel κάνει καλή δουλειά στο να την ηρεμεί πριν τον ύπνο και άρα θεώρησε λογικό να υπάρχει κάποιο άλλο φάρμακο που να τη βοηθάει να παίρνει αποφάσεις..


Κοκτέιλ φαρμάκων

Μια γυναίκα έπαιρνε κοκτέιλ φαρμάκων. Ένας διαφημιστής μου εξήγησε για τα κοκτέιλ:

Οι ψυχίατροι αντέδρασαν στις διαφημιστικές εκστρατείες μ’ έναν περίεργο τρόπο. Αντί να συνταγογραφούν το ένα ή το άλλο αντικαταθλιπτικό, συνδυάζουν τα φάρμακα φτιάχνοντας το αγαπημένο τους «κοκτέιλ». Στο Λος Άντζελες ένας συνδυασμός φαρμάκων έγινε τόσο δημοφιλής που αποκαλείται κοκτέιλ Hollywood. Είναι δημοφιλής γιατί συνδυάζει το Serzone (κάπως υπνωτικό, αλλά δίχως να προσθέτει κιλά, χωρίς σεξουαλική δυσλειτουργία, απώλεια ύπνου) και το Effexor (διεγερτικό, κάτι που θα σε ενεργοποιήσει να σηκωθείς από το κρεβάτι σου το πρωί). Αυτή η υπερ-διαχείριση της συμπτωματολογίας σε μια κατάσταση που είναι καλύτερη από το φυσιολογικό μοιάζει σαν ένα νέο είδος θεραπευτικής προσέγγισης. Στην περίπτωση του κοκτέιλ Hollywood οι ψυχίατροι επί της ουσίας προωθούν ένα είδος μανίας ή μια κατάσταση υπέρ-εγρήγορσης (συγκρινόμενη τουλάχιστον με την προηγούμενη κατάσταση του ατόμου).

Η ετοιμότητα των γιατρών να συνδυάζουν τα χαρακτηριστικά των φαρμάκων για να «βελτιστοποιήσουν» την ψυχική κατάσταση των ασθενών πρέπει να μας προβληματίσει γιατί όσο ανθρώπινα και να μοιάζουν, τα φάρμακα δεν είναι άνθρωποι. Τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας των φαρμάκων είναι περισσότερο χαρακτηριστικά αντικειμένου, παρά υποκειμένου καθώς μπορούν να αγοραστούν και να πωληθούν, να συνδυαστούν με ποικίλους τρόπους, περισσότερο σαν εξαρτήματα μηχανής ή συστατικά κέικ παρά σαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά προσωπικότητας.


Δημοσιεύσεις σε newsgroups στο διαδίκτυο για την διπολική διαταραχή δείχνουν πόσο συχνά ασθενείς παίρνουν κοκτέιλ φαρμάκων και προσπαθούν να εξοικειωθούν με τα νέα συμπτώματα και τις παρενέργειες. Να ένα απόσπασμα από μια τέτοια δημοσίευση:

«Διαγνώσθηκα με διπολική διαταραχή πριν από 3 χρόνια. Πριν από αυτό μου είχαν διαγνώσει διαταραχή διάθεσης, χρόνια κατάθλιψη, άγχος και διαταραχή προσωπικότητας.

Τα τρέχοντα φάρμακά μου είναι:

Wellbutrin SR = 300 mg καθημερινά
Lorazapam = .5 2x καθημερινά
Tompamax = 200 mg καθημερινά (μόλις μειώθηκε από 400 mg καθημερινά)
Depakote = 250 mg
Depakote ER = 1000 mg
Lithium = 600 mg καθημερινά
Seroquel = 50 mq καθημερινά

Τώρα παίζουμε ξανά με τα φάρμακα προσπαθώντας να σταθεροποιηθώ για άλλη μια φορά. Έχω γρήγορη εναλλαγή κύκλων, και είχα μια σύντομη φάση υπερδιέγερσης ενώ μετά έπεσα σε μακράς διάρκειας απόσυρση το οποίο δημιουργούσε κάποια προβλήματα. (5)»


Τα κοκτέιλ των γιατρών

Κατά την έρευνά μου, η στρατηγική συνδυασμού φαρμάκων στην επιδίωξη λιγότερων παρενεργειών και συμπτωμάτων ήταν κοινός τόπος στις –ανεπίσημες- συζητήσεις μεταξύ των γιατρών. Μπόρεσα να πάρω εξονυχιστικές λεπτομέρειες για τους τρόπους με τους οποίους οι γιατροί συζητούν τη διαχείριση των ασθενών τους (φαρμακευτικά), από φόρουμ στο διαδίκτυο (στημένα από τις φαρμακευτικές εταιρίες), τα οποία ως σκοπό έχουν το να θέτουν οι γιατροί ερωτήματα σχετικά με τις φαρμακευτικές αγωγές των ασθενών τους. (6) Για λόγους εμπιστευτικότητας θα αποκαλώ το φάρμακο που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστοσελίδας «φάρμακο R».

Ο γιατρός μιλάει για μία ασθενή που εμφάνισε σημαντική δίψα:

«Έχω μία ασθενή περίπου 40 ετών με καταθλιπτικές και μανιακές εκδηλώσεις.Πιθανόν να πάσχει από ήπια διπολική διαταραχή. Αυτή τη στιγμή λαμβάνει λίθιο 1500mg καθημερινά, φάρμακο R 45 mg καθημερινά, Depakote 625 mg καθημερινά, Klonopin 0.5 mg TID (τρεις φορές την ημέρα) και Pamelor 50 mg καθημερινά (27 Ιαν. 2000)»

Κάποιος άλλος γιατρός συνταγογραφεί ένα άλλο πολύπλοκο σχήμα και παρόλ’ αυτά δεν μπορεί να κουμαντάρει την κατάθλιψη του ασθενή:

Η τρέχουσα διάγνωση ενός άντρα 37 ετών με προηγηθείσα σεξουαλική κακοποίηση ως παιδί: DID (Αποσυνδετική Διαταραχή Ταυτότητας) ADHD, PTSD (Μετατραυματική Αγχώδης Διαταραχή και Διπολική Διαταραχή τύπου 2 με ανθεκτική κατάθλιψη)… τρέχουσα αγωγή: λίθιο 1200 Mg, Lamictal 200mg, Effexor 450 mg, φάρμακο R 45 mg, Cytomel .25 mcg, Ritalin 80 mg.

Όταν υποχώρησε σχετικά η μανία του ασθενούς, ο γιατρός ελάττωσε το Effexor, το Ritalin και το φάρμακο R, αλλά σε τρεις μέρες, ο ασθενής υποτροπίασε και είχε την «πιο κακοήθη κατάθλιψη που έχω αντιμετωπίσει». Δεν είχαν όλες οι δημοσιεύσεις απαντήσεις. Αυτή είχε. Ο online συμβουλεύων γιατρός απάντησε: «Τι μπορείς να κάνεις με αυτόν τον κατανοητό (αναμενόμενο) αλλά και γενναίο συνδυασμό φαρμάκων; Προτείνω να προστεθεί άλλο ένα σκεύασμα- σταθεροποιητής της διάθεσης (Depakote ή ένα άτυπο αντιψυχωσικό Olanzapine)» (12 Μάιου 2000).­

Όταν τα φάρμακα προκαλούν προβλήματα, η λύση είναι να προστεθούν κι άλλα φάρμακα.

Όταν άρχισα αυτή την έρευνα, ίσως παρασυρμένη από τη βιβλιογραφία του μάρκετινγκ, είχα φανταστεί ότι οι άνθρωποι θα επένδυαν τα φάρμακά τους με προσωπικότητες και θα σχημάτιζαν μαζί τους κάποιου είδους σχέση, ίσως θα τα έβλεπαν σαν εμψυχωτική συντροφιά, ήρεμη παρουσία ή και δυνατό προστάτη. Αυτό που βρήκα στην πραγματικότητα είναι ότι οι ασθενείς ελάχιστα μόνο προσωποποιούν τα νέα high-tech φάρμακα και συνήθως δεν τους δίνουν συμβολική αξία, ανθρώπινη. Και οι γιατροί και οι ασθενείς βλέπουν τα φάρμακα σαν όργανα ακριβείας που με χειρουργική ακρίβεια θα έδιωχναν τον πόνο, αρκεί να βρίσκανε το σωστό συνδυασμό. Μπορούμε να πούμε πως εδώ έχουμε μια άλλη λογική, που αφορά την διαχείριση με μόρια μηχανικής ακριβείας. Η δουλειά του Nikolas Rose μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτή τη λογική.Τονίζει το τρόπο που η «μοριακή» ανατομία της παθολογίας επηρεάζει το σχεδιασμό των φαρμάκων: τα νέα αντικαταθλιπτικά, για παράδειγμα, είναι διαδεδομένα ως φάρμακα «που η μοριακή τους δομή είναι τέτοια ώστε να διακόπτει μία, και μόνο μία πτυχή ενός και μόνο νευροδιαβιβαστικού συστήματος». Το Prozac θα μπορούσε να πει για τον εαυτό του:

...ένα έξυπνο και καθαρό φάρμακο που δεν δημιουργεί όλα αυτά τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα – διαταραχή βάδισης, ξηροστομία, τρέμουλο- που παρήγαγαν τα προηγούμενα «βρώμικα» αντικαταθλιπτικά, που επιδρούσαν σε πολλά σημεία (διαφορετικοί υποδοχείς σε διαφορετικούς νευρώνες) και πολλά συστήματα ταυτόχρονα. Το όνειρο, είναι ένα φάρμακο που δεν δρα στον άνθρωπο σα σύνολο αλλά παρεμβαίνει με στοχευμένη ακρίβεια να διορθώσει μια συγκεκριμένη ανωμαλία.

Αυτό έχει σα συνέπεια, όπως παρατηρεί ο Rose, ότι τα άτομα είναι πλέον υποχρεωμένα να αναλάβουν την ευθύνη να διαλέξουν (έτσι τουλάχιστον μοιάζει) κάποιο από αυτά τα εργαλεία ακριβείας, ώστε να βελτιστοποιήσουν τις ικανότητές τους και να προσαρμόσουν με ευέλικτο τρόπο τους εγκεφάλους τους (το νου τους) στο εναλλασσόμενο περιβάλλον. Το 1967, ο ψυχίατρος της ταινίας που προανέφερα θα μπορούσε να λέει «δεν είμαστε και τόσο ανθρώπινοι αν απαιτείται να λαμβάνουμε χημικά», σήμερα δεν είμαστε και τόσο ανθρώπινοι χωρίς αυτά.

Πώς όμως μια τέτοια πρωταρχική θεώρηση, βασιζόμενη σε τεχνική ακρίβεια, μπορεί να συνάδει με την επένδυση ενός φαρμάκου με χαρακτηριστικά προσωπικότητας; Εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς. Από τη σκοπιά του ερευνητικού προσωπικού και του προσωπικού παραγωγής, του προσωπικού στις πωλήσεις, στο μάρκετινγκ και τη διαφήμιση –αυτή η αισθητική του δισκίου- μοιάζει κατανοητή αλλά μάλλον ασήμαντη. Η δουλειά τους στη χημική φόρμουλα του φαρμάκου ήταν σα να χτίζουν το «σώμα» και όλα τ’ άλλα ήταν απλά το «περιτύλιγμα». Κατά κάποιο τρόπο θυμίζει την περιγραφή του Lynn Meskell για το πως ντύνανε οι αρχαίοι αιγύπτιοι τα αγάλματα των θεών τους. Το προσωπικό στην παραγωγή συνεργάζεται για να κάνει το «περιτύλιγμα» άνετο και απολαυστικό, με στυλ και αισθητικά ευχάριστο ακόμα κι αν θεωρεί (αντίθετα με τους αιγυπτίους) αυτήν την προσπάθεια επιφανειακή σε σύγκριση με τη δημιουργία του ίδιου του δισκίου. (2004:55)


Το χάπι σαν αντικείμενο τέχνης

Είναι σαφές ότι οι ταμπλέτες, τα χάπια και άλλα φάρμακα που βλέπουμε σε αυτή την έκθεση (7) πλαισιώνονται σαν αντικείμενα τέχνης και επιστημονικής διάνοιας ταυτόχρονα. Ανατριχιαστικός τρόπος να παρουσιάζεις χάπια. Φέρνει κατά νου την άποψη του Danny Miller ότι «το πλαίσιο (η κορνίζα), όπως συμβαίνει σε γκαλερί τέχνης, εξασφαλίζει το σεβασμό, και δηλώνει ότι πρέπει να πληρώσεις κάποια χρήματα γι’ αυτό που βρίσκεται εντός του πλαισίου» (2005:5)

Τα χάπια και οι κάψουλες ταξινομούνται σαν πολύτιμοι λίθοι σε προθήκη κοσμηματοπωλείου. Εκτίθενται σαν εξωτικά έντομα στη συλλογή εντομολόγου. Πρόκειται πραγματικά για κάτι σαν φαρμακευτικό κέρας της αφθονίας. Παρόλο που η έκθεση στο Βρετανικό Μουσείο είναι μοναδική στο είδος της, έχει έναν προκάτοχο. Το εγχειρίδιο The Physicians’ Desk Reference επίσης παρουσιάζει χάπια, δισκία και άλλα φάρμακα με τρόπο φωτογραφικά ρεαλιστικό. Οι φωτογραφίες των φαρμάκων ταξινομούνται σε ομάδες, οργανώνονται με βάση την φαρμακευτική εταιρία που τα παράγει, και οι φωτογραφίες αυτές τυπώνονται στην αρχή των 3000 και πλέον σελίδων του εγχειριδίου.


Σμίκρυνση

Είναι μέρος της έλξης που μας ασκούν αυτού του είδους οι θεωρήσεις, ότι τα χάπια μοιάζουν μινιατούρες που εμπεριέχουν μια μεγάλη δυνατότητα; Στο The Savage Mind, ο Claude Levi-Strauss έγραψε για τις επιδράσεις της σμίκρυνσης στην τέχνη, χρησιμοποιώντας σα παράδειγμα το πορτραίτο της Ελισάβετ της Αυστρίας του Clouet. «Η πολύ ρεαλιστική –νήμα προς νήμα- αναπαραγωγή ενός δαντελωτού κολάρου δημιουργεί ένα πολύ βαθύ αισθητικό συναίσθημα» το οποίο ο Levi-Strauss αποδίδει στη μινιατούρα. Ενώ συχνά η επιστήμη παράγει γνώση επιμερίζοντας το όλο σε μικρά μέρη, η τέχνη δημιουργεί ένα ομόλογο του όλου αλλά ποσοτικά μειωμένο (σμικρυμένο). Για να απεικονίσεις την Ελισάβετ ή οποιονδήποτε σα μινιατούρα « απαιτείται μια βαθιά γνώση της μορφολογίας αλλά και της τεχνικής. Με βάση αυτή τη γνώση, το κολάρο μπορεί να απεικονιστεί «ακριβώς όπως είναι» αλλά ταυτόχρονα μόνο όπως είναι από μια συγκεκριμένη προοπτική. Η δύναμή μας σε σχέση με το απεικονιζόμενο μεγαλώνει: μπορούμε να το αρπάξουμε, έχουμε πρόσβαση σ’ αυτό, μπορούμε να το κατέχουμε αυτοστιγμεί. Μια παιδική κούκλα παύει να είναι «ένας εχθρός, ένας αντίπαλος ή ακόμα ένας συνομιλητής». Με το να γίνεται μινιατούρα, το πρόσωπο που αναπαριστά η κούκλα «αντικειμενοποιείται» και όσοι παίζουμε με την κούκλα γινόμαστε οι αφέντες της. Φυσικά μπορεί αυτό να είναι ψευδαίσθηση, αλλά είναι μια ψευδαίσθηση που μας ευχαριστεί γιατί «επιβραβεύει την εξυπνάδα και γεννά ένα αίσθημα ικανοποίησης» (Levi-Strauss,1966: 22–5). (8)

Ο Alfred Gell επίσης λέει ενδιαφέροντα πράγματα για τα αντικείμενα μινιατούρες. Σε γνωστό του άρθρο θυμάται μια επίσκεψη στον καθεδρικό ναό του Salisbury όταν ηταν παιδί. Σ΄ ένα διπλανό παρεκκλήσι βρήκε ένα μοντέλο του καθεδρικού σε μικρή κλίμακα, με απόλυτη λεπτομέρεια, φτιαγμένο από σπιρτόξυλα και κόλλα. Το μοντέλο (αντίθετα με το ίδιο τον ναό) του προκάλεσε «βαθύ δέος». (Gell, 1998: 47). Το επιχείρημα του Gell είναι ότι καθώς ο θεατής σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται την τεχνική δυσκολία της κατασκευής ενός τέτοιου μοντέλου εκπλήσσεται, και φαντάζεται το αντικείμενο γεμάτο μαγεία. Για τον Levi-Strauss η μινιατούρα μας δίνει μια αίσθηση εξουσίας, για το Gell, αν είναι αρκετά πολύπλοκη, μια αίσθηση ταπεινότητας. Πρόκειται για τεχνικές διεργασίες που μας μαγεύουν έτσι ώστε να βλέπουμε τον πραγματικό κόσμο σε μια εκστατική μορφή. (Gell,1998: 44).

Μπορεί καμιά από αυτές τις θεωρίες να εφαρμοστεί για τα δισκία και τις κάψουλες; Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα χάπια και τις μινιατούρες: το εσωτερικό του χαπιού δεν είναι ορατό. Μερικές φορές οι κάψουλες είναι διάφανες και μπορούμε να δούμε μέσα τους, αλλά αυτό που βλέπουμε απλά μοιάζει σαν μερικά χάπια ακόμη. Η πολυπλοκότητα και η τεχνική δύναμη των χαπιών βρίσκεται σε μοριακό επίπεδο. Στην πραγματικότητα , τα χάπια αψηφούν την αναγνώριση της πολυπλοκότητάς τους με ενδιαφέροντα τρόπο: μοιάζουν με γλυκά. Σε μερικές δε περιπτώσεις, η τεχνολογία κατασκευής δισκίων και γλυκών είναι η ίδια. Μερικά παιδιατρικά φάρμακα πλασάρονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως τα γλυκά. Το Depakote‘‘Sprinkles’’, για παιδιατρική χρήση, δείχνει πανομοιότυπο με ένα γλυκό που ονομάζεται Hundreds and Thousands (ή Jimmies). Το Depakote δίνεται σε παιδιά με επιληπτικές κρίσεις, έτσι είναι δικαιολογημένο να φτιάχνεται ένα τόσο σημαντικό φάρμακο έτσι, ώστε να είναι αρεστό στα παιδιά. Εντούτοις, τα χάπια-γλυκά μπορούμε να τα θεωρήσουμε μια αφοπλιστική ιδέα. Στην περίπτωση των χαπιών η αθώα εικόνα μινιατούρας περισσότερο μας αφοπλίζει παρά μας μαγεύει. Γίνονται αθώα γλυκίσματα, κι εμείς οι αφέντες τους.


Παρενέργειες

Η έννοια της μινιατούρας παίζει κι άλλο σημαντικό ρόλο στη σχέση μας με τα φάρμακα, αλλά για να τον δούμε πρέπει να εστιάσουμε στις παρενέργειες. Γιατί παρενέργειες και τι σχέση έχουν με την μινιατούρα ως έννοια; Στην περίπτωση του Lunesta (υπνωτικό βοηθημα), το μέγεθος του πακέτου (συσκευασίας) μειώνεται κι άλλο από το μέγεθος της εσωτερικής υποδοχής που περιέχει τις παρενέργειες. Κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει προφανές και μη προβληματικό: θέλουμε την κύρια δράση, την υπνωτική, δεν θέλουμε τις παρενέργειες που ακολουθούν την κύρια ενέργεια (την υπνωτική),γι’ αυτό και αυτές τοποθετούνται στο περιθώριο.


Παρόλ’ αυτά είναι μικρή η απόσταση ανάμεσα στην παρενέργεια και στην «παράπλευρη βλάβη», έναν όρο που χρησιμοποιεί ο στρατός για τις ακούσιες συνέπειες στρατιωτικών ενεργειών, κάτι που θα πρέπει να μας θυμίζει δύο πράγματα που προανέφερα:το ότι ο ίδιος μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή φαρμάκων και σφαιρών και το ότι η ελληνική λέξη φάρμακο μπορεί να ερμηνευθεί ταυτόχρονα ως γιατρικό και ως δηλητήριο.


Πρέπει να πω επίσης προτού προχωρήσω, ότι κάθε λεπτομέρεια γύρω από τις παρενέργειες στις ΗΠΑ ελέγχεται από κανονισμούς του Food and Drug Administration (FDA), ή έστω από τους κανονισμούς όπως τους μεταφράζουν και τους αντιλαμβάνονται οι φαρμακευτικές εταιρίες. Το μέγεθος των διαφημίσεων και η ποσότητα πληροφορίας στις διαφημίσεις είναι χαρακτηριστικά που το FDA προσπαθεί να υποδείξει. Οι DTC διαφημίσεις είναι ένα ακουστικό ανάλογο των «ψιλών γραμμάτων»: γρήγορη μονότονη απαγγελία των παρενεργειών στο τέλος των διαφημίσεων, που το FDA ορίζει για την ένταση του ήχου και την ταχύτητα.


Ας χρησιμοποιήσουμε τη συσκευασία του Lunesta σα παράδειγμα. Στην μπροστινή πλευρά βρίσκεται ένα αντίγραφο της διαφήμισης, με γλώσσα αραιογραμμένη και προσεχτικά επιλεγμένες φωτογραφίες. Στο πλάι, ένας πλήρης κατάλογος των παρενεργειών με μικροσκοπική γραμματοσειρά. Στην μπροστινή πλευρά λοιπόν, λέξεις και εικόνες σχεδιασμένες να κερδίζουν την προσοχή μας παγιδεύοντας τις αισθήσεις και τις επιθυμίες μας. Στο πλάι λέξεις οι οποίες δεν είναι γραμμένες για να διαβαστούν ή να ακουστούν. Ακόμη και το χαρτί όπου περιγράφονται οι παρενέργειες μοιάζει εύθραυστο, ασήμαντο, τόσο λεπτό που μπορεί να σκιστεί, τόσο ζαρωμένο που εύκολα θρυμματίζεται, διπλωμένο τόσο πολύ που μοιάζει δύσκολο να ξεδιπλωθεί. Αυτό πιστεύω είναι το αντίστοιχο των «ψιλών γραμμάτων»: το μέρος ενός συμβολαίου, που ελπίζεις, ότι ο πελάτης δεν θα μπει στον κόπο να διαβάσει. Θυμηθείτε το επιχείρημα του Levi Strauss για τη δύναμη που νιώθουμε απέναντι στις μινιατούρες. Ο Bruno Latour έχει διατυπώσει μια ανάλογη άποψη για τη χρήση της υποβάθμισης της κλίμακας στην επιστήμη ώστε να ελεγχθούν οι (πλουτοπαραγωγικοί) πόροι και το περιβάλλον . Όταν οι εξερευνητές πατούσαν σε νέα εδάφη, έφτιαχναν χάρτες, κάνοντας έτσι σημαντικές εκφάνσεις του μακρινού τόπου να φαίνονται προσιτές: η μείωση της κλίμακας τους έδινε εξουσία πάνω σε μακρινούς τόπους: μπορούσαν να μειώσουν την απόσταση ανάμεσα στην πατρίδα και τα μακρινά αυτά μέρη μειώνοντας τον χρόνο που θα χρειάζονταν μελλοντικοί ταξιδευτές για να κάνουν το ίδιο ταξίδι. Ένας κύκλος συσσώρευσης (δύναμης)… που επιτρέπει σε ένα σημείο (αναφοράς) (για παράδειγμα το Λονδίνο) να μετατρέπεται σε κέντρο αναφορικά με άλλα σημεία που απέχουν κάποια απόσταση από αυτό. Ένας χάρτης που ελαχιστοποιεί τις αποστάσεις από μακρινά μέρη πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, είναι ένα σταθερό και φορητό εργαλείο που επιτρέπει σε ένα «κέντρο» να κυριαρχεί πάνω σε τούτα τα μέρη. (1987: 224).

Θέλω να αντιστρέψω το παράδειγμα του Latour και να το συνδυάσω με αυτό του Levi Strauss. Αν ένας χάρτης τιθασεύει τον πλούτο μακρινών ακτών και τον κάνει πιο προσβάσιμο, η σμίκρυνση των ψιλών γραμμάτων μπορεί να τιθασεύσει την πληροφορία που έχουμε για τα φάρμακα και να τη στείλει μακριά. Η φορητότητα του σμικρυμένου αντικειμένου του επιτρέπει να κινείται προς πολλές κατευθύνσεις, η σταθερότητά του κρατά το περιεχόμενό του ανέπαφο. Η δύναμή του είναι η δύναμη να εκτοπίζει και να απομακρύνει μέσω της μείωσης της κλίμακας (των μεγεθών). Όπως η κούκλα γίνεται αντικείμενο του παιδιού, στην ανάλυση του Levi Strauss, οι παρενέργειες γίνονται αντικείμενο του φαρμάκου, και μπορούν να εξοριστούν στο πλάι. Είναι μια μορφή εκτόπισης (μετακίνησης). Όπως τα μακρινά μέρη του Latour που όταν σμικρύνονται, γίνονται κινητά και μεταφέρονται πλησιέστερα, έτσι και οι παρενέργειες όταν σμικρύνονται γίνονται κινητές (φορητές) και τοποθετούνται μακρύτερα από το κέντρο της συνειδητότητας.


Μαύρα κουτιά

Ένα σημαντικό κομμάτι των κανονισμών γύρω από τα φάρμακα στις ΗΠΑ αφορά στην προειδοποίηση του μαύρου κουτιού. Το μαύρο κουτί είναι η πιο σοβαρή προειδοποίηση που μπορεί να κάνει το FDA στους καταναλωτές γύρω από την επικινδυνότητα ενός φαρμάκου. Η φράση από μόνη της -μαύρο κουτί- είναι τόσο κοινή που οι αμερικανοί –κι εγώ επίσης- δεν αναρωτήθηκαν ποτέ τι σημαίνει. Είναι ένα παράδειγμα της «ταπεινότητας των πραγμάτων» στην οποία αναφέρεται ο Danny Miller , την ικανότητά τους «να απομακρύνονται από την εστία προσοχής και να μένουν στο περιθώριο ενώ ταυτόχρονα είναι αποφασιστικά για την συμπεριφορά και την ταυτότητά μας» (2005: 5). Αμέσως όμως έρχονται κατά νου άλλες ερμηνείες της φράσης «μαύρο κουτί»: στη μηχανική και στον προγραμματισμό, το μαύρο κουτί ελέγχει αν το output ενός προγράμματος είναι το αναμενόμενο, όταν το τροφοδοτείς με συγκεκριμένα inputs. Ό όρος μαύρο κουτί χρησιμοποιείται γιατί το πρόγραμμα που εκτελείται δεν έχει εξεταστεί.


Τι δεν εξετάζεται στην περίπτωση των φαρμακευτικών σκευασμάτων; Πρέπει αρχικά να γίνει κατανοητό ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες αντιδρούν στις προειδοποιήσεις τύπου μαύρου κουτιού, στο φόβο μη μειωθούν οι πωλήσεις. Αντίστοιχα, συνήγοροι του καταναλωτή, που πιστεύουν ότι οι υπάρχουσες προειδοποιήσεις δεν είναι επαρκείς ή είναι ανακριβείς, πιέζουν το FDA ζητώντας προειδοποίηση μαύρου κουτιού. Μεσολαβώντας μεταξύ αυτών των δυνάμεων το FDA κάνει σαφές ότι μπορεί να απαιτήσει μια προειδοποίηση μαύρου κουτιού από την εταιρία: αλλιώς το FDA μπορεί να αποσύρει την έγκριση του φαρμάκου.


«Κακά αντικείμενα»

Αυτό που με ιντριγκάρει είναι ότι οι αμερικάνοι (κι εγώ επίσης) βάζουμε αυτά τα αντικείμενα στο στόμα μας (και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες) και τα καταπίνουμε. Τα βάζουμε στο σώμα και το μυαλό μας. Και το κάνουμε αυτό καθημερινά με όλες τις παρενέργειες μπροστά στα μάτια μας, αλλά και κρυμμένες στην απλή θέα. Η φράση είναι του Φρόυντ και μια μαθήτρια του Φρόυντ, η Melanie Klein προχώρησε πάνω στην ιδέα αυτή. Η Klein ανάπτυξε μια σειρά ιδεών για να περιγράψει πώς οι άνθρωποι χειρίζονται τις σχέσεις που τους απογοητεύουν. Τα παιδιά, τα οποία εύχονται να ικανοποιούνται άμεσα όλες οι ανάγκες τους, αναπόφευκτα απογοητεύονται. Για να διαχειριστούν το άγχος τους, τα παιδιά πρώτα προβάλλουν το δυσάρεστο συναίσθημα στους γονείς τους και μετά εσωτερικεύουν μια αναπαράσταση του γονιού, στην οποία το «κακό» είναι μέσα στην αναπαράσταση του γονιού αλλά στεγάζεται μέσα τους. Τα παιδιά έτσι αποκτούν έναν έλεγχο πάνω στο «κακό» που γεννάει άγχος, αλλά με κόστος να προσβληθούν από το «κακό» αυτό... που κάποιος θα μπορούσε να το πει και δηλητήριο.


Αυτό η Klein το ονόμασε «κακό αντικείμενο». . Τελικά, καθώς τα παιδιά ωριμάζουν, ίσως μάθουν ότι η «κακία» ήταν μέσα στη μητέρα τους, σε έναν άνθρωπο ξεχωριστό από τον εαυτό τους, και ότι αυτή η «κακία» της μητέρας είναι αναπόφευκτη για κάθε γονιό (για χρήσιμες αναφορές στην Κλάινιανή παράδοση δες Greenberg and Mitchell, 1983; Hinshelwood, 1994).

Τώρα, θεωρείστε κάποιο από τα φάρμακα αυτά σαν εσωτερικευμένο ‘κακό αντικείμενο’. Το συναίσθημα φροντίδας στις διαφημίσεις, που μας προσφέρει ό,τι επιθυμούμε -ύπνο, κοινωνική διευκόλυνση, δυνατότητα, ευχαρίστηση, ευτυχία- ακυρώνεται λίγο πριν καταπιούμε το φάρμακο. Αλλά το καταπίνουμε, και το ‘κακό αντικείμενο’ βρίσκει κατοικία μέσα μας. Αν ακολουθήσουμε την σκέψη της Klein, ο στόχος της ωριμότητας είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι το «κακό» βρίσκεται στον τρόπο που δουλεύει ο κόσμος, όχι αποκλειστικά σε μας, κι όχι αποκλειστικά στη συγκεκριμένη αποτυχία του συγκεκριμένου φαρμάκου. Η ωριμότητα επίσης βρίσκεται στη συνειδητοποίηση ότι κανείς δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλες μας τις ανάγκες και ότι μπορούμε να επιβιώσουμε παρ’ όλα αυτά.


Αυτό φυσικά είναι μια απλή αναλογία. Η εταιρία που φτιάχνει το φάρμακο δεν είναι γονέας. Αλλά κάτι υπάρχει στο φάρμακο, κάτι που μας κάνει να μην σκεφτόμαστε για τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει. Θα έλεγα ότι τα σύγχρονα χάπια όσο κι αν παρουσιάζονται καθαρά, αγνά και με ακρίβεια κατασκευασμένα, έχουν και μια άλλη πιο «σάρκινη» πλευρά, που εμφανίζεται κατά τις κλινικές δοκιμές


Η Adriana Petryna έχει δείξει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετέχουν και χρειάζονται για τις φαρμακευτικές κλινικές δοκιμές έχει γίνει τεράστιος (2005: 183). Πολλές από αυτές τις δοκιμές διεξάγονται σε χώρες με χαμηλά εισοδήματα όπου οι άνθρωποι –εξαιτίας αυτού- είναι σχετικά πιο πρόθυμοι να συμμετέχουν στις δοκιμές λόγω της χρηματικής αμοιβής (9). Επιπλέον, αυτοί οι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να παραπονεθούν για τις παρενέργειες. Και άλλες δυνάμεις όμως προκαλούν αυτή την επέκταση: η έκρηξη της παραγωγής φαρμάκων μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η αύξηση των κυβερνητικών κανονισμών και της εποπτείας της βιομηχανίας στις ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της χρησιμοποίησης κρατουμένων στις κλινικές δοκιμές στα 1970), και ο «κορεσμός θεραπειών» στις ΗΠΑ. «Κορεσμός θεραπειών» σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι στις ΗΠΑ που χρησιμοποιούν πλήθος φαρμάκων καθιστούν δύσκολο (λόγω των πιθανών αλληλεπιδράσεων των φαρμάκων) να στρατολογηθούν ως υποκείμενα για τις κλινικές δοκιμές. Τα στατιστικά στη (σμικρυμένη) λίστα των παρενεργειών είναι από αυτούς τους ανθρώπους (από μακρινά μέρη) που υπέστησαν τις βλάβες του φαρμάκου.


Αυτή η δήλωση μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη ότι δεν βλέπουμε τα ψιλά γράμματα. Αλλά νομίζω ότι και τα βλέπουμε, και δεν τα βλέπουμε. Η «σάρκινη» πλευρά του φαρμάκου είναι τόσο επικίνδυνη και τρομακτική ώστε να θέλουμε να μην την παρατηρούμε, αν και κρύβεται στην κοινή θέα μέσα στις παρενέργειες. Πίσω από το καθαρό, μοριακό σώμα του φαρμάκου βρίσκεται το τραυματισμένο με σάρκα και οστά σώμα, που στοιχειώνει τόσο τον καταναλωτή όσο και τον παραγωγό και δεν τους στοιχειώνει σιωπηρά.

Οι εταιρικοί υπάλληλοι σαν εξωτερικευμένες μηχανές.


Ας δούμε και μια άλλη πλευρά του γιατί είναι κρυμμένα τα ψιλά γράμματα. Τα φάρμακα είναι προϊόντα εταιριών και οι εταιρίες είναι κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Ιστορικά, η εταιρία κατοχυρώθηκε ως νομικό «πρόσωπο» στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική. Στο βιβλίο του (και την ταινία) «Η εταιρία, το παθολογικό κυνήγι του κέρδους και της εξουσίας», ο Joel Bakan παίρνει την έννοια «πρόσωπο» στα σοβαρά.


Ο Bakan ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της αμερικάνικης εταιρίας ως «πρόσωπο» στην παρούσα οικονομία ταιριάζει απόλυτα με τον ψυχιατρικό ορισμό του ψυχοπαθή. Η μόνη νόμιμη άνωθεν εντολή της εταιρίας είναι να εκμεταλλεύεται τους άλλους για να έχει κέρδος. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία για το κέρδος, και όταν εξαντληθούν τότε πετιώνται. Η εντολή είναι η αποανθρωποποίηση.O Bakan παραθέτει έναν διαπρεπή αμερικάνο επιχειρηματία που δηλώνει ότι «η εταιρία είναι μια εξωτερικευμένη μηχανή (2004: 69, 70). Με τους όρους που χρησιμοποιούνται εδώ η Εταιρεία είναι μια μηχανή εκτόπισης. Μεγάλο κομμάτι της αλληλογραφίας μεταξύ των φαρμακευτικών εταιριών και του FDA –που μπορεί να βρει κανείς στην ιστοσελίδα του FDA- αφορά σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στο τι μπορούν οι εταιρίες να εκτοπίσουν στο «πουθενά» (αυτό σημαίνει να το παραλείψουν εντελώς) και στο τι να εκτοπίσουν στα ψιλά γράμματα ή στο μαύρο κουτί.


Η σκιά

Οι χρήστες των φαρμάκων παρουσιάζουν ταυτόχρονα ένα αίσθημα έλξης και απώθησης για το φάρμακο. Το φάρμακο με βοηθάει, με πληγώνει, μαλακώνει ένα είδος πόνου, κάνει έντονότερο κάποιο άλλο, αφαιρεί ένα σύμπτωμα αλλά προσθέτει κάποιο άλλο. Μου έκανε εντύπωση όταν έγινα μάρτυρας μιας παρουσίασης στο 2000 American Psychiatric Association που απεικόνιζε την ανησυχία των ασθενών (μερικές φορές σίγουρα δικαιολογημένα) ως μια μορφή παράνοιας. Η παρουσίαση που έφερε ελεύθερα το logo του Risperdal, (πολυσυνταγογραφημένο αντιψυχωσικό της Janssen) ήταν μια εγκατάσταση εικονικής πραγματικότητας με τον τίτλο «εικονικές παραισθήσεις» (10). Οι γιατροί περίμεναν στην ουρά, διαβάζοντας μια κάρτα με πληροφορίες για το τι επρόκειτο να συμβεί. Στο μεταξύ, από πάνω μας, ένα βίντεο επιδείκνυε έναν άντρα διαγνωσμένο ως σχιζοφρενή να μας λέει ότι η εμπειρία που θα έχουμε θα είναι σαν την πραγματική.


Μετά από πολύωρη αναμονή, έφτασε η σειρά μου, έβαλα τα ακουστικά μου κι ένα κράνος. Τα εξαρτήματα θα μου παρείχαν τον ήχο και την εικόνα της εικονικής πραγματικότητας. Ο συνοδός μου έδωσε την οδηγία, «όταν μπείτε στο φαρμακείο, κοιτάξτε τριγύρω για να βρείτε τον φαρμακοποιό».Καθώς προχωρούσε η εικονική πλοκή, ο αφηγητής μου είπε πως ήμουν ασθενής που χρειαζόταν το αντιψυχωσικό του αλλά μου είχε τελειώσει. Έτσι η φίλη μου, μια γυναίκα, με πήγε στο φαρμακείο, να πάρω καινούριο. Εγώ και η φίλη μου μπήκαμε στο εικονικό φαρμακείο. Αμέσως μόλις μπήκαμε η φίλη μου είπε «θα έρθω σύντομα, θα είσαι εντάξει». Και έφυγε γρήγορα στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Ο αφηγητής με καθοδήγησε να ψάξω για το φαρμακοποιό. Είδα ανθρώπους σε διαδρόμους που έμοιαζαν να είναι εκεί για λίγο και μετά ήταν εξαφανισμένοι. Ο ήχος ήταν με ηχώ και παραμορφωμένος. Αντικείμενα και άνθρωποι περνούσαν από το χώρο θολά. Ήχοι ερχόντουσαν από παντού, και κάποιες φορές κατευθείαν από τους ανθρώπους που έβλεπα. Μια γυναίκα σε ένα διάδρομο με κοίταξε ύποπτα με μια έκφραση μίσους. Όταν έφτασα στο πίσω μέρος της ουράς για να παραλάβω τη συνταγή μου, ο αφηγητής μου έδωσε το σενάριο της σκέψης μου. «Ο φαρμακοποιός δεν θέλει να μου δώσει τα χάπια, θα κάνει κάτι τρομερό, θα καλέσει την ασφαλιστική εταιρία και θα με βάλει σε κίνδυνο. Ποιος ξέρει ποια θα είναι η συνέπεια; Ένιωσα φόβο και ήθελα να φύγω. Καθώς τον έβλεπα να ετοιμάζει τη συνταγή μου, το μπουκαλάκι με το φάρμακο, μετατράπηκε σε μπουκαλάκι με δηλητήριο με έναν σκελετό επάνω του. Η παράξενη μουσική και τα ενοχλητικά εφέ έκαναν αυτή την τρομακτική προοπτική να φαντάζει το δραματικό αποκορύφωμα της εμπειρίας.

Η παρουσίαση σκόπευε να δώσει το μήνυμα ότι η παράνοια είναι ένα πολύ γνωστό σύμπτωμα κάποιων ψυχωτικών καταστάσεων κι ότι τα φάρμακα που ετοίμαζε ο εικονικός φαρμακοποιός μπορούν να το ανακουφίσουν. Ωστόσο ο ασθενής θα μπορούσε να είχε φοβηθεί από πολλά από αυτά που συνέβαιναν στην εικονική σκηνή. Αυτό που κυρίως φοβόταν ο ασθενής ήταν ο φαρμακοποιός και το φάρμακο που ετοίμαζε! Το ολοφάνερο μήνυμα είναι ότι ο ασθενής έχει παράλογους, παρανοϊκούς φόβους για το φαρμακοποιό. Αλλά το μήνυμα αυτό καλύπτει ένα άλλο πιο σκοτεινό: ο λόγος που φοβάται ο ασθενής τον φαρμακοποιό και το φάρμακό του είναι ότι το φάρμακο παρουσιάζεται σα δηλητήριο! Η συσχέτιση αισθημάτων παράνοιας με την σχιζοφρένεια είναι αποδεκτή. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι η Jansson Pharmaceutica –παρά τα συμφέροντά της ως κατασκευάστρια του Risperdal, παρουσιάζει ένα συνταγογραφούμενο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια ως δηλητήριο. Αυτό που είναι κοινωνική γνώση και κρύβεται στα ψιλά γράμματα και τα μαύρα κουτιά, βγαίνει εδώ στην επιφάνεια. Έτσι, οι άσχημες παρενέργειες του φαρμάκου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ψευδαίσθηση ενός ψυχωτικού ασθενή.

Συμπεράσματα

Για να παρακολουθήσει κανείς το συλλογισμό που αναπτύσσεται εδώ, θα πρέπει να έχει κατά νου την εκτόπιση. Οι παρενέργειες των φαρμάκων εκτοπίζονται στα ψιλά γράμματα και στα μαύρα κουτιά. Δυσμενείς επιπτώσεις από τις κλινικές δοκιμές, εκτοπίζονται προς τους πληθυσμούς των χωρών του τρίτου κόσμου. Η εταιρική γνώση ότι τα χάπια είναι δηλητήριο, εκτοπίζονται στον παρανοϊκό σχιζοφρενή. Πως γίνεται και ανέχεται κάποιος όλα αυτά και συνεχίζει να καταπίνει αυτά τα «κακά αντικείμενα»; Επιστρέφω στις δηλώσεις των συνομιλητών μου που βασίζονται στη θετική δράση των φαρμάκων για να συνεχίσουν να δουλεύουν, να φροντίζουν, να μελετούν ή απλά να ζουν. Ανοίγω το θέμα όχι για το σταμάτημα της κατανάλωσης φαρμάκων αλλά για αυτό που η Melanie Klein και οι συνεργάτες της πρόσφεραν στους ασθενείς τους: τη γνώση ότι η ωριμότητα εμπεριέχει την αναγνώριση ότι η κακή πλευρά αυτού του «αντικειμένου» μπορεί να σκιαγραφηθεί ως μέρος του εξωτερικού κόσμου και δε χρειάζεται να εκτοπίζεται στο κρυμμένο εσωτερικό του ατόμου. Με σεβασμό στα φαρμακευτικά προϊόντα μπορούμε να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ότι περιέχουν το αίμα κάποιων που συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές, παρά την καλογυαλισμένη εικόνα, και την προσεκτική ένδυση της διαφήμισης. Τι θα γινόταν αν η γνώση από την οποία κρύβονται οι αμερικανοί καταναλωτές έβγαινε στην επιφάνεια για δημόσια συζήτηση; Περισσότερος ακτιβισμός των καταναλωτών; Βαθύτερη γνώση για ζητήματα βιοηθικής;

Αυτή η πρόταση είναι παγίδα καθώς οι καταναλωτές ήδη συζητούν ανοιχτά και συγκρίνουν τις παρενέργειες των διαφόρων φαρμάκων. Αυτές οι συζητήσεις είναι διαθέσιμες στο δίκτυο και σκόπιμα εκμαιευμένες από τις ομάδες ασθενών που οι ίδιες οι εταιρείες οργανώνουν. Αντί να οδηγούν σε ανοιχτή συζήτηση, ένα τέτοιο υλικό μπορεί απλά να οδηγήσει σε πιο εκλεπτυσμένο μάρκετινγκ: τα φάρμακα μπορεί να πωληθούν ανταγωνιστικά στη βάση της σύγκρισης των παρενεργειών τους.


Αυτό δεν μπορεί όμως να είναι το τέλος της ιστορίας. Όταν ακόμα και οι παντοδύναμες φαρμακευτικές εταιρίες δεν μπορούν να σταματήσουν τον εαυτό τους από το να σκέφτεται το προϊόν τους ως δηλητήριο, βγάζοντας κρυμμένες αλήθειες στο φως, για πόσο ακόμα οι καταναλωτές θα μπορούν να αγνοούν την εκτόπιση που έχω περιγράψει; Για να γυρίσω σ’ έναν αρχικό μου ισχυρισμό,την «υλικότητα» του χαπιού, θυμηθείτε ότι η ίδια τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για τις σφαίρες χρησιμοποιήθηκε και για τα χάπια. Μπορούν τα χάπια να γίνουν λιγότερο σαν σφαίρες (ή δηλητήρια) και να γίνουν περισσότερο «βάλσαμα» ; Η φαρμακευτική μας αφθονία είναι περισσότερη από όση θέλουμε να παραδεχτούμε . Παρά τις προσπάθειες του FDA (που μπορεί ακόμα να βάζει κάποια όρια στην αγορά) η ισορροπία γέρνει προς την εταιρεία που επωφελείται από τις δυνάμεις της αγοράς. Ελπίζω ότι η ακραία φύση της αμερικανικής περίπτωσηςμας δείχνει ότι παρά τις αδυσώπητες απαιτήσεις της αγοράς, η αμφιθυμία, και οι επικίνδυνες δυνάμεις που εκτοπίζονται κατ’ αυτήν, δε μπορούν ποτέ να αποσιωπηθούν εντελώς. Σε κάτι τέτοιο ίσως υπάρχει ελπίδα.


_______________

Σημειώσεις:


Η Emily Martin διδάσκει ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Είναι η συγγραφέας του « Η γυναίκα μέσα στο σώμα της: Μια πολιτισμική ανάλυση της αναπαραγωγής» (Beacon Press, 1987) και του «Τα ευέλικτα κορμιά: Ανιχνεύοντας την ανοσία στην Αμερικανική κουλτούρα από την εποχή της Πολιομυελίτιδας στην εποχή του AIDS” (Beacon Press, 1994). Η τρέχουσα έρευνά της πάνω στην κουλτούρα της ψυχικής ασθένειας θα εμφανιστεί με αφορμή τις διπολικές διαταραχές: «Η Μανία και η Κατάθλιψη στην αμερικάνικη κουλτούρα» (Princeton University Press, υπό έκδοση).



1.Ευχαριστώ τους συναδέλφους που με βοήθησαν στο κρίσιμο μάθημά μου σχετικά με τον υλικό πολιτισμό, ειδικά τον Fred Myers και την Haidy Geismer. Ευχαριστώ τους Richard Cone και Don Kulick για τις χρήσιμες υποδείξεις και την Joan Bielefeld για το φαρμακευτικό υλικό. Οι αναγνώστες που θα ήθελαν να δουν το οπτικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε στη διάλεξη θα μπορούσαν να στείλουν email στο em81@nyu.edu. Πολλές ευχαριστίες στον David Napier για την οργάνωση της διάλεξης στο Βρετανικό Μουσείο μέσω του University College London.

2. Ο Derrida έχει δείξει πώς το Φάρμακο αυτοσυστήνεται και ενσωματώνεται στο λόγο με όλη την αμφιθυμία του (1981: 70). Ευχαριστώ τη Natasha Schull για τη χρήση του Φάρμακου σε σχέση με τα βίντεο τυχερά παιχνίδια και την ψυχοφαρμακολογία.

3. Για την ιστορία και την ανάπτυξη των νεοφιλελεύθερων ιδεών και πολιτικών, δες Harvey (2005), Rouse (1995), Strathern (1990).

4. H Merilyn Strathern (2004) συνδέει το πλεονέκτημα που κερδίζεται από την ειδικότητα στη φαρμακογενετική με τις Δυτικές αντιλήψεις περί του ατόμου ως όλον.

5. http://www.livejournal.com/talkread.bml?journal=bp_disorder&itemid=85520 06/26/02

6. Ένας υπάλληλος εταιρείας στην οποία οι φαρμακευτικές αναθέτουν τις εκδόσεις τους, μου έδωσε κωδικό για το φόρουμ. Η τοποθεσία του site είναι εμπιστευτική.

7. Πρόκειται για την έκθεση «Από την κούνια ως τον τάφο» στο Βρετανικό Μουσείο. http://www.cradletograve.org

8. Για άλλη μια άποψη πάνω στη σμίκρυνση και τις επιπτώσεις της, δες Stewart (1993: 364-6).

9. Η Petryna επιχειρηματολογεί για το πώς οι φαρμακευτικοί οργανισμοί αλλάζουν τις ηθικές παραδοχές σε διάφορες περιπτώσεις προκειμένου να επιτύχουν υψηλότερο κέρδος, επικαλούμενες πολιτισμικές διαφορές διεθνώς.

10. Αυτή η τεχνολογία έχει από τότε χαρακτηριστεί ως εκπαιδευτική συσκευή με το όνομα: «Στρώνοντας το Δρόμο με Φόβο».

 

_______________

Βιβλιογραφία

Bakan, J. (2004). The corporation: The pathological pursuit of profit and power. New York: Free Press.

Derrida, J. (1981). Plato’s pharmacy, trans. Barbara, Johnson. In Dissemination, 61–172. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Foley, V. I., & Belcastro, P. (1987). William Brockedon and the mechanization of pill and tablet manufacture: From bullets to pills. Pharmaceutical Technology, 110–16.

Gell, A. (1998). Art and agency: An anthropological theory. Oxford: Clarendon Press.

Greenberg, J. R., & Mitchell, S. A. (1983). Object relations in psychoanalytic theory. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Harvey, D. (2005). A brief history of neoliberalism. Oxford: Oxford University Press.

Hinshelwood, R.D. (1994). Clinical Klein: From theory to practice. New York: Basic Books.

Kuchler, S. (2005). Materiality and cognition: The changing face of things. In Miller, D. (ed.), Materiality, 206–30. Durham, NC: Duke University Press.

Latour, B. (1987). Science in action: How to follow scientists and engineers through society. Cambridge, MA:Harvard University Press.

Le´vi-Strauss, C. (1966). The savage mind. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Meskell, L. (2004). Object worlds in ancient Egypt: Material biographies past and present. Oxford: Berg.

Miller, D. (2005). Introduction. In Miller, D. (ed.), Materiality, 1–50. Durham, NC: Duke University Press.

Petryna, A. (2005). Drug development and the ethics of the globalized clinical trial. Occasional Papers, School of Social Science, Institute for Advanced Study, 22, 1–21.

Rose, N. (2003). The neurochemical self and its anomalies. In Ericson, R.V. & Doyle, A. (eds), Risk and morality, 407–37. Toronto: University of Toronto Press.

Rouse, R. (1995). Thinking through transnationalism: Notes on the cultural politics of class relations in contemporary United States. Public Culture, 7(2), 353–402.

Schull, N. D. (2004). Machines, medication, modulation: Circuits of dependency and self-care in Las Vegas. Paper presented at Society for Social Studies of Science, Paris, ‘Intimate technologies: Modulating chemical selves’session, organized by Nate Greenslit and Natasha Schull.

Stewart, S. (1993). On longing: Narratives of the miniature, the gigantic, the souvenir, the collection, 1st paperback edn. Durham, NC: Duke University Press.

Strathern, M. (1990). Enterprising kinship: consumer choice and the new reproductive technologies. Cambridge Anthropology, 14(1), 1–12.

Strathern, M. (2004). The whole person and its artifacts. Annual Review of Anthropology, 33, 1–19.